Όσο κρατάει ένας καφές με τον ζωγράφο και συνθέτη Βασίλη Μαντζούκη

Το πρώτο από μία σειρά μουσικών βίντεο του Βασίλη Μαντζούκη κατ' αποκλειστικότητα στο koutipandoras.gr: Δύο μελοποιήσεις του στον Γουίλιαμ Μπλέικ με ερμηνευτή τον Λευτέρη Μουμτζή. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 21/01/2020 | 12:40

Ο Βασίλης Μαντζούκης ασχολείται ενεργά με την τέχνη της μουσικής από το 1996, αφού σπούδασε μουσική και αισθανόταν ανέκαθεν μουσικός. Για μία δεκαετία, ωστόσο, ασχολιόταν ταυτόχρονα με τη ζωγραφική, την οποία επίσης σπούδαζε στην ΑΣΚΤ. «Μέχρι το 2000 έπαιζα σε μαγαζιά λαϊκά και ρεμπέτικα για την επιβίωση» τον ακούω να μου λέει προτού αρχίσουμε να ξετυλίγουμε το νήμα της σημαντικής πορείας του στο χώρο. «Δεν ήρθαν σε ρήξη η εικαστική με τη μουσική τέχνη, καθώς ήταν ευκαιρία για μένα να μάθω τα λαϊκά τραγούδια. Έπαιζα στις ''Σκιές'', που τότε ήταν στα ντουζένια τους, αλλά και σε μεζεδοπωλεία, εκεί που υπήρχε μιαν ακόμη αναβίωση του ρεμπέτικου». Πριν απ' αυτή την εμπειρία, η μόνη σχέση που είχε ο ίδιος με τη λαϊκή μουσική ήταν μέσω του Τσιτσάνη, του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη χωρίς ποτέ να έχει εντρυφήσει.

Γεννημένος εδώ, ο Βασίλης μεγάλωσε στην Καλαμάτα και ξανάρθε μόνιμα στην Αθήνα το 1993 σε ηλικία 19 ετών με σκοπό να σπουδάσει μουσική. Τελικά παράτησε τη σύνθεση και έγινε ζωγράφος, μαγεμένος από τα εικαστικά. «Οι γονείς μου δεν θα έλεγα ότι είχαν μεγάλη σχέση με τις τέχνες. Ο πατέρας μου τραγουδάει και ζωγραφίζει - σίγουρα απ' αυτόν το ''πήρα'' - αλλά προτίμησε να γίνει ηλεκτρονικός. Υπήρχε ένα αριστερό παρελθόν, γι' αυτό και μεγαλώσαμε με Θεοδωράκη, Μικρούτσικο, Λεοντή, Λοΐζο κλπ».  Η μικρότερη αδερφή του είναι μεταφράστρια και σήμερα δουλεύει κι αυτή στο «Baumstrasse». Αρχικά ο Βασίλης δήλωσε στους δικούς του ότι θα γίνει αρχιτέκτονας, αφού τα πήγαινε καλά με τις θετικές επιστήμες και το συγκεκριμένο αντικείμενο είχε μία καλλιτεχνία. Τελικά σπούδασε κιθάρα στο Εθνικό Ωδείο, ενώ αργότερα, στο Χολαργό, παρακολούθησε μαθήματα με έναν Βούλγαρο δάσκαλο. «Πέρναγα γρήγορα τα πτυχία για να έμπαινα κατευθείαν στο τμήμα της σύνθεσης, εκεί πάνω όμως ήρθε το στρατιωτικό, που δεν έπαιρνε αναβολή. Έχοντας, έτσι, μια ευχέρεια στο σχέδιο, μπήκα στην Καλών Τεχνών και πέρασα πραγματικά υπέροχα»

Ως εικαστικός, ο Βασίλης έκανε μια μεγάλη ατομική έκθεση το 2003, τότε που αποφάσισε και ότι δεν τον ενδιαφέρει άλλο η καθημερινότητα του ζωγράφου. Του ζητώ να γίνει πιο συγκεκριμένος: «Ήταν πολύ μοναχική η ζωή στο ατελιέ, ενώ δεν με ενθουσίαζε και ο κύκλος των ζωγράφων. Έβλεπα τη ζωή μου και την πορεία μου στην Αθήνα. Με συγχαίρονταν, ας πούμε, συνάδελφοι 60 ετών, σύγκρινα εμένα μ' αυτούς κι αναρωτιόμουν ''Αυτή τη ζωή θά'χω κι εγώ;'' και δεν μου άρεσε». Έτσι, από το 2004 στράφηκε ολοκληρωτικά στη μουσική και ρόλο σ' αυτό έπαιξαν κάποιες αναθέσεις, παραγγελιές για δουλειά. «Εμένα μ' ενδιαφέρει ακόμη η καθημερινότητα μου» εξηγεί, «το να ταιριάζει αυτό που κάνεις με μιαν ευχαρίστηση για όλες τις ώρες. Τη βρήκα εν τέλει στη μουσική, που είναι μια αμεσότερη τέχνη». Μήπως, όμως, το λέει αυτό, έχοντας χτίσει ήδη πράγματα; Κι εδώ αναφέρομαι στο «Baumstrasse» που αποτελεί πλέον σχολή στην Αθήνα. Μου απαντάει πως σε μια κρίσιμη στιγμή, το 2006, σκέφτηκαν σοβαρά μαζί με τη Μάρθα Φριντζήλα να τα παρατήσουν όλα και να μετακομίσουν στο Παρίσι, προέκυψαν όμως κάποιες ωραίες δουλειές, όπως η συνεργασία με το Εθνικό, κι έτσι έμειναν εδώ. Αργότερα, η επιβίωση του βασίστηκε πολύ σε ότι έκανε στην Ευρώπη, οπότε έζησε από κοντά τον δυτικό τρόπο ζωής. «Συνεργαζόμενος με τους Rootless Root και βγαίνοντας έξω συχνά, συνειδητοποίησα ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρων ο τρόπος ζωής στην Αθήνα κι αυτό μας οδήγησε στη δημιουργία του ''Baumstrasse''»

Ρωτάω τον Βασίλη να σκεφτεί και να μου πει πως θα ήταν σήμερα η ζωή του αν δεν είχαν σμίξει οι δρόμοι τους με τη Μάρθα Φριντζήλα. «Στην ουσία μεγαλώσαμε μαζί με τη Μαρθούλα και η πρώτη μας σχέση δεν ήταν ερωτική, αλλά συνεργατική. Μάθαμε να δουλεύουμε μαζί, εκπαιδευτήκαμε και συγκροτήσαμε τις γνώσεις μας. Προφανώς και θα ήταν διαφορετική η ζωή μου ακόμη κι αν ήμουν ένας μουσικός». Μεταξύ τους, η Μάρθα, που είναι Κριός στο ζώδιο, λειτουργεί και ως ο πολιορκητικός Κριός. Εκείνος, ως Ζυγός, μπαίνει λίγο πιο μετά στις δουλειές. Του θυμίζω κάτι που είχα σχολιάσει στη Μάρθα, στην πρόσφατη συνέντευξη της για το koutipandoras.gr, ότι ναι μεν έκανε τις μεγάλες συνεργασίες της με συνθέτες, αλλά δεν έπαψε ποτέ στην ουσία να ασχολείται με τα δικά της, συνεχίζοντας στην ουσία μια μοναχική πορεία μαζί με τον σύντροφο της. «Άμα μπεις νωρίς στη δουλειά, καταλαβαίνεις και τι σ'ενδιαφέρει σε προσωπικό και σε επαγγελματικό επίπεδο. Αποκτάς στόχους που δεν συναινούν με τους στόχους κάθε εποχής».

Ο Μαντζούκης δεν δηλώνει τραγουδοποιός, αφού δεν θέλησε ποτέ να μοιραστεί τις δημιουργίες του, τα τραγούδια του. Μόνο ένα δίσκο έκαναν με τραγούδια, πάντα μαζί με τη Μάρθα, αλλά έκτοτε μπλέχτηκε για τα καλά με τις μουσικές για χορό και θέατρο και, κυρίως, για αρχαίο δράμα. «Δεν είναι απλό να συνθέτεις τραγούδι για τόσο μεγάλα λόγια, σαν αυτά του αρχαίου δράματος. Θες πολλούς μήνες προετοιμασίας και δουλειάς για να δώσεις κάτι σε σχέση με τις δραματουργικές ανάγκες». Πως βιώνει σήμερα την καθημερινότητα του μουσικού, αφού παλιότερα τον είχε απωθήσει η αντίστοιχη καθημερινότητα του ζωγράφου; «Κατά τη γνώμη μου, ένα πρόβλημα με την ευρύτερη καλλιέργεια τό'χουν όλοι οι καλλιτέχνες. Έβλεπα κάθε κλάδο καλλιτεχνικό να ασχολείται μόνο με τα δικά του. Εξέλαβα, έτσι, τη μουσική σαν μια τέχνη που κινείται πιο δραστικά μεσ' στην κοινωνία και σε φέρνει κοντά και μ' άλλα πράγματα, όπως την ποίηση και το σινεμά». Ο Βασίλης αυτοπροσδιορίζεται ως νερντ στη συλλογή της γνώσης και οι περιορισμένες κουβέντες με τους εικαστικούς τον έκαναν ακόμη πιο πολύ αρνητικό στο μοντέλο ζωής τους. «Έπεφτε στο τραπέζι μια γνωστή ταινία, του Ταρκόφσκι π.χ., και κοιταζόντουσαν. Το ίδιο και στους μουσικούς κύκλους, μόνο που οι μουσικοί ήταν πιο δεκτικοί σαν άνθρωποι»

Ως συνθέτης επίσης περνάει μοναχικά, αλλά πάντα θα προκύψει κάτι ώστε να βρεθεί επί σκηνής με άλλους μουσικούς. Στην ερώτηση μου αν πάντα ένιωθε την ανάγκη επικοινωνίας με τους άλλους, απαντάει μονολεκτικά «Ποιος δεν την έχει;» και συνεχίζει: «Ήμουν μοναχικός, αλλά αυτή η ανάγκη επικοινωνίας είναι το ίδιο σημαντική με τη μοναχικότητά μου. Χρειάζομαι τους ανθρώπους, αλλά δεν είμαι ο τύπος των PR. Θεωρώ ότι έχω μια σχέση εκτιμημένη σωστά με τους άλλους. Είμαι και ανοιχτός πάντα σε καινούργια πρόσωπα και στο τι λένε». Η μόνιμη σχέση και συμβίωση του με μία γυναίκα προέκυψε λόγω Μάρθας, όπως παραδέχεται. «Τακιμιάσαμε τόσο γρήγορα που ήταν μοιραίο, δεν υπήρχε λόγος να αναρωτιέμαι κάτι για μιαν άλλη σύντροφο. Δέσαμε και δεν μας απασχόλησε ποτέ άλλο πρόσωπο»

Αυτή τη στιγμή ο Βασίλης συνθέτει μουσική για παραστάσεις του «Baumstrasse» και όχι μόνο, σχεδιάζοντας συνήθως και το σκηνικό. Έχουν κάνει μαζί με τη Μάρθα γύρω στις τριάντα παραστάσεις χωρίς να θυμάται με ακρίβεια το νούμερο. Ο δίσκος τους που βγήκε το 2007 περιείχε τραγούδια του, γραμμένα και πριν από μία δεκαετία, τα οποία η Μάρθα τον παρακίνησε να τα δημοσιοποιήσει. «Στην αρχή αρνούμουν, γιατί δεν ταίριαζαν όλα μεταξύ τους, η Μάρθα όμως με ''κατάφερε''. Δίσταζα να βγάλω τραγούδια, γιατί δεν είχαν καμία φαινομενική σχέση. Είπαμε ότι θα γίνει σαν ένα μωσαϊκό κι έτσι βγήκε». Το παράδοξο είναι ότι ο δίσκος δεν «περπάτησε» στον καιρό του, αλλά σήμερα έχει απήχηση στους νέους μουσικούς. Τον βρίσκει κανείς στο site που έχει φτιάξει ο Μαντζούκης, στο οποίο «ανεβάζει» μουσικές του, το www.vassilismantzoukis.com. «Εκεί ανεβάζω κομμάτια μου για χορό και για θέατρο, ανέκδοτες μουσικές, που μπορεί κανείς ν' ακούσει ή να ''κατεβάσει'' - αγοράσει». Μου λέει πως τον ενδιέφερε η δισκογραφία και πολύ μάλιστα, αλλά δυστυχώς πλέον ο καθένας κάνει μόνος του τους δίσκους του. «Οδηγήθηκα στο να φτιάξω έναν προσωπικό ιντερνετικό χώρο, που μου έλειπε, και για συνεργάτες, ακροατές από το εξωτερικό. Μου ζητούσαν ν' ακούσουν πράγματα και δεν ''υπήρχα'' πουθενά. Το site είναι πολύ πλούσιο, καθώς βρίσκει κανείς και άφθονο φωτογραφικό υλικό»

Θέλω να μου πει αν βίωσε καθόλου ανταγωνισμό, μπαίνοντας ο ίδιος σε μια οικογένεια μουσικών, στην οποία ανήκε ήδη η σύντροφος του. «Οι μουσικοί στην Ελλάδα, τουλάχιστον από ένα επίπεδο και πάνω, δεν είναι πολλοί, οπότε γνωριζόμαστε μέσα στα χρόνια. Είχα πάντα καλές σχέσεις, πρέπει όμως να πω ότι και η δουλειά μου ήταν χαρακτηριστική και δεν είχα ανάγκη να μπω στο χωράφι κανενός». Στη συνέχεια, μιλάμε ξανά για τη δισκογραφία και πέφτουν ονόματα ανεξάρτητων εταιρειών που επιμένουν...βινυλιακά. Μου δηλώνει πως θα τον ενδιέφερε, αλλά προς τα κει κινούνται και ως Baumstrasse! «Υπάρχει ένα σχέδιο να επεκτείνουμε το ''Baumstrasse'' και στα εκδοτικά με βιβλία και ποιητικές συλλογές φίλων. Αυτή τη στιγμή περιμένουμε να αποδεσμευτούν τα χρήματα από μια επιχορήγηση με σκοπό να πάνε κατευθείαν στα νεοσύστατα εκδοτικά μας. Επομένως, έχω λαχτάρα και όρεξη ν' αρχίσω να τυπώνω και τα δικά μας βινύλια». Όνειρο του είναι να αρχίσει να εκδίδει κάποια στιγμή, ως Baumstrasse, δίσκους φίλων του μουσικών, που ασχολούνται από το τραγούδι μέχρι το θόρυβο και τον πειραματικό ήχο. Απ' την άλλη κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε να έμενε πίσω η δική του δουλειά. 

Ένας ελληνικός δίσκος που του άρεσε τελευταία ήταν αυτός των Lemonostifel, μιας μπάντας από τη Θεσσαλονίκη που πλέον δρα στην πρωτεύουσα. Κάνουν κι αυτοί βινύλια. Εκτιμά ακόμη τους Usurum, οι οποίοι ήταν μαθητές του. «Ο τρίτος δίσκος των παιδιών είναι αριστούργημα! Δουλεύουν με τον τρόπο που μου αρέσει, με τον τρόπο του Πέτρου Μάλαμα επίσης» τον ακούω να λέει όλο ενθουσιασμό! 

Τον καιρό αυτό, ο Βασίλης Μαντζούκης συνεργάζεται με τον Κύπριο Λευτέρη Μουμτζή - Freedom Candlemaker. Συγκεκριμένα, έχουν φτιάξει δύο κομμάτια σε στίχους Γουίλιαμ Μπλέικ απ' τα «Τραγούδια της Αθωότητας». «Σε ένα βίντεο ένωσα τις δύο μελοποιήσεις μου με ερμηνευτή τον Λευτέρη. Είναι το πρώτο από μια σειρά συνεργασιών που οδήγησαν σε μικρά μουσικά βίντεο, τα οποία σκέφτομαι εγώ και σκηνοθετεί η Μάρθα». Τον πετυχαίνω σε ιδιαίτερα δημιουργική φάση αν υποτεθεί πως επίκεινται οι συναυλίες τους με τους Usurum στον Σταυρό του Νότου, όπως και με το συγκρότημα του Μιχάλη Σιγανίδη στο Ίδρυμα Νιάρχος στις αρχές Φλεβάρη. Έχει γράψει, ακόμη, τη μουσική σε ένα ντοκιμαντέρ για την ιστορία των εκδόσεων «Βαβέλ», που, όπως όλα δείχνουν, θα κάνει πρεμιέρα στο φετινό επερχόμενο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Τέλος, με τους Rootless Root θα έχουν πρεμιέρα την 1η Απριλίου με το καινούργιο έργο τους, που λέγεται «Stones & Bones», για τη Στέγη. «Πρόκειται για ένα έργο που χρειάζεται να γράψω για κουαρτέτο ηλεκτρικής κιθάρας και τσέλο». Κι όταν τον ρωτάω αν κινδυνεύει να χάσει τον ιδιωτικό του χρόνο μέσα σε τόση δουλειά, απαντάει ως εξής: «Ένα διάστημα κινδύνεψα να ''καώ''. Τώρα έρχονται τα πράγματα όπως τα θέλω, ενώ έμαθα να λέω και τα όχι μου. Δεν είναι εύκολο ένας καλλιτέχνης να λέει όχι κι εκεί εγώ την πάτησα, αφού για λόγους ευαισθησίας δεν αρνούμουν σε κανέναν τη συνεργασία μου, σιγά - σιγά όμως βρέθηκα να δουλεύω σαν τζουκ μποξ! Υπερτίμησα τις ικανότητες μου ίσως, ενώ δουλειές που μου έφεραν αρκετά χρήματα, με έκαναν να νιώθω δυστυχής για τους επόμενους τέσσερις μήνες. Δεν αναφέρω ονόματα, γιατί μόνο τα ονόματα δεν ευθύνονταν. Έχασα το ενδιαφέρον μου και άρχισα να μη βγαίνω, να μην πηγαίνω σε δικές μου πρεμιέρες, να χάνω τη στοιχειώδη χαρά του πράγματος»

Ο καφές με τον Βασίλη Μαντζούκη φτάνει στο τέλος του ύστερα από μία ώρα συζήτησης. Έμαθα όλα όσα ήθελα να μάθω γι' αυτή την περίπτωση ενός εναλλακτικού καλλιτέχνη που δραστηριοποιείται στο κέντρο της Αθήνας, στο «Baumstrasse», που ίδρυσαν από κοινού με τη Μάρθα Φριντζήλα. Τον ευχαριστώ για το χρόνο του και για την παραχώρηση του βίντεο του, για την πρώτη του έξοδο αποκλειστικά στο koutipandoras.gr:

* Οι φωτογραφίες του άρθρου είναι του Mike Rafail (www.tidesandfloors.com)