Το PlayStation δεν σκοτώνει απλώς το δισκάκι, κηδεύει ένα μικρό τελετουργικό ιδιοκτησίας. Η απόφαση της Sony να σταματήσει από τον Ιανουάριο του 2028 την παραγωγή φυσικών δίσκων για νέα παιχνίδια του PlayStation δεν είναι μια ουδέτερη τεχνολογική μετάβαση. Είναι η στιγμή που μια βιομηχανία μάς κοιτάζει στα μάτια και λέει, σχεδόν ευγενικά «δεν αγοράζετε πια, συνδέεστε». Τα νέα παιχνίδια θα κυκλοφορούν μέσω PlayStation Store και ψηφιακών retailers, ενώ τα παλιότερα ή όσα προλάβουν να βγουν σε δίσκο πριν από το 2028 δεν επηρεάζονται. Το Reuters σημειώνει ότι τα ψηφιακά downloads ήταν ήδη περίπου το 80% των full-game sales της Sony στο οικονομικό έτος 2025.
Κάπως έτσι λειτουργεί ο ύστερος καπιταλισμός: πρώτα σε εκπαιδεύει να πατάς «αγορά» χωρίς να κρατάς τίποτα και μετά επικαλείται τη συμπεριφορά σου ως φυσική εξέλιξη. Σου κλείνει, ένα ένα, τα μονοπάτια της παλιάς χρήσης και μετά ανακοινώνει ότι ο κόσμος προτιμά τον αυτοκινητόδρομο. Το δισκάκι δεν ήταν μόνο νοσταλγικό αντικείμενο για συλλέκτες με ράφια και σκόνη, αλλά ήταν το δικαίωμα. Μπορούσες να το δανείσεις, να το πουλήσεις, να το ξεχάσεις, να το ξαναβρείς δέκα χρόνια μετά. Ήταν ένα μικρό αντι-μονοπώλιο μέσα στο σαλόνι. Μια υλική υπενθύμιση ότι το προϊόν, από ένα σημείο και μετά, είχε φύγει από το χέρι της εταιρείας και είχε περάσει στο δικό σου.
Στην ψηφιακή αγορά, όμως, αυτό που αγοράζεις είναι κυρίως άδεια χρήσης. Ένα εικονίδιο που μένει στην κονσόλα όσο λειτουργεί ο λογαριασμός, όσο ισχύουν οι όροι, όσο η πλατφόρμα θυμάται πως κάποτε πλήρωσες. Η λέξη «ιδιοκτησία» γίνεται UI illusion, ένα κουμπί, μια απόδειξη, μια βιβλιοθήκη που μοιάζει δική σου, αλλά κατοικεί σε ξένο σπίτι. Κι αυτό είναι το πιο ύπουλο σημείο, αφού η απώλεια δεν έρχεται με απαγόρευση, αλλά με ευκολία. Δεν σου παίρνουν το δισκάκι από τα χέρια. Σου λένε ότι δεν το χρειάζεσαι πια. Και η πιο αποτελεσματική μορφή εξουσίας ήταν πάντα αυτή που σε πείθει πως η απώλειά σου είναι προσωπική επιλογή, σχεδόν πρόοδος, σχεδόν απελευθέρωση από την «ταλαιπωρία» του να κατέχεις κάτι.
Εισιτήρια για το πουθενά
Η μουσική μάς εκπαίδευσε πρώτη να έχουμε τα πάντα χωρίς να μας ανήκει τίποτα. Πριν από τα video games, υπήρξαν τα CD, οι δίσκοι, οι κασέτες, τα βιβλιαράκια με στίχους, οι αφιερώσεις πάνω σε εξώφυλλα, οι δισκοθήκες που λειτουργούσαν σαν δημόσια δήλωση χαρακτήρα. Μπορεί να μην είχες διαβάσει όλα τα βιβλία σου ή να μην είχες ακούσει όλους τους δίσκους σου, αλλά η παρουσία τους έλεγε κάτι για σένα. Ήταν μια αυτοβιογραφία από χαρτόνι, πλαστικό και κακές εφηβικές επιλογές. Έμπαινες σε ένα σπίτι και καταλάβαινες άνθρωπο από τα ράφια του. Από το αν είχε Coltrane ή Πυξ Λαξ, Cure ή Βίσση, Rage Against the Machine ή «Best of 90s» από περίπτερο.
Σήμερα η μουσική βρίσκεται παντού, δηλαδή κινδυνεύει να μη βρίσκεται πουθενά. Το streaming αντιπροσώπευε το 2025 περίπου το 70% των παγκόσμιων εσόδων της ηχογραφημένης μουσικής, ενώ οι πληρωμένοι συνδρομητές έφτασαν τα 837 εκατομμύρια, σύμφωνα με την IFPI. Το τραγούδι δεν είναι πια αντικείμενο· είναι ροή. Δεν το βάζεις στο ράφι, το περνάς από αλγόριθμο. Δεν το δανείζεις, στέλνεις link. Δεν το χάνεις, αλλά ούτε και το βρίσκεις τυχαία μέσα σε ένα κουτί μετά από μετακόμιση. Η μουσική έγινε διαθέσιμη, αλλά έχασε ένα μέρος από το σώμα της.
Και μέσα σε αυτή την αυτοκρατορία της συνδρομής, το βινύλιο επιστρέφει σαν πολιτισμικό φάντασμα. Στις ΗΠΑ οι πωλήσεις βινυλίου ξεπέρασαν το 1 δισ. δολάρια το 2025, στη 19η συνεχόμενη χρονιά ανάπτυξης, ενώ το streaming παρέμεινε στο 82% των εσόδων της αγοράς. Αγοράζουμε δίσκους για να θυμηθούμε ότι η μουσική κάποτε είχε βάρος. Όπως κρατούσαμε εισιτήρια συναυλιών, τσακισμένα και ιδρωμένα, ως αποδείξεις ότι ήμασταν εκεί. Τώρα μπαίνουμε με QR code. Η εμπειρία μένει, το ίχνος εξαφανίζεται. Και η απώλεια σερβίρεται ως «ευκολία». Δεν έχεις πια ενθύμιο, έχεις confirmation email. Δεν έχεις χαρτί στην τσέπη, έχεις scan στην είσοδο. Η μνήμη περνάει από έλεγχο εγκυρότητας.
Η ψηφιοποίηση υποσχέθηκε την απελευθέρωση από το βάρος των αντικειμένων, αλλά αυτό που τελικά κατάφερε ήταν να μας απελευθερώσει από τον έλεγχο των πραγμάτων που αγοράζουμε.
Γιατί δεν θα κληρονομήσουμε τίποτα στα παιδιά μας
Το πραγματικό αστείο δεν είναι ότι θα έχουμε λιγότερα πράγματα, μα το ότι θα έχουμε λιγότερα πράγματα ικανά να επιβιώσουν. Ο άνθρωπος δεν έφτιαξε πολιτισμό μόνο για να καταναλώνει, τον έφτιαξε και για να αφήνει ίχνη. Να μπορεί κάποιος να ανοίξει ένα συρτάρι, να βρει μια φωτογραφία, ένα βιβλίο με υπογραμμίσεις, έναν δίσκο με γρατζουνιές, ένα παιχνίδι με φθαρμένο κουτί, ένα DVD με αγαπημένες ταινίες και να καταλάβει κάτι για εκείνον που έζησε πριν. Η μνήμη δεν μεταδίδεται μόνο με ιστορίες, μεταδίδεται και με αντικείμενα που λειτουργούν σαν σιωπηλοί μάρτυρες.
Η βιβλιοθήκη ενός σπιτιού ήταν κάποτε ο πιο τίμιος καθρέφτης του. Όχι επειδή όλα τα βιβλία είχαν διαβαστεί, ας μη γελιόμαστε, πολλές βιβλιοθήκες είναι και νεκροταφεία φιλοδοξιών, αλλά επειδή κουβαλούσαν επιθυμίες, εμμονές, διαδρομές. Ένα παιδί μπορούσε να βρει μέσα σε ένα παλιό βιβλίο μια αφιέρωση και να ανακαλύψει ότι οι γονείς του υπήρξαν κάποτε άνθρωποι με πάθη, όχι μόνο κουρασμένοι ενήλικες που πλήρωναν λογαριασμούς. Μπορούσε να πιάσει ένα δίσκο και να ρωτήσει «τι είναι αυτό;» κι εκεί άρχιζε η ιστορία. Όχι από κάποια μηχανή αναζήτησης, αλλά από χέρι σε χέρι.
Τι θα αφήσουμε τώρα; Κωδικούς; Οικογενειακά πακέτα; Λογαριασμούς που δεν μεταβιβάζονται; Μια ψηφιακή βιβλιοθήκη που πεθαίνει μαζί με το email ανάκτησης; Το κειμήλιο δεν έχει αξία επειδή είναι ακριβό, αλλά επειδή είναι επιβαρυμένο με χρόνο. Ένα παλιό PlayStation, ένα CD που κόλλαγε, μια φωτογραφία που τυπώθηκε στραβά, όλα αυτά είναι μικροί σκληροί δίσκοι συναισθήματος που περιέχουν το βάρος της χρήσης, όχι την ψευδαίσθηση της τελειότητας.
Η σχέση χρειάζεται υλικότητα. Χρειάζεται κάτι που φθείρεται, κιτρινίζει, σπάει, επισκευάζεται πρόχειρα. Γιατί μόνο ό,τι μπορεί να χαλάσει μπορεί να αγαπηθεί. Το άφθαρτο cloud είναι η πιο ύπουλη μορφή θνητότητας καθώς μοιάζει αιώνιο επειδή δεν το αγγίζεις, αλλά μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ούτε σκόνη. Κι όταν δεν μένει σκόνη, δεν υπάρχει ούτε ίχνος.
Ο Πολιτισμός του Fast Fashion
Ζούμε σε σπίτια που μοιάζουν όλο και περισσότερο με καλοφωτισμένες αίθουσες αναμονής. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα παιχνίδια έγιναν downloads και οι ταινίες συνδρομές. Είναι ότι ολόκληρος ο υλικός μας κόσμος συμπεριφέρεται σαν προσωρινή εγκατάσταση. Τα έπιπλα δεν αγοράζονται για να παλιώσουν μαζί μας, αλλά για να αντέξουν μέχρι την επόμενη μετακόμιση. Το γραφείο φουσκώνει στην πρώτη υγρασία, η βιβλιοθήκη λυγίζει, η ντουλάπα τρίζει σαν να παραιτείται από την έννοια της διάρκειας. Όλα είναι αρκετά καλά για τώρα κι αυτό το «τώρα» είναι η πραγματική πατρίδα της αγοράς. Ένα παρόν χωρίς βάρος, χωρίς συνέχεια, χωρίς εκείνη την αργή φθορά που μετατρέπει τα πράγματα από προϊόντα σε συντρόφους.
Fast furniture, έπιπλα με φθηνά υλικά από συμπιεσμένα ροκανίδια ξύλου και κόλλα έγιναν κοινωνική συνθήκη. Το τραπέζι που κάποτε κουβαλούσε οικογενειακά γεύματα, λογαριασμούς, παιδικές ζωγραφιές και καβγάδες, αντικαθίσταται από ένα προϊόν που δείχνει ωραίο στη φωτογραφία και διαλύεται όταν το σηκώσεις από λάθος γωνία. Η σταθερότητα έγινε αντιοικονομική, αφού το γερό αντικείμενο είναι κακό επιχειρηματικό μοντέλο, γιατί δεν επιστρέφει σύντομα στο ταμείο.
Το ίδιο συμβαίνει με τα ρούχα. Το fast fashion δεν πουλά απλώς φθηνή μόδα, αλλά την ιδέα ότι ο εαυτός πρέπει να ανανεώνεται με την ταχύτητα του feed. Ένα μπλουζάκι δεν χρειάζεται να αντέξει. Χρειάζεται να εμφανιστεί σε δύο stories και μετά να αποσυρθεί στο κάτω ράφι της ενοχής. Η UNEP υπολογίζει ότι κάθε χρόνο παράγονται 92 εκατ. τόνοι απόβλητα κλωστοϋφαντουργίας παγκοσμίως, ενώ από το 2000 έως το 2015 η παραγωγή ρούχων διπλασιάστηκε και η διάρκεια χρήσης τους μειώθηκε κατά 36%.
Ακόμη και οι φωτογραφίες έγιναν αέρινες. Το οικογενειακό άλμπουμ, όπου όλοι έβγαιναν λίγο άσχημοι αλλά αληθινοί, αντικαταστάθηκε από χιλιάδες εικόνες στο cloud. Έχουμε περισσότερες φωτογραφίες από ποτέ και λιγότερες αναμνήσεις που κοιτάμε. Γράφουμε «καλοκαίρι 2019» και ζητάμε από την τεχνητή νοημοσύνη να θυμηθεί για λογαριασμό μας. Η μνήμη έγινε υπηρεσία αναζήτησης. Κι όταν η μνήμη γίνεται υπηρεσία, κάποιος άλλος κρατάει τα κλειδιά. Ψηφιακά σκουπίδια, pixels που σαπίζουν σε κάποιο απρόσωπο σύννεφο της Google ή της Apple, καταδικασμένα στη λήθη.
Η τακτική της Μη-Δέσμευσης
Το σύστημα δεν θέλει να εξαφανίσει την ιδιοκτησία, μα θέλει να την κρατήσει για όσους μπορούν να την πληρώσουν ακριβά. Για τους υπόλοιπους υπάρχει πρόσβαση, leasing, streaming, cloud, δόσεις, ανανεώσεις, μικρές μηνιαίες χρεώσεις που μοιάζουν ακίνδυνες ακριβώς επειδή είναι μικρές. Δεν σου απαγορεύει να ζήσεις. Σου οργανώνει τη ζωή ως ατελείωτη ενοικίαση. Η οικονομία της συνδρομής είναι ευγενική φυλακή: δεν έχει κάγκελα, έχει αυτόματη ανανέωση.
Η προγραμματισμένη απαξίωση ξεκίνησε ως στρατηγική πάνω σε συσκευές: μπαταρίες που δεν αλλάζουν εύκολα, ανταλλακτικά που κοστίζουν όσο μια νέα αγορά, software που σταματά να υποστηρίζεται, προϊόντα που γερνούν νωρίτερα από όσο θα μπορούσαν. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ε.Ε. έφτασε να θεσπίσει κανόνες για το right to repair, ώστε η επισκευή να γίνει ευκολότερη, φθηνότερη και πιο προσβάσιμη, με καλύτερη πρόσβαση σε ανταλλακτικά και παράταση εγγύησης όταν ο καταναλωτής επιλέγει επισκευή. Όταν χρειάζεται νομοθεσία για να φτιάξεις κάτι που αγόρασες, η ιδιοκτησία έχει ήδη τραυματιστεί.
Σήμερα, όμως, η προγραμματισμένη απαξίωση δεν αφορά μόνο τα αντικείμενα αλλά και τη σχέση μας μαζί τους. Το ζητούμενο είναι να μην προλάβεις να δεθείς, να μη γίνει το αντικείμενο μνήμη, συνήθεια, κομμάτι της βιογραφίας σου. Γιατί ό,τι αγαπιέται αντιστέκεται στην αγορά. Το επισκευάζεις, το κρατάς, το μεταβιβάζεις. Κι η μνήμη είναι κακή πελάτισσα, δεν αγοράζει κάθε σεζόν.
Ο άνθρωπος όμως δεν είναι startup για να ζει μονίμως με beta version. Χρειάζεται πράγματα που τον βαραίνουν, τον καθυστερούν, τον γειώνουν όπως κι αντικείμενα που να του θυμίζουν ότι δεν γεννήθηκε σήμερα το πρωί με νέο update. Η στρατηγική της μη-δέσμευσης παρουσιάζεται ως ελευθερία. Στην πράξη είναι μια διαρκής αποσύνδεση από ό,τι θα μπορούσε να μας κάνει λιγότερο διαθέσιμους στην επόμενη αγορά. Όταν κάποιος δεν αναπτύσσει συναισθηματική δέσμευση με τα αντικείμενα γύρω του, μετατρέπεται στον τέλειο, απόλυτα χειραγωγήσιμο καταναλωτή. Ένας άνθρωπος χωρίς ρίζες στην ύλη είναι ένας άνθρωπος χωρίς δυνατότητα αντίστασης. Αν τίποτα γύρω μας δεν είναι μόνιμο, αν όλα είναι ρευστά, άυλα και ενοικιαζόμενα, τότε η έννοια της κοινωνικής σταθερότητας χάνεται. Τη θέση της παίρνει μια διαρκής, υποσυνείδητη υπαρξιακή αγωνία για την επόμενη δόση, την επόμενη συνδρομή, την επόμενη αναγκαστική αναβάθμιση. Η αποϋλοποίηση της ιδιοκτησίας είναι η απόλυτη, πιο εκλεπτυσμένη μορφή οικονομικής και κοινωνικής υποδούλωσης.
Κοινωνίες Χωρίς “Φαντάσματα”
Τι σημαίνει για την ψυχοσύνθεση μιας κοινωνίας το να ζει και να αναπνέει σε ένα περιβάλλον που στερείται παντελώς παρελθόντος; Τα αντικείμενα που κουβαλούν πάνω τους τα σημάδια του χρόνου, οι παλιές, βαριές βιβλιοθήκες, τα φθαρμένα εξώφυλλα των δίσκων, τα παλιά παιχνίδια, είναι τα “φαντάσματα” της ιστορίας μας. Και μια τέτοια κοινωνία χωρίς αντικείμενα που παλιώνουν είναι μια κοινωνία δεν είναι πιο ελεύθερη, είναι απλά πιο εύκολα διαχειρίσιμη. Η καρέκλα της γιαγιάς, το ρολόι που δεν δουλεύει αλλά κανείς δεν πετάει, το βιβλίο με αφιέρωση, το εισιτήριο που κιτρίνισε, το παιχνίδι που δεν παίζει πια αλλά επιμένει στο ράφι σαν αρχείο μιας εποχής. Είναι η αμηχανία του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Κι αυτή η αμηχανία είναι πολύτιμη.
Χωρίς αυτά, το παρελθόν γίνεται περιεχόμενο, αναρτάται επετειακά, αρχειοθετείται αλγοριθμικά, εμφανίζεται ως «memories from this day» και μετά ξαναχάνεται. Δεν το συναντάς τυχαία, μα σου σερβίρεται. Κι όμως η ανθρώπινη μνήμη χρειάζεται αταξία. Χρειάζεται να ψάχνεις ένα χαρτί και να βρίσκεις μια φωτογραφία. Ν’ανοίγεις ένα κουτί και να πέφτει από μέσα ένα εισιτήριο, ν’ αναρωτιέσαι γιατί κρατάς ακόμη εκείνο το «άχρηστο» πράγμα, μέχρι να καταλάβεις ότι δεν ήταν άχρηστο, απλώς δεν αποτιμάται.
Δεν χρειάζεται να αγιοποιήσουμε το παρελθόν. Δεν ήταν όλα καλύτερα όταν γρατζουνίζονταν CD, χάνονταν memory cards και τα εισιτήρια ξεθώριαζαν στο πορτοφόλι. Η νοσταλγία γίνεται εύκολα συντηρητισμός με φίλτρο sepia. Το ζήτημα δεν είναι να γυρίσουμε σε μια αγνή αναλογική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ μα το να καταλάβουμε τι χάνεται όταν κάθε σχέση με τον πολιτισμό γίνεται σχέση πρόσβασης.
Η κατάργηση των physical games από τη Sony είναι μεγαλύτερη από το PlayStation. Είναι ακόμη ένα καρφί στο φέρετρο της ιδιοκτησίας των πολλών. Όχι της ιδιοκτησίας ως συσσώρευσης, αλλά της ταπεινής ιδιοκτησίας του ανθρώπου που λέει «αυτό το κράτησα, αυτό το έζησα, αυτό μπορεί να με θυμίσει όταν δεν θα είμαι εδώ». Αν αφήσουμε πίσω μόνο δεδομένα, θα έχουμε ζήσει σε τέλεια αποθηκευμένες ζωές που κανείς δεν θα μπορεί πραγματικά να κληρονομήσει. Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ότι δεν θα μας θυμούνται οι πλατφόρμες. Θα είναι ότι θα μας θυμούνται μόνο αυτές. Το ψηφιακό αυτό «μπλόκο» δεν είναι μια λεπτομέρεια για φανατικούς των video games, αλλά είναι η κορυφή ενός τεράστιου παγόβουνου. Είναι το τελευταίο ξυπνητήρι που μας προειδοποιεί ότι χάνουμε οριστικά τον έλεγχο του υλικού μας πολιτισμού.
Διαβάστε επίσης:
Η αποδόμηση της βαρεμάρας και γιατί δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε
Η εργαλειοποίηση του Therapy-Speak
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια