Υπάρχει κάτι σχεδόν παρήγορο στη συνέπεια με την οποία το ελληνικό internet μετατρέπεται, κάθε λίγους μήνες, σε άτυπο υπουργείο Εθνικής και Ομηρικής Ορθότητας. Δεν διαθέτει κτίριο ή οργανόγραμμα, αλλά έχει επιτροπές. Επιτροπή για το ποιος δικαιούται να υποδυθεί έναν αρχαίο Έλληνα, επιτροπή για το πόσο λευκό πρέπει να είναι το μπράτσο της Ελένης και, φυσικά, ένα ανώτατο συμβούλιο που αποφασίζει πότε η καλλιτεχνική ελευθερία είναι «δημιουργική άδεια» και πότε «προσβολή του πολιτισμού μας».
Με τους «300» του Zack Snyder δεν δείξαμε την ίδια αυστηρότητα. Ο Λεωνίδας μπορούσε να μιλά αγγλικά για τις “Hot Gates”, οι Σπαρτιάτες να πολεμούν σαν ημίγυμνοι υπερήρωες graphic novel με τέλειους κοιλιακούς και οι Θερμοπύλες να θυμίζουν όνειρο εφήβου που διάβασε Ηρόδοτο μετά από τρία ενεργειακά ποτά. Ούτε μας τραυμάτισε ο Kevin Sorbo ως Ηρακλής, σε μια τηλεοπτική αρχαιότητα που έμοιαζε περισσότερο με θεματικό πάρκο της Νέας Ζηλανδίας. Συγχωρήσαμε αγγλόφωνους θεούς, αμερικανικές προφορές, μεσαιωνικές πανοπλίες και αρχαίους Έλληνες με κοιλιακούς Marvel.

Στη νέα «Οδύσσεια» δεν μας συγκλόνισε εξίσου η απουσία των Φαιάκων και της Ναυσικάς, η εξαφάνιση της Αντίκλειας από τον Άδη, η υποχώρηση του Λαέρτη, η παράλειψη του συζυγικού κρεβατιού ως κορυφαίας σκηνής αναγνώρισης ή η απομάκρυνση των θεών από τον κόσμο του έπους.
Αλλά το χρώμα της Ελένης; Εκεί σηκώθηκαν τα τείχη.
Όταν η κριτική γίνεται μάχη
Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα η δημόσια συζήτηση γύρω από τον κινηματογράφο εγκαταλείπει τον ίδιο τον κινηματογράφο. Αντί να μιλάμε για σκηνοθεσία, δραματουργία, ρυθμό, φωτογραφία, μουσική και ερμηνείες, επιστρέφουμε στην ασφαλή ζεστασιά της ιδεολογικής μας φυλής. Η ταινία δεν αντιμετωπίζεται ως έργο αλλά ως ψηφοδέλτιο «woke» ή «anti-woke», πατριωτική ή ανθελληνική, πιστή ή προδοτική.
Σα να απαγορεύεται να θεωρείς ορισμένες επιλογές της συναρπαστικές κι άλλες αδύναμες. Σα να μην μπορείς να απολαύσεις τη φωτογραφία και ταυτόχρονα να νιώσεις ότι από την επιστροφή στην Ιθάκη λείπει η συναισθηματική καρδιά του νόστου.
Η «ιστορική ακρίβεια» επιστρατεύεται επίσης επιλεκτικά. Αρκετοί από όσους καταγγέλλουν τις ελευθερίες του Νόλαν απέναντι σε ένα μυθολογικό έπος αποθέωναν πριν από λίγο καιρό τον «Καποδίστρια» του Γιάννη Σμαραγδή, μια ταινία που παίρνει σημαντικές δημιουργικές ελευθερίες απέναντι σε πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα.
Δεν είναι αντίφαση να αγαπά κάποιος τον Σμαραγδή και να απορρίπτει τον Νόλαν. Η αισθητική προτίμηση δεν χρειάζεται πιστοποιητικό συνέπειας. Η αντίφαση αρχίζει όταν μια καλλιτεχνική ελευθερία βαφτίζεται αρετή εφόσον εξιδανικεύει το έθνος, αλλά μετατρέπεται σε παραχάραξη μόλις αμφισβητήσει μια παγιωμένη εικόνα. Τότε δεν κρίνουμε την Τέχνη μα ελέγχουμε αν πέρασε τα σύνορα με τα σωστά χαρτιά.
Η Ελένη δεν ήταν στρατιώτης σε ιστορική μάχη
Ένα από τα πιο δημοφιλή επιχειρήματα που διακινήθηκαν στο διαδίκτυο ήταν η αναλογία πως «μια μαύρη Ωραία Ελένη είναι σαν να παρουσιάζεις Ασιάτες τους στρατιώτες που πολέμησαν σε μια πραγματική, ιστορική μάχη». Πρόκειται για την απόλυτη σύγχυση ανόμοιων πραγμάτων. Από τη μία πλευρά, η αναπαράσταση μιας ιστορικής μάχης αφορά ένα συγκεκριμένο, καταγεγραμμένο γεγονός του παρελθόντος. Υπάρχουν φωτογραφίες, αρχεία, στρατιωτικές αναφορές, ακόμη και ζωντανές μαρτυρίες ανθρώπων, οπότε γνωρίζουμε με ακρίβεια ποιοι βρίσκονταν στα πεδία των μαχών. Από την άλλη πλευρά, η Ελένη είναι ένα αμιγώς μυθολογικό πρόσωπο. Δεν διαθέτουμε κανένα ιστορικό αρχείο ή ληξιαρχική πράξη γέννησης που να πιστοποιεί την πραγματική της ύπαρξη ή τα ανθρωπομετρικά της χαρακτηριστικά.
Αν εξετάσουμε τη μυθολογική της καταγωγή με τη φιλολογική ακρίβεια που επικαλούνται οι επικριτές, τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά διασκεδαστικά, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κύκνο, ενώθηκε με τη Λήδα και η Ελένη γεννήθηκε κυριολεκτικά εκκολαπτόμενη από ένα αυγό. Πόση «βιολογική και γενετική ακρίβεια» μπορεί να απαιτεί κανείς από έναν χαρακτήρα που βγήκε από ένα τσόφλι; Είναι παράλογο να καταγγέλλεται η καλλιτεχνική επιλογή ενός σκηνοθέτη ως παραχάραξη της ιστορίας, όταν το αντικείμενο της διασκευής ανήκει εξ ολοκλήρου στη σφαίρα του φαντασιακού.
Η Ελένη, από την άλλη, δεν άφησε ληξιαρχική πράξη, διαβατήριο ή φωτογραφία γάμου με τον Μενέλαο. Είναι μυθολογικό πρόσωπο μιας παράδοσης που διαμορφωνόταν προφορικά επί αιώνες, πριν αποκτήσει τις μορφές που γνωρίζουμε. Η ομηρική έρευνα εξακολουθεί να συζητά τη διαδικασία σύνθεσης των επών, τη χρονολόγησή τους και το τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το όνομα «Όμηρος».
Αυτό δεν σημαίνει «είναι μύθος, άρα όλα επιτρέπονται». Ο δημιουργός έχει δικαίωμα να αλλάξει, ο θεατής έχει δικαίωμα να κρίνει αν η αλλαγή παράγει νόημα. Άλλο, όμως, η αισθητική διαφωνία και άλλο η καταγγελία μιας μυθολογικής διασκευής σαν να αλλοιώθηκε καταγεγραμμένο ιστορικό γεγονός.
Το λευκό μπράτσο και το φυλετικό διαβατήριο
Το «λευκώλενος» σημαίνει πράγματι «με λευκά μπράτσα». Δεν χρειάζεται να βασανίσουμε τη γλώσσα για να αποδείξουμε ότι το μαύρο είναι λευκό. Η επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο αποκλίνει από την κατά λέξη απόδοση του επιθέτου.
Όμως το «λευκώλενος» είναι τυπικό ομηρικό επίθετο και δεν ανήκει αποκλειστικά στην Ελένη. Αποδίδεται στην Ήρα, την Ανδρομάχη, τη Ναυσικά, την Αρήτη και άλλες γυναικείες μορφές. Συνδέεται με την ομορφιά, τη λάμψη, την κοινωνική θέση και την ποιητική οικονομία μιας προφορικής παράδοσης. Τα ομηρικά επίθετα είναι επαναλαμβανόμενες φόρμουλες της επικής γλώσσας, όχι δελτία ανθρωπομετρικών χαρακτηριστικών. Το επίθετο εξυπηρετεί μετρικές ανάγκες του δακτυλικού εξαμέτρου και ταυτόχρονα λειτουργεί κοινωνικά. Στον μυκηναϊκό κόσμο, τα «λευκά μπράτσα» δεν αποτελούσαν φυλετικό προσδιορισμό, αλλά δήλωναν την ταξική θέση μιας γυναίκας της αριστοκρατίας, η οποία ζούσε προστατευμένη μέσα στον οίκο, μακριά από τη χειρωνακτική εργασία στους αγρούς κάτω από τον ήλιο. Ήταν σύμβολο ευγενείας. Η επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί προφανώς μια απόκλιση από την κατά λέξη οπτική απόδοση, όμως ένα ομηρικό επίθετο δεν είναι σύγχρονο πιστοποιητικό φυλετικής ταυτότητας.
Η «ροδοδάκτυλη» Ηώς δεν περνά από χρωματολόγιο κάθε πρωί κι η «βοώπις» Ήρα δεν υποβάλλεται σε κτηνιατρικό έλεγχο. Αντίστοιχα, το «λευκώλενος» δεν είναι φυλετικό διαβατήριο του 21ου αιώνα. Ο Νόλαν αποκλίνει από ένα ποιητικό χαρακτηριστικό. Δεν παραχαράσσει τη βιογραφία ενός ιστορικά πιστοποιημένου ανθρώπου.
Το πραγματικό κινηματογραφικό ερώτημα είναι αν η ταινία δικαιολογεί την επιλογή της Νιόνγκο. Της δίνει χώρο να ενσαρκώσει τη γυναίκα πάνω στην οποία οι άνδρες προβάλλουν την επιθυμία, την ιδιοκτησία, την τιμή και την ευθύνη ενός πολέμου; Αποκτά νόημα το γεγονός ότι υποδύεται και την Κλυταιμνήστρα; Η παρουσία της έχει συμβολική δύναμη και υπογραμμίζει τη συγγένεια δύο γυναικών που πληρώνουν, με διαφορετικούς τρόπους, τον ανδρικό πόλεμο. Η ταινία, όμως, δεν της δίνει τον χρόνο που θα μετέτρεπε αυτή την ιδέα σε ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Αυτή είναι θεμιτή κριτική. Το «δεν είναι λευκή» δεν είναι.
Ο μύθος δεν είχε ποτέ τελική έκδοση
Η «Οδύσσεια» δεν κατέβηκε από τον Όλυμπο σε δερματόδετο τόμο, με υπογραφή του Ομήρου και σφραγίδα που απαγορεύει τις μετατροπές. Γεννήθηκε μέσα σε έναν προφορικό πολιτισμό. Τραγουδήθηκε, επαναλήφθηκε, προσαρμόστηκε σε διαφορετικά ακροατήρια και ενσωμάτωσε υλικό από διαφορετικές εποχές. Η ίδια η γέννησή της είναι μια ιστορία διαρκούς μεταβολής.
Οι αρχαίοι, άλλωστε, δεν αντιμετώπιζαν τον μύθο σαν κλειστό franchise με εγκεκριμένο πρωτόκολλο και δικηγορικό γραφείο στον Όλυμπο. Οι ίδιοι οι αρχαίοι ποιητές άλλαζαν τον μύθο με τρόπους που θα έκαναν τους σημερινούς ψηφιακούς «ορθόδοξους» να μιλούν για ιεροσυλία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Στησίχορος τον 6ο αιώνα π.Χ., ο οποίος ισχυρίστηκε στην περίφημη «Παλινωδία» του ότι η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία και ότι ο πόλεμος έγινε για ένα άδειο είδωλο. Λίγο αργότερα, ο Γοργίας συνέθεσε το «Εγκώμιον της Ελένης», αποδομώντας πλήρως την εικόνα της προδότριας και παρουσιάζοντάς την ως θύμα της μοίρας, της ψυχολογικής βίας ή του έρωτα. Το αποκορύφωμα αυτής της δημιουργικής ελευθερίας ήρθε από τον Ευριπίδη, ο οποίος στην τραγωδία του «Ελένη» τοποθέτησε την πραγματική Ελένη στην Αίγυπτο να περιμένει τον Μενέλαο, στέλνοντας στην Τροία ένα φασματικό ομοίωμα φτιαγμένο από σύννεφα. Οι αρχαίοι δημιουργοί δεν αντιμετώπιζαν τη μυθολογία ως ένα κλειστό franchise με επίσημο πρωτόκολλο. Ο μύθος ήταν ζωντανός επειδή ήταν εύπλαστος.
Η μεταβολή του μύθου δεν άρχισε με το Χόλιγουντ, το Netflix ή την πολιτική ορθότητα. Η Ελένη πάντοτε αποτελούσε την απεικόνιση της ματαιότητας του πολέμου. Έτσι τη χρησιμοποίησε κι ο Σεφέρης στο ομότιτλο ποίημα του που θρηνεί για την τραγωδία του Κυπριακού Αγώνα, συνδέοντάς τον με τον Τρωικό πόλεμο και τη ματαιότητα του πολέμου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μύθος παραμένει ζωντανός. Η αρχαιολογία έχει αποκαλύψει την πραγματική Τροία και τον υλικό κόσμο της ύστερης Εποχής του Χαλκού. Δεν έχει αποδείξει ότι ο πόλεμος συνέβη όπως τον αφηγείται ο Όμηρος ούτε ότι η Κίρκη μεταμόρφωνε άνδρες σε χοίρους, ότι η Σκύλλα άρπαζε ναύτες ή ότι ένας Κύκλωπας καταράστηκε τον Οδυσσέα. Η μυθολογία δεν είναι αποτυχημένη Ιστορία, μα είναι άλλος τρόπος να μιλάς για όσα η Ιστορία δυσκολεύεται να χωρέσει, όπως τον φόβο, τον θάνατο, την εξουσία, την ενοχή και την ανάγκη να επιστρέψεις σε έναν τόπο που ίσως δεν υπάρχει πια όπως τον θυμάσαι, αλλά και την μετάπλαση του ίδιου εαυτού έπειτα από σωρεία μαχών με δαίμονες.
Από το έπος στην οθόνη
Η απόσταση ανάμεσα στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο δεν είναι αναγκαστικά προδοσία. Συχνά είναι η ομορφιά της διασκευής. Η λογοτεχνία έχει αφηγητή, εσωτερικό χρόνο, επαναλήψεις και παρεκβάσεις. Ο κινηματογράφος έχει εικόνα, μοντάζ, σώματα, μουσική και σιωπή. Δεν μεταφέρει απλώς ένα κείμενο. Το μεταφράζει σε άλλη γλώσσα.
Και κάθε μετάφραση κάτι διασώζει και κάτι χάνει. Η ταινία του Νόλαν χάνει πολλά. Η απουσία της Αντίκλειας από τον Άδη στερεί από τον Οδυσσέα μία από τις οδυνηρότερες γνώσεις του νόστου: ότι όσο εκείνος πάλευε να επιστρέψει, η μητέρα του πέθανε από τον καημό.
Η παράλειψη του μυστικού του κρεβατιού περιορίζει την ευφυΐα και την αυτονομία της Πηνελόπης. Η αποδυνάμωση του τεχνάσματος του «Κανένα» αφαιρεί από τη συνάντηση με τον Πολύφημο τη γλωσσική εξυπνάδα που καθιέρωσε τον Οδυσσέα ως πολύμητιν. Η υποχώρηση των Φαιάκων, της Ναυσικάς και του Λαέρτη στενεύει το συναισθηματικό και κοινωνικό τοπίο της επιστροφής, αλλά και της μεγαλύτερης αξίας του επικού κύκλου, αυτή της φιλοξενίας.

Ακόμη και η μετατροπή της Αθηνάς σε εσωτερική φωνή, τύψη ή ψυχικό ίχνος είναι αμφίσημη. Προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ψυχολογική ανάγνωση, αλλά αδειάζει τον κόσμο από τη μεταφυσική του παραδοξότητα.
Υπάρχει, λοιπόν, άφθονος χώρος για σοβαρή κριτική. Η μη γραμμική αφήγηση μπορεί να δίνει ρυθμό ή να προκαλεί αποσύνδεση. Ο Ματ Ντέιμον μπορεί να διαβαστεί ως ένας βαθιά ανθρώπινος βετεράνος ή ως υπερβολικά βαρύς και αποστασιοποιημένος Οδυσσέας. Η απουσία των θεών μπορεί να είναι εκσυγχρονισμός ή απομάγευση. Το πολυάριθμο καστ μπορεί να προσθέτει συμβολικό βάρος ή απλώς εμπορικά ονόματα. Αυτό ακριβώς είναι η Τέχνη, όχι διαγώνισμα πολλαπλής επιλογής, αλλά ένας τόπος όπου αντίθετες αναγνώσεις μπορούν να είναι ταυτόχρονα έντιμες. Η πραγματική, σοβαρή κινηματογραφική συζήτηση είναι αν το έργο πέτυχε να μετατρέψει τις επιλογές του σε ουσιαστική τέχνη ή αν εγκλωβίστηκε στο δικό του μεγαλειώδες μπάτζετ. Το αν η Ελένη «επιτρέπεται» να είναι μαύρη, δεν είναι συζήτηση, είναι άνοστη οπισθοδρόμηση
Οι άνθρωποι της θάλασσας
Η σκηνή που συμπυκνώνει καλύτερα τη ματιά του Νόλαν έρχεται όταν ο Οδυσσέας και οι άνδρες του συναντούν έναν φοβισμένο κάτοικο. Ο άνδρας μιλά ελληνικά, όμως οι Αχαιοί δεν τον καταλαβαίνουν. Τους κοιτά σαν κάτι που βγήκε από το πέλαγος και τους αποκαλεί «ανθρώπους της θάλασσας».
Κυριολεκτικά, η σκηνή μοιάζει παράδοξη. Συμβολικά, ανοίγει ολόκληρη την ταινία. Οι πολεμιστές επιστρέφουν από την Τροία πιστεύοντας ότι παραμένουν φορείς του πολιτισμού. Από την πλευρά των ανθρώπων που βλέπουν τα πλοία τους να πλησιάζουν, είναι ένοπλοι επιδρομείς.
Δεν έχουν απαραίτητα ξεχάσει τη γλώσσα τους. Έχουν χάσει την ικανότητα να αναγνωρίζονται μέσα σε αυτήν. Η βία τούς έκανε ξένους στον πολιτισμό που επικαλούνται.
Όταν ο Οδυσσέας παραδέχεται στην Πηνελόπη ότι «εμείς ήμασταν οι άνθρωποι της θάλασσας», η φράση δεν λειτουργεί ως ασφαλές μάθημα Ιστορίας. Οι «Λαοί της Θάλασσας» είναι νεότερος ιστοριογραφικός όρος για διαφορετικές και όχι πλήρως ταυτοποιημένες ομάδες της ύστερης Εποχής του Χαλκού. Η ταύτισή τους με τους Αχαιούς δεν αποτελεί αποδεδειγμένο γεγονός. Λειτουργεί, όμως, ως ηθική αποκάλυψη πως ο βάρβαρος δεν είναι πάντα ο ξένο. Μερικές φορές είναι αυτός που αποβιβάζεται από το πλοίο, κρατά όπλο και δηλώνει ότι φέρνει τον πολιτισμό.
Είναι δύσκολο να μη δεις εκεί τον σύγχρονο δυτικό κόσμο, τους πολέμους που βαφτίστηκαν εκπολιτιστικές αποστολές, τις καταστροφές που παρουσιάστηκαν ως εξαγωγή δημοκρατίας, τις κοινωνίες που μιλούν για αξίες αφήνοντας πίσω τους ερείπια.
Είναι δύσκολο να μη δεις και τη νεότερη Ελλάδα, η οποία επικαλείται τους αρχαίους προγόνους της με μεγαλύτερη ευκολία από όση δείχνει όταν πρέπει να αναγνωρίσει τον άνθρωπο στον ξένο, στον πρόσφυγα ή στον ηττημένο. Το τέρας δεν περιμένει πάντα στη σπηλιά του Πολύφημου. Μερικές φορές αποβιβάζεται από ελληνικό πλοίο.
Τι επιλέξαμε να δούμε
Η «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν αντικαθιστά τον Όμηρο. Δεν μπορεί και δεν χρειάζεται.
Προτείνει μια ανάγνωση όπου οι θεοί υποχωρούν για να εμφανιστούν το τραύμα, η ενοχή και η αδυναμία του ανθρώπου να επιστρέψει ίδιος από τον πόλεμο. Η επιστροφή του Οδυσσέα δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου να ξαναγίνει άνθρωπος μετά τις πράξεις που τον έκαναν νικητή. Αυτή η ανάγνωση έχει επιτυχίες και απώλειες. Δίνει βάρος στη βία και στη μεταπολεμική ενοχή, αλλά χάνει μέρος από τη μυθική αγριότητα. Αναδεικνύει την ηθική διάβρωση του ήρωα, αλλά δεν αποδίδει πάντα την οικογενειακή συγκίνηση του έπους. Παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα Ελένη, χωρίς να της επιτρέπει να γίνει κάτι περισσότερο από συμπυκνωμένο σύμβολο.

Μπορούμε να διαφωνήσουμε για όλα αυτά. Πρέπει να διαφωνήσουμε. Η Τέχνη δεν υπάρχει για να μας επιστρέφει ανέπαφες τις βεβαιότητές μας. Υπάρχει για να μας ενοχλεί, να μας μετακινεί και να μας αναγκάζει να κοιτάξουμε ξανά μια ιστορία που νομίζαμε ότι γνωρίζαμε.
Η «Οδύσσεια» επιβίωσε σχεδόν τρεις χιλιετίες επειδή άλλαξε γλώσσες, σώματα, πρόσωπα και ακροατήρια. Ο μύθος δεν είναι μαρμάρινο άγαλμα σε προθήκη. Είναι ζωντανό υλικό. Κάθε εποχή το αγγίζει και αφήνει πάνω του τα δικά της δακτυλικά αποτυπώματα. Ανάμεσα σε θεούς που εξαφανίστηκαν, επεισόδια που παραλείφθηκαν, οικογένειες που δεν αναγνωρίστηκαν, πατρίδες που χάθηκαν και ήρωες που επέστρεψαν βάρβαροι, εμείς επιλέξαμε να κοιτάξουμε το δέρμα της Ελένης.
Ίσως, τελικά, να μην υπερασπιζόμασταν τον Όμηρο.
Ίσως να υπερασπιζόμασταν απλώς την ανάγκη μας να παραμένουν όλα όπως τα μάθαμε.
Διαβάστε επίσης:
Το Μουντιάλ που έγινε διαφημιστικό διάλειμμα
«Οδύσσεια»: Πρεμιέρα σήμερα στην Ελλάδα για την ταινία του Νόλαν
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια