Η 25χρονη από τη Βαρκελώνη, Νοέλια Καστίγιο Ράμος, αναμένεται να προχωρήσει σήμερα σε ευθανασία, έπειτα από μια μακρά νομική διαδικασία που διήρκεσε σχεδόν 20 μήνες.
Η διαδικασία εγκρίθηκε από τα ισπανικά δικαστήρια καθώς και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο απέρριψε αίτημα αναστολής που είχε κατατεθεί, παρά την αντίθεση του πατέρα της.
Η νεαρή γυναίκα έμεινε παραπληγική το 2022, σε ηλικία 21 ετών, μετά από απόπειρα αυτοκτονίας που ακολούθησε τον ομαδικό βιασμό που είχε υποστεί κατά την εφηβεία της. Έκτοτε ζει με χρόνιο πόνο και σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική της υγεία, τις οποίες η ίδια έχει περιγράψει ως αβάσταχτες.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η διαδικασία θα πραγματοποιηθεί σε κοινωνικο-υγειονομική δομή, με την παρουσία ιατρικού προσωπικού και της μητέρας της, ενώ η ίδια έχει ζητήσει να μην βρίσκεται παρών ο πατέρας της.
Στην τελευταία της συνέντευξη στην εκπομπή «Y Ahora Sonsoles» του Antena 3, η 25χρονη ανέφερε ότι «τους έχω πει πώς θέλω να είναι. Θέλω να πεθάνω όμορφη. Πάντα πίστευα ότι θέλω να πεθάνω όμορφη. Θα φορέσω το πιο όμορφο φόρεμά μου και θα βαφτώ. Θα είναι κάτι απλό».
Παράλληλα εξήγησε ότι «θέλω να φύγω τώρα και να σταματήσω να υποφέρω, τελεία και παύλα. Κανένα μέλος της οικογένειάς μου δεν είναι υπέρ της ευθανασίας. Και τι γίνεται με όλο τον πόνο που έχω υποστεί όλα αυτά τα χρόνια; Δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα: να μην βγαίνω έξω, να μην τρώω, να μην κάνω τίποτα. Ο ύπνος είναι πολύ δύσκολος για μένα και έχω πόνους στην πλάτη και τα πόδια».
Σε άλλο σημείο σημείωσε πως «τα κατάφερα επιτέλους. Ας δούμε αν μπορώ επιτέλους να ηρεμήσω γιατί δεν αντέχω άλλο αυτή την οικογένεια, τον πόνο, όλα όσα με βασανίζουν από όσα έχω περάσει. Δεν θέλω να είμαι παράδειγμα για κανέναν, είναι απλώς η ζωή μου, και αυτό είναι όλο».
Για τη σχέση με τον πατέρα της δήλωσε ότι «με είδε να πέφτω και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Αλλά μετά από όλα όσα έχει κάνει, δεν τον λυπάμαι πια. Δεν σεβάστηκε την απόφασή μου και δεν θα το κάνει ποτέ.
Ήθελε να βάλει το σπίτι που αγόρασε στο όνομά μου για να μπορέσει να συνεχίσει να εισπράττει διατροφή. Μετά από αυτό, δεν θέλει να βάλει το σπίτι στο όνομά μου, ούτε να πληρώσει για την κηδεία, ούτε να παραστεί στην ευθανασία, ούτε στην ταφή, και λέει ότι δεν θέλει να μάθει τίποτα περισσότερο για μένα. Ότι για αυτόν είμαι ήδη νεκρή.
Το καταλαβαίνω. Είναι πατέρας και δεν θέλει να χάσει μια κόρη, αλλά δεν με ακούει. Δεν με παίρνει τηλέφωνο ποτέ, δεν μου γράφει ποτέ. Το μόνο που κάνει είναι να μου φέρνει φαγητό. Γιατί με θέλει ζωντανή; Για να με κρατήσει στο νοσοκομείο;».
Ενώ για τη μητέρα της ανέφερε ότι «μου είπε ότι όπως με είδε να γεννιέμαι έτσι ήθελε να με δει να κλείνω τα μάτια μου και η απάντηση είναι όχι. Δεν θέλω να με δει να κλείνω τα μάτια μου. Θα προτιμούσα να πούμε αντίο και μετά, αν θέλει, μπορεί να έρθει στην κηδεία».
Το αποτύπωμα της έμφυλης βίας στις ζωές μας
Η υπόθεση της 25χρονης δεν είναι απλώς μια ακόμη ιστορία γύρω από την ευθανασία. Είναι, πρωτίστως, μια ιστορία για το τι αφήνει πίσω της η έμφυλη βία και κυρίως για το πόσο λίγο κατανοούμε το βάθος αυτού του αποτυπώματος.
Ο δημόσιος διάλογος συχνά αντιμετωπίζει τον βιασμό ως ένα «γεγονός» με αρχή και τέλος: ένα έγκλημα που τελείται, καταγγέλλεται (ή και όχι), δικάζεται (ή και όχι) και, θεωρητικά, κλείνει. Όμως για τα θύματα, η εμπειρία αυτή δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Μετατρέπεται σε μια διαρκή κατάσταση, που διαπερνά το σώμα, την καθημερινότητα, τις σχέσεις, την ίδια την αίσθηση του εαυτού.
Στην περίπτωση της νεαρής γυναίκας, η βία δεν έμεινε μόνο στη μνήμη. Μεταφράστηκε σε σωματικό πόνο, σε αναπηρία, σε μια ζωή που, όπως η ίδια περιγράφει, έγινε «ανυπόφορη». Αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό σημείο. Η κοινωνία συχνά αναγνωρίζει τον τραυματισμό μόνο όταν είναι ορατός. Όταν όμως το τραύμα είναι σύνθετο, ψυχικό και σωματικό μαζί, τότε αρχίζει μια δεύτερη, σιωπηλή εγκατάλειψη.
Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μια εμπειρία που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανισοτήτων, σιωπής και πολλές φορές αμφισβήτησης του ίδιου του θύματος. Και όταν η κοινωνία δεν μπορεί ή δεν θέλει να στηρίξει ουσιαστικά τα επιζώντα άτομα, το βάρος της «επιβίωσης» μετατίθεται εξ ολοκλήρου πάνω τους.
Η επιλογή της ευθανασίας, σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα. Δεν είναι μόνο μια απόφαση για το τέλος της ζωής, αλλά και μια σκληρή υπενθύμιση για το πώς αυτή η ζωή διαμορφώθηκε μετά τη βία. Για το τι σημαίνει να ζεις για χρόνια μέσα σε πόνο που δεν υποχωρεί και σε μια πραγματικότητα που δεν προσφέρει επαρκή διέξοδο.
Ταυτόχρονα, η σύγκρουση με τον πατέρα της φωτίζει ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα, που δεν είναι άλλο από το δικαίωμα των γυναικών στην αυτοδιάθεση. Ακόμη και σε μια τόσο ακραία στιγμή, η απόφασή της αμφισβητείται, ερμηνεύεται, γίνεται αντικείμενο που προκαλεί αμφιβολία. Σαν να μην της ανήκει πλήρως ούτε το σώμα της ούτε η επιλογή της.
Η ιστορία αυτή δεν προσφέρεται για εύκολα συμπεράσματα. Δεν είναι «παράδειγμα», όπως λέει και η ίδια. Είναι, όμως, μια υπενθύμιση ότι η έμφυλη βία δεν τελειώνει όταν σταματήσει η πράξη, αλλά συνεχίζεται, σιωπηλά και επίμονα, μέσα στο σώμα και τη ζωή των θυμάτων.
Οπότε θα ήταν κρίσιμο τελικά να αναρωτηθούμε όχι γιατί μια 25χρονη θέλησε να πεθάνει, αλλά τι συνέβη όλα αυτά τα χρόνια ώστε η ζωή να γίνει, για εκείνη, αβάσταχτη.
Διαβάστε επίσης:
Τασούλας: Συνεχόμενες «γκάφες» στη δήλωση για την επέτειο της επανάστασης (video)
Η βιομηχανία της νοσταλγίας: Πως τα remake έγιναν «Η ακύρωση του μέλλοντος» του Μαρκ Φίσερ
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια