Οταν ζούμε το σενάριο!

Οι ταινίες με πανδημίες έμπαιναν στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας, αλλά αυτό σήμερα αλλάζει

Κωνσταντίνος Καϊμάκης 07/05/2020 | 09:00

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του το σινεμά έδειξε να «καίγεται» για το μέλλον· κυρίως το δυστοπικό και εφιαλτικό. Το 1919, με ανοιχτές ακόμη τις πληγές του Μεγάλου Πολέμου, με το «Εργαστήρι του δόκτορος Καλιγκάρι» ο Ρόμπερτ Βίνε δείχνει το μέλλον της Ευρώπης που μοιάζει αβέβαιο αν όχι εφιαλτικό σύμφωνα με τους αληθινούς δημιουργούς του φιλμ, τους σεναριογράφους Χανς Γιάνοβιτς και Καρλ Μάγερ.

Η εξπρεσιονιστική ταινία δείχνει την επικείμενη απειλή, τον ναζισμό, σαν «πανώλη που θα αφανίσει όλο τον κόσμο», με τον ανατριχιαστικό χαρακτήρα του παρανοϊκού Καλιγκάρι που υπνωτίζει τα πλήθη να παραπέμπει προφητικά στον Χίτλερ. Το 1922 το «Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου» του Φρίντριχ Μουρνάου βασίζεται στο μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ «Δράκουλας». Το όνομα του διάσημου αιμοδιψούς κόμη δεν αναφέρεται επειδή η χήρα του Στόκερ δεν συναίνεσε.

Ετσι ο Γερμανός σκηνοθέτης άλλαξε το όνομα του απέθαντου ήρωα σε Ορλοκ και βάφτισε το φιλμ του «Νοσφεράτου», λέξη που προέρχεται είτε από το ρουμανικό λεξιλόγιο είτε από την ελληνική «νοσοφόρος» με την οποία αιτιολογείται η πανούκλα που φέρνει μαζί του ο Ορλοκ στη Βίσμαρ το 1838. Ακόμη πιο τρομακτική από τη θέα του τέρατος είναι η δολοφονική υστερία του λαού μπροστά στην απειλή της πανούκλας και η πεποίθηση ότι η ανθρώπινη απληστία δεν υποχωρεί ούτε μπροστά στη μη αναστρέψιμη κατάσταση.

Στο πιστό ριμέικ του Βέρνερ Χέρτσογκ του 1979 η δράση του παρακμιακού βρικόλακα συνδέεται ακόμη πιο άμεσα με την πανούκλα και την καταστροφή. Για να γίνει πιο αποτελεσματικός στην αλληγορία του ο Χέρτσογκ ανοίγει την ταινία του με εικόνες από τις μούμιες στο Γκουαναχουάτο οι οποίες θυμίζουν τη θανατηφόρα χολέρα που σχεδόν αφάνισε τη μεξικανική πόλη το 1833.

Και ολοκληρώνει το πόνημά του με σεκάνς όπως εκείνη όπου ο υπηρέτης υμνεί τον ερχομό του κυρίου του με αναφορά στην είσοδο του καταραμένου πλοίου που κουβαλά την πανούκλα: «Ο Κύριος έρχεται με τον στρατό του. Τετρακόσιες χιλιάδες στόματα (σ.σ.: των μολυσμένων ποντικών) πεινάνε κι έρχονται να τραφούν». Το 1950 ο Ελία Καζάν με το «Panic in the streets» μεταφέρει τον σπόρο του κακού από τα μέτωπα και τα κρεματόρια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στα μικροβιολογικά εργαστήρια και με όχημα ένα τυπικό νουάρ (ένας αστυνομικός σε συνεργασία με έναν επιστήμονα έχουν μόλις 48 ώρες για να αποτρέψουν την εξάπλωση της πνευμονικής πανώλης στη Νέα Ορλεάνη) μιλά για τη μάχη του πολιτισμένου ανθρώπου ενάντια στο μηδέν. Ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν το 1957 αρχίζει να ξεκαθαρίζει το θολό τοπίο της εσωτερικής μεταφυσικής αγωνίας του και της συνακόλουθης αναζήτησης του θείου.

Με την «Εβδομη σφραγίδα» φτάνει στον απόλυτο μηδενισμό και εκφράζει την ανησυχία του για έναν κόσμο που βυθίζεται όλο και περισσότερο στον παραλογισμό (βρισκόμαστε στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, με τον φόβο ενός πυρηνικού πολέμου σε επίπεδα υστερίας), αφηγούμενος την ιστορία της επιστροφής ενός σταυροφόρου από τους Αγίους Τόπους στα μέσα του 14ου αιώνα.

Ο ιππότης που υποδύεται ο Μαξ φον Σίντοφ συναντά μια ρημαγμένη από τον «μαύρο θάνατο» Ευρώπη και καλείται να παίξει μια παρτίδα σκάκι με τον Χάρο για να λάβει (;) απαντήσεις σε θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα. Ο Μπέργκμαν ανοίγει διάλογο με τη δική του εποχή στην οποία εντοπίζει αναλογίες με τον Μεσαίωνα: θεοκρατία, παροξυσμός, δεισιδαιμονίες. Την εποχή που ο πόλεμος ανεξαρτησίας της Αλγερίας από τη Γαλλία βρίσκεται στην κορύφωσή του ο Κρις Μαρκέρ (1921-2012), ο πιο άγνωστος από τους διάσημους Γάλλους σκηνοθέτες, υπέγραψε ένα πειραματικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας. Ο «Σταθμός αποχαιρετισμού» ή «Προβλήτα» (La Jetée), παραγωγής 1962, είναι η ταινία που ενέπνευσε τον Τέρι Γκίλιαμ 33 χρόνια αργότερα για το ριμέικ των «Δώδεκα πιθήκων» με τους Μπρους Γουίλις και Μπραντ Πιτ.

Στο ασπρόμαυρο μικρού μήκους φιλμ οι λίγοι επιζήσαντες που ζουν σε υπόγεια καταφύγια επιχειρούν να στείλουν έναν εθελοντή-πειραματόζωο στο παρελθόν για να εξασφαλίσουν προμήθειες αλλά και για να μάθουν τα πραγματικά αίτια του καταστροφικού πολέμου. Οι εικόνες Αποκάλυψης πηγάζουν από το τέλος του δυτικού πολιτισμού που ταυτίζεται με το καπιταλιστικό μοντέλο κι έχει αφορμή μια πανδημία. Για κάποιους το «La Jetée», που βρίσκεται στον αντίποδα της νουβέλ βαγκ, είναι ένα έργο που αναφέρεται στον θάνατο των μεγάλων ιδεολογιών.

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

Στη δεκαετία του 1970 καθώς οι ταινίες καταστροφής έγιναν της μόδας, διάφοροι σκηνοθέτες έβαλαν στην εσχατολογική εξίσωση και ένα θανατηφόρο μικρόβιο για προφανείς εμπορικούς σκοπούς. Το «Ανδρομέδα, αποστολή άκρως απόρρητη» (1971) του Ρόμπερτ Γουάιζ βασίζεται σε μπεστ σέλερ του Μάικλ Κράιτον και περιγράφει τη δράση ενός μικροοργανισμού εξωγήινης προέλευσης που μολύνει το ανθρώπινο αίμα και προκαλεί είτε ακαριαίο θάνατο είτε τρέλα, ενώ το «Πέρασμα της Κασσάνδρας» (1976) του Τζορτζ Κοσμάτος με διάσημους σταρ (Σοφία Λόρεν, Μπερτ Λάνκαστερ, Αβα Γκάρντνερ, Ρίτσαρντ Χάρις) ήταν η πιο γνωστή. Το σενάριο ενέπλεκε τη διεθνή τρομοκρατία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) καθώς το κλίμα της εποχής (η σφαγή του Μονάχου, διεθνείς αεροπειρατείες, RAF στη Γερμανία, Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία κ.ά.) το σήκωνε: τρεις τρομοκράτες εισβάλλουν στην έδρα του ΠΟΥ και στην ανταλλαγή πυροβολισμών καταστρέφεται ιατρικό δοχείο με τον ιό της πνευμονικής πανώλης.

Ο ένας δράστης που καταφέρνει να το σκάσει αγνοεί ότι έχει μολυνθεί και κρύβεται σε τρένο, επιμολύνοντας αρκετούς επιβάτες. Παρά το εφιαλτικό σενάριο, το φιλμ είναι μια αστεία (χωρίς να το επιδιώκει) και απόλυτα προβλέψιμη ταινία καταστροφής, που πάντως έσκισε στα ταμεία. Στην αντίπερα όχθη η παρουσία ενός Καναδού σκηνοθέτη έφερε στο προσκήνιο τον «σωματικό τρόμο» είτε ως απόρροια ενός λανθασμένου χειρισμού της τεχνολογίας είτε ως συνέπεια μιας ακατανίκητης επιδημίας που δύσκολα θα μπορούσε να αναχαιτιστεί.

Οι «Ανατριχίλες» του 1975 θίγουν τον παροξυσμό που προκαλείται από τον φόβο μιας ανεξέλεγκτης πανδημίας η οποία έχει αφετηρία το… σεξ. Η πολιτική αλληγορία αναφέρεται στην ηθική αποσύνθεση μιας κοινωνίας σε βαθιά κρίση, ενώ ο προφητικός χαρακτήρας του σεναρίου δεν περνάει απαρατήρητος καθώς σε λίγα χρόνια το AIDS θα φέρει τα πάνω κάτω. Ο φόβος του ανθρώπου για τη μόλυνση –με όχημα και πάλι το σεξ– είναι το βασικό στοιχείο και στις «Λυσσασμένες στα νύχια του τρόμου» που γυρίστηκε δύο χρόνια αργότερα, με τον Κρόνενμπεργκ να αφηγείται τη μεταμόρφωση μιας γυναίκας που γίνεται φορέας μιας θανατηφόρας επιδημίας λύσσας.

Ο ενοχλητικός Λαρς φον Τρίερ θα χτυπήσει το 1987 με το «Epidemic», τη μεσαία ταινία από την τριλογία του για την Ευρώπη, που αφηγείται την προσπάθεια ενός επιστήμονα να αναχαιτίσει την πορεία ενός θανατηφόρου ιού. Φιλμ ελάσσονος σημασίας για τον τρομερό Δανό. O αιώνας θα κλείσει με σχετική ανησυχία γύρω από τη συντέλεια του κόσμου αλλά λόγω του χολιγουντιανού format («Αρμαγεδδών», «Το τέλος του κόσμου», «Deep impact») κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Υπήρξαν όμως και τρεις ταινίες που εκτός της… μικροβιολογικής τους συγγένειας έχουν και κοινό έτος παραγωγής. Ο λόγος για τα φιλμ «Το ξέσπασμα» του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, «Δώδεκα πίθηκοι» του Τέρι Γκίλιαμ και «Safe» του Τοντ Χέινς, που γυρίστηκαν όλες το 1995.

Κουβαλούν την αγωνία της νέας ανθρώπινης περιπέτειας που ανατέλλει. Αν στην περίπτωση των δύο πρώτων και γνωστότερων φιλμ το mainstream θέαμα λειτουργεί ως άλλοθι για να χωνευτεί πιο εύκολα είτε το σενάριο της ολοκληρωτικής καταστροφής (στο ριμέικ του Γκίλιαμ) είτε ο κίνδυνος εξάπλωσης ενός θανατηφόρου ιού ονόματι Μοτούμπα –το κινηματογραφικό βαφτιστικό όνομα του Εμπολα– σε όλες τις αμερικανικές πολιτείες (το «Ξέσπασμα»), στο «Safe» όλα έρχονται τούμπα. Ο Τοντ Χέινς τοποθετώντας μια παντρεμένη μεγαλοαστή (Τζούλιαν Μουρ) σε ένα άψογο, πλούσιο αλλά και αποστειρωμένο περιβάλλον βάζει βόμβα στα θεμέλια μιας κοινωνίας που φυτοζωεί.

Η ηρωίδα που από καιρό έχει «διακοσμητικό» ρόλο (αεροβική, shopping και ανούσια ραντεβού) θα δεχτεί ένα δυνατό σοκ όταν ένας φαινομενικά ασήμαντος βήχας θα εξελιχθεί σε κάτι πιο επίμονο και πιθανότατα σοβαρό. Το δυστοπικό και απέραντα ειρωνικό αριστούργημα του Χέινς είναι ένα καμπανάκι για το μέλλον και τα πρωτόγνωρα μοντέλα συμπεριφοράς.

ΖΟΜΠΙ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ

Με την έλευση της δεκαετίας του 2000 ο κίνδυνος για τις πανδημίες αρχικά περιορίζεται, ίσως λόγω και της ευφορίας ή της αισιοδοξίας για τη νέα εποχή – καθόλου τυχαία τα «Αμελί» και «Μουλέν Ρουζ» ή το ξεκίνημα της τριλογίας του «Αρχοντα των δαχτυλιδιών». Για πρώτη φορά σκάνε μύτη τα ζόμπι το 2002. Αν το «Resident evil» είναι απλώς η ευπρεπής μεταφορά ενός βιντεογκέιμ επιβίωσης με τη Μίλα Γιόβοβιτς να λύνει διά παντός το βιοποριστικό της θέμα συμμετέχοντας στις επτά ταινίες του franchise, το «28 μέρες μετά» χρήζει άλλης αντιμετώπισης.

Ο Βρετανός Ντάνι Μπόιλ αφουγκράζεται την πολιτική ματιά του Ρομέρο γύρω από τον πολυεπίπεδο συμβολισμό των απέθαντων της «Νύχτας των ζωντανών νεκρών», αλλά προσθέτει στην προβληματική του Αμερικανού κάποιες δυσοίωνες σκέψεις για το μέλλον της σύγχρονης ενωμένης Ευρώπης. Το ξεκίνημα με την εικόνα του άδειου Λονδίνου ανήκει στις πιο ζοφερές σελίδες στην ιστορία του κινηματογράφου, που έκτοτε θα αναπαραχθεί πολλάκις. Ενας μεταδοτικός ιός έχει μετατρέψει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της βρετανικής πρωτεύουσας σε αιμοδιψή ζόμπι και οι ελάχιστοι επιζώντες προσπαθούν να βρουν δίοδο διαφυγής.

Η επιτυχία των «Resident evil» και «28 μέρες μετά» θα έχει αποτέλεσμα να πυκνώσουν στα επόμενα χρόνια οι ταινίες με ζόμπι («Αγάπησα ένα ζόμπι», «28 weeks later», «Zombieland», «World War Z» που είναι η πιο μεγάλη εμπορική επιτυχία στην καριέρα του Μπραντ Πιτ, «Ζωντανός θρύλος» με τον Γουίλ Σμιθ μοναδικό επιζώντα στη Νέα Υόρκη να τα βάζει με μακάβρια πλάσματα, «Επιζώντας από τους απέθαντους» που σηματοδοτεί την επιστροφή του Ρομέρο στο είδος που εκείνος δημιούργησε, «Train to Busun» κ.λπ.). Παράλληλα θα αναπτυχθεί ένα νέο κύμα μελλοντολογικών θρίλερ που περιγράφουν το τέλος της ανθρωπότητας με λογοτεχνική αφετηρία και διαγνώσεις που αφορούν την ύπαρξη ενός καταστροφικού ιού.

Στο άνισο «Περί τυφλότητας» του Φερνάντο Μεϊρέλες με την Τζούλιαν Μουρ και τον Μαρκ Ράφαλο το μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου αποκαλύπτει το μέγεθος της καταστροφής μέσα από τον μεταδοτικό ιό που τυφλώνει τους ανθρώπους (παραβολή για την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να δει την αυτοκαταστροφική του φύση), ενώ στον συγκινητικό «Δρόμο» του Αυστραλού Τζον Χίλκοουτ με τον Βίγκο Μόρτενσεν στον ρόλο ενός πατέρα που προστατεύει το παιδί του ο συγγραφέας Κόρμακ ΜακKάρθι δεν δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις για τον αφανισμό της ανθρωπότητας, προσθέτοντας κυνικά ότι «αυτό δεν έχει και τόση σημασία όταν το μόνο που μετράει πλέον είναι ο αγώνας για επιβίωση».

Σε ανάλογο κλίμα οι Aλεξ και Ντέιβιντ Πάστορ με την «Πανδημία» του 2009 περιγράφουν την αγωνιώδη προσπάθεια μιας νεαρής ετερόκλητης ομάδας να επιβιώσει μετά τον όλεθρο που σκορπά μια θανατηφόρα επιδημία στις ΗΠΑ, ενώ ο Αλφόνσο Κουαρόν περιέγραψε το 2006 έναν εφιαλτικό κόσμο χωρίς «Τα παιδιά των ανθρώπων» λόγω μιας επιδημίας που στερεί από τις γυναίκες τη δυνατότητα να κυοφορήσουν. Στο «Perfect sense» το 2011 ο Ντέιβιντ Μακένζι με όχημα το ζευγάρι Γιούαν ΜακΚρέγκορ και Εύα Γκριν επεκτείνει τη μελαγχολική οπτική του Σαραμάγκου βάζοντας τους ανθρώπους σε ένα δυστοπικό αλλά και απόλυτα αναγνωρίσιμο Λονδίνο να χάνουν μία μία τις αισθήσεις τους, ολοκληρώνοντας τον άκρατο πεσιμισμό του με τη φράση: «Το μόνο που έχει να κάνει ο μη μολυσμένος είναι να περιμένει».

Η πιο δυνατή ταινία της εικοσαετίας και η πλέον ανατριχιαστική λόγω των ομοιοτήτων με αυτό που βιώνουμε σήμερα ήταν φυσικά το «Contagion» του Στίβεν Σόντερμπεργκ πριν από περίπου μια δεκαετία: επιστημονική μεθοδολογία, έμφαση στον ρεαλισμό, ανάδειξη της κρισιμότητας μέσα από φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες και ιδού πώς οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια στο χείλος της καταστροφής με οδηγό τον (αποκύημα φαντασίας, αλλά όχι και τόσο) ιό MEV-1 που μεταδίδεται από τις νυχτερίδες στους χοίρους κι από εκεί στους ανθρώπους, με συνέπεια τον θάνατο 26 εκατ. ατόμων σε παγκόσμια κλίμακα. Τέλος, η πιο πρόσφατη σημαντική ταινία με εξάπλωση επιδημίας που αποδεκατίζει την ανθρωπότητα είναι το «Φως στο σκοτάδι» που σκηνοθέτησε το 2019 ο ηθοποιός Κέισι Αφλεκ. Εδώ ο μισός και πλέον παγκόσμιος πληθυσμός έχει αφανιστεί λόγω πανδημίας που πλήττει κυρίως τις γυναίκες.

Ο ήρωας του ιδιότυπου road movie είναι πατέρας που προστατεύει με κάθε τρόπο τη μικρή κόρη του – πίσω από την άκρατη απαισιοδοξία υπάρχει ένας συγκινητικός ύμνος στη γυναίκα. Από ό,τι φαίνεται, οι επιδημίες ήρθαν για να μείνουν στο σινεμά κι αν η κατάσταση ομαλοποιηθεί στις ερχόμενες βδομάδες ή μήνες να είστε βέβαιοι ότι θα ξαναζήσουμε το σενάριο που βιώνουμε σήμερα με ακόμη πιο δυνατές κινηματογραφικές συγκινήσεις. Γιατί, όπως ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία «World War Z», «η μητέρα φύση είναι σίριαλ κίλερ που δεν τη φτάνει κανείς σε εφευρετικότητα».

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.