Όσο κρατάει ένας καφές με τον τραγουδοποιό Δημήτρη Βεριώνη

«Η καλή γνώμη ενός αγνώστου ανθρώπου ισοδυναμεί με όλα τα Grammy του κόσμου»

Αντώνης Μποσκοΐτης 09/08/2019 | 12:18

Η συζήτηση με τον Βεριώνη ξεκινά με το πόσο δημιουργικός είναι παρόλο που δεν αξιώθηκε την προβολή από τον μουσικό Τύπο. «Τέσσερις δίσκους έχω κάνει» μου υπενθυμίζει, «και ο ένας ήταν διπλός μάλιστα». Πως είναι, επομένως, για κάθε συνάδελφό του σήμερα να τυπώνει ιδίοις εξόδοις τις δουλειές του, να λειτουργεί δηλαδή αυτοδιαχειριζόμενα δίχως μία εταιρεία από πίσω του; «Υπάρχει μία καλή και μία κακή πλευρά» σπεύδει να μου εξηγήσει: «Η καλή πλευρά είναι ότι κάνεις ότι θέλεις χωρίς να'χεις κάποιον περιορισμό ή να λογοδοτείς σε κάποιον. Η κακή πλευρά είναι ότι κάνεις έναν αυτοαναφορικό κόπο, εκδίδεις δηλαδή τους δίσκους σου, αλλά δεν περιμένεις τίποτα κι από κανέναν ή, σχεδόν, από κανέναν». Εδώ αναφέρεται στην κατάσταση στη δισκογραφία, τη χειρότερη των τελευταίων σαράντα χρόνων, αλλά και στα ραδιόφωνα, που δεν έχουν διάθεση να ασχοληθούν με τραγουδοποιούς του δικού του βεληνεκούς. 

Ακούω τον Βεριώνη να λέει πως στην ουσία αυτός, όπως και πολλοί άλλοι, είναι ανύπαρκτοι, κάτι που φαίνεται πολύ σκληρό. Έχει άποψη και επ' αυτού, πάντως: «Η μουσική στο ραδιόφωνο είναι ένα διάλειμμα μουσικών διαφημίσεων ανάμεσα στις πραγματικές διαφημίσεις, που είναι και το πραγματικό τους αντικείμενο. Θα πρέπει ν' αγοράσεις το τάδε καρτοκινητό και μέχρι να σε πείσουμε να το αγοράσεις, ενδιαμέσως ακούμε τραγούδια, τα οποία μπορεί νά'ναι καλά ή κακά, αυτό δεν έχει τόσο σημασία, όσο να'ναι αναγνωρίσιμα». Δεν έχει άδικο ο Βεριώνης! Έτσι εξηγείται γιατί όλο και λιγότερο ρισκάρουν οι σταθμοί να παίξουν άγνωστα τραγούδια. Συνεχίζει: «Θα ακούσεις το τραγούδι του Χατζηγιάννη ή του Μαραβέγια - λέω τυχαία ονόματα τώρα -, αλλά το hit! Δεν πρόκειται δηλαδή ν' ακούσεις κάτι άλλο, ακόμη κι απ' αυτούς, που ενδεχομένως θά'χει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ένα δίσκο τους ή, απλώς, δεν θα'ναι τόσο πολύ φαγωμένο». Η μουσική έχει καταντήσει εν ολίγοις το soundtrack της συνήθειας, αφού κρίνεται ως καλή ή ως εμπορεύσιμη μόνο αν κάνει τον ακροατή να μην αλλάξει σταθμό. Κι εδώ ακριβώς μπαίνει στη συζήτηση μας το θέμα της κατασκευής γούστου και μιας κατευθυνόμενης αισθητικής. 

«Ίσως αν είχα το απαστράπτον ταλέντο, να τά'χα καταφέρει κι εγώ» εξομολογείται με αυτοσαρκαστική διάθεση ο Βεριώνης. Παρόλα αυτά, δεν «μασάει», αφού, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, γράφει τα κομμάτια που ο ίδιος θα ήθελε ν' ακούσει. «Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι με μεγαλύτερες δυνατότητες σε οτιδήποτε συνιστά αυτό που λέμε ταλέντο ή μουσικότητα, αλλά θεωρώ ότι αρθρώνω το δικό μου λόγο, με τον τρόπο που εγώ μπορώ κι αυτό είναι αρκετό»

Η καταγωγή του Δημήτρη Βεριώνη είναι από την Αθήνα, από τη μεριά του πατέρα του, και από την ορεινή Αρκαδία, από το τελευταίο χωριό πριν τη Μεσσηνία, από τη μεριά της μητέρας του. Παράξενο, του λέω, καθώς η αίσθηση που αφήνουν στον ακροατή τα τραγούδια του είναι αυτή μιας νησιώτικης καταγωγής. Έχει ρίζες στα νησιά και συγκεκριμένα στις Κυκλάδες, μαθαίνω, αφού οι πρόγονοί του σχετίζονταν με τα Κύθηρα και τη Σύρο. Ο ίδιος πάλι αγαπάει τη Νάξο: «Αλήτεψα πάρα πολύ στα νησιά και ειδικά στη Νάξο, όπου πρωτοπήγα το 1988, σε εντελώς χύμα συνθήκες. Σκέψου ότι η Αγία Άννα, που σήμερα θεωρείται απ' τα πιο τουριστικά μέρη της Νάξου, τότε ήταν μια σειρά από αμμόλοφους χωρίς καν ενοικιαζόμενα δωμάτια και ταβέρνες. Ζούσαμε σε καλαμόσπιτα ή χύμα στην παραλία. Αυτό είναι το καλοκαιρινό μου σύμπλεγμα που δεν ξέρω πως πήγε και φύτρωσε μεσ' στα τραγούδια μου»

Τα τραγούδια του Βεριώνη είναι χαρούμενα και λένε σοβαρά πράγματα με έναν φαινομενικά ανέμελο τρόπο. Δεν είναι εύκολο να το πετύχει κανείς αυτό! Ο ίδιος πάντως θεωρεί πως του βγαίνουν αβίαστα, φυσικά, ενθυμούμενος όταν πρωτόπιασε κιθάρα στα χέρια του. «Στα 11 μου άρχισα ν' ασχολούμαι με την κιθάρα κι είχα έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τον Κύπριο συνθέτη Αδάμο Κατσαντώνη, αναγνωρισμένος σήμερα στο εξωτερικό και πολυβραβευμένος μάλιστα στη βόρειο Κορέα! Ήταν τέτοιος ο τρόπος διδασκαλίας του που με έκανε να αγαπήσω τόσο την κιθάρα, ώστε να μην ασχολούμαι με τις νότες, τις νοτούλες και όλα τα θεωρητικά». Σύμφωνα, πάντως, με τον Βεριώνη, η αιτία που θα πιάσει κανείς την κιθάρα είναι η...χυλόπιτα και όχι κάποιο θεόσταλτο ταλέντο. «Όταν αρχίζεις και την ψάχνεις με το έτερον ήμισυ, τότε αρχίζει και κάτι να γίνεται, να εισέρχεσαι σε μία άλλη κατάσταση»

Στην εφηβεία του ξεκίνησε να γράφει κάποια «τραγικά» πράγματα, που είχαν να κάνουν με τα ερωτικά σκιρτήματα. Στην αδερφή του και στα ξαδέρφια του, που τον πέρναγαν ηλικιακά, χρωστά τα rock ακούσματα του και την απόδραση από τη μουσική της εποχής του: «Θυμάμαι που καθόμουν μόνος μου, θέλοντας να ξεχωρίσω απ' τους γονείς μου, ακούγοντας στο αυτοκίνητο πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Σημείωνα καλλιτέχνες και τίτλους τραγουδιών που μου άρεσαν. Για κάνα χρόνο πέρασα και τη φάση του heavy metal». Ύστερα ήρθαν οι ακαδημαϊκές σπουδές, πολύ αργότερα όμως από τη συνηθισμένη ηλικία. Ξεκίνησε να σπουδάζει στα 32 του και σήμερα είναι απόφοιτος του τμήματος Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Φέτος ολοκλήρωσε και τις σπουδές του στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, οι οποίες συνέβαλαν στην ένταξη του στο δημόσιο, κατόπιν διαγωνισμού. 

Ο πρώτος του δίσκος κυκλοφόρησε το 2006 σε διανομή αρχικά της SONY κι έπειτα του Μουσικού Ταχυδρομείου. Αρωγός του ήταν ο Μανώλης Φάμελλος, ο οποίος συμμετείχε στο δίσκο μαζί με τον Νίκο Ζιώγαλα και τον Μάνο Πυροβολάκη. Η ιστορία που μου αφηγείται έχει ενδιαφέρον: «Το 1994 έπαιζα μπάσο στον Βασίλη Καζούλη, δίνοντας για ένα χρόνο συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Έτσι γνώρισα τον Φάμελλο και τον Ζιώγαλα. Με τον Ζιώγαλα κάναμε πολύ παρέα εκείνα τα χρόνια και μάλιστα του είχα δώσει στίχους μου για ένα τραγούδι του, που τελικά είπε η Αναστασία Μουτσάτσου. Στις συναυλίες των Ζιώγαλα - Μουτσάτσου, συνάντησα και τον Πυροβολάκη, άρα μου ήταν οικείοι αυτοί οι άνθρωποι για να τους προσεγγίσω». Με άλλα λόγια, ο Βεριώνης ζούσε ως ημιεπαγγελματίας μουσικός, κάνοντας και μιαν άλλη δουλειά, αφού έβλεπε ότι οι πόρτες δεν θα ήταν ορθάνοιχτες. Έτσι ξεκίνησε να ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια το 2004 ως ανεξάρτητος παραγωγός του εαυτού του. 

Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι να βγάλει το δεύτερο άλμπουμ με τραγούδια του, στο οποίο συμμετείχε ο αειθαλής Δάκης. Ξεκίνησε να ηχογραφείται το 2008 και τελείωσε το 2010 με τελευταίο πράγμα την ηχογράφηση της φωνής του Δάκη. Το «Μαγεμένο καλοκαίρι» - αυτός ήταν ο τίτλος του τραγουδιού - συνεχίζει να έχει μεγάλη σημασία για τον τραγουδοποιό, αφού ο Δάκης δεν τον γνώριζε. Ωστόσο, αν και ο δίσκος ήταν έτοιμος από το 2010, η περίοδος παρατεταμένης ανεργίας που πέρναγε τότε ο Βεριώνης, έκανε απαγορευτική την κυκλοφορία του. Έπρεπε να βρει δουλειά την άνοιξη του 2012 για να μπορέσει τελικά να βγάλει το δίσκο στα τέλη της ίδιας χρονιάς. 

Ρωτάω τον Βεριώνη αν μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου δίσκου, είχε καταλάβει πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση στο θέμα της επικοινωνίας. «Ήδη ήταν δύσκολα» μου απαντάει, «αλλά όταν ξεκινούσα να ηχογραφώ, το 2004 μπορούσες να έχεις μια πρόσβαση στα ραδιόφωνα, ακόμα και να πούλαγε το προϊόν σου. Και, πράγματι, ο πρώτος μου δίσκος είχε πουλήσει περισσότερο συγκριτικά με τους επόμενους χωρίς να σημαίνει ότι έκανε φανταστικές πωλήσεις. Τα πράγματα κατάλαβα ότι είχαν αλλάξει δραματικά, όταν ραδιοφωνικοί παραγωγοί ήταν από αδιάφοροι έως εχθρικοί, του στυλ ''Φίλε, δεν θα το ακούσουμε, άντε γεια''...Μιλάω για τους ίδιους που σήμερα μπορεί να τους ακούς να λεν ότι η ποιοτική ελληνική μουσική παίζεται μόνο απ' τις συχνότητες τους». Μα είναι δυνατόν να μην τον στήριξε κανένας ραδιοφωνικός σταθμός; Απαντάει πως ουσιαστικά τον στήριξε μόνο το κρατικό ραδιόφωνο, ο σταθμός Στο Κόκκινο 105.5 και κάποιοι δημοτικοί σταθμοί στην επαρχία. Με ενημερώνει πως τα πράγματα έχουν αλλάξει και στην επαρχία: «Όταν έβγαλα τον τελευταίο δίσκο, έστειλα email, ''Αν θέλετε σας στέλνω ένα wetransfer με όλο το υλικό ή και το CD ταχυδρομικά. Λίγοι ανταποκρίθηκαν, δύο στους δέκα, ας πούμε. Το τράτζικ ήταν όμως στην Αθήνα, όπου είχα στείλει ένα ίδιο email μαζί με ένα ενδεικτικό mp3 σε όλα τα ραδιόφωνα. Μου απάντησε μόνο ένας ραδιοφωνικός σταθμός και απ' ότι είδα αργότερα, δεν ''κατέβασαν'' καν το wetransfer...Τα λέω έξω απ' τα δόντια τώρα, γιατί τι έχω να χάσω; Το στάτους μου;» (γελάει)

Το εξώφυλλο του τρίτου άλμπουμ του Δημήτρη Βεριώνη (βιβλίο + δύο CDs) από τις εκδόσεις Μετρονόμος

Με εντυπωσιάζει το γεγονός πως ενώ ένας οποιοσδήποτε άλλος θα αποκαρδιωνόταν, ο Βεριώνης την άνοιξη του 2016 προχώρησε στην έκδοση ενός ακόμη άλμπουμ, αποτελούμενου κιόλας από δύο CD σε μορφή βιβλίου. «Με το έργο αυτό εκπλήρωσα το όνειρο μου» εξηγείται δίχως απολογητική διάθεση. «Ανέκαθεν μου άρεσε να αφηγούμαι ιστορίες με τα τραγούδια κι εδώ είχα δύο διαφορετικούς θεματικούς πυρήνες, εξ ου και το διπλό CD. Ο ένας πυρήνας ήταν το καλοκαίρι σαν εποχή και ο άλλος, η μνήμη, που με αφορά πάρα πολύ» (τη στιγμή αυτή μια σφήκα κατευθύνεται προς το μέρος μας και σηκώνομαι για να τη διώξω. «Τα ραδιόφωνα την έστειλαν, Αντώνη, γι' αυτά που λέω τόση ώρα» σχολιάζει ο Βεριώνης και γελάμε. Η σφήκα εξαφανίζεται και η κουβέντα μας συνεχίζεται). Οι έντονες μνήμες ήταν αυτές που ώθησαν τον δημιουργό να γράψει πρώτα τους στίχους και μετά τις μουσικές, όπως συνέβη π.χ. στα τραγούδια που έφτιαξε για τον Αλέκο Παναγούλη και τον Διομήδη Κομνηνό. Το ίδιο και στα τραγούδια του για τη γνωριμία των γονιών του, όπως και για τη Μάριον Σίβα. «Στο άλμπουμ αυτό έκανα ότι ήθελα, δεν υπήρχε κανένας συμβιβασμός ακούσιος. Ήξερα εξ αρχής ότι το εγχείρημα είναι καταδικασμένο, αφού παρά τριάντα δευτερόλεπτα όλο το υλικό διαρκεί 100 λεπτά. Υπολόγισε και το ότι βγήκε μαζί με βιβλίο σε μία εποχή που κανείς δεν ψάχνει»

Φτάνουμε και στο τελευταίο άλμπουμ του που επισήμως κυκλοφόρησε στα τέλη του 2018. Ούτε χρόνος δηλαδή. Τα πράγματα είναι διαφορετικά, εφόσον, σύμφωνα με τον Βεριώνη, περιέχει τραγούδια, όλα φτιαγμένα μέσα σ' ένα δίμηνο. Με ενημερώνει πως σκοπός του ήταν να καταγράψει αυτόν ακριβώς τον τρόπο γραφής, αλλά μέσα από μία και μοναδική ερωτική ιστορία. Το δίσκο αυτό τον καταδιασκέδασε, όπως και τον προηγούμενο, αν και βασικά πάντα απολαμβάνει να ακούει τις δουλειές του. Τον ρωτάω ξανά αν τον πονάει το ότι οι δουλειές αυτές δεν φτάνουν στον κόσμο, με το φόβο να γίνω δυσάρεστος. Η απάντηση του δείχνει πως, τελικά, δεν γίνομαι δυσάρεστος: «Με πονάει, ναι, αλλά όλο και λιγότερο. Οι προσδοκίες διαπλάθονται στην πορεία. Στον πρώτο δίσκο είχα την ελπίδα ότι κάτι θ' ακουστεί. Όταν στο δεύτερο δίσκο είδα ότι δεν ακούγεται καθόλου παραέξω, οι προσδοκίες μου για τον τρίτο δίσκο ήταν σαφώς μικρότερες, αλλά παράλληλα ένιωσα και πολύ απελευθερωμένος». Δεν θα προτιμούσε ωστόσο να έχει μια εταιρεία από πίσω του; Δεν το αρνείται, υπό την έννοια μόνο της χρηματικής υποστήριξης. «Και τώρα, όμως, χρεωμένος είμαι» εξομολογείται. «Μη γελιόμαστε, τραγουδοποιούς της δικής μου εμβέλειας, απλά οι δίσκοι τους ''βάζουν'' μέσα. Ούτε και στα live πωλούνται οι δίσκοι μου, αφού δεν κάνω συχνά live. Είναι έτσι ενορχηστρωμένα τα τραγούδια μου που δεν γίνεται να συντηρήσεις μια ομάδα μουσικών, οι οποίοι δικαίως θα θέλουν να πληρωθούν. Δεν μου αρέσει να φωνάζω μουσικούς στο τζάμπα και μοιραία το χέρι μου μπαίνει στην τσέπη και για το δίσκο, και για τα live. Που φτάνει τελικά αυτή η τσέπη;» καταλήγει με χιούμορ. 

Αφήνουμε τα μουσικά και περνάμε σε μιαν άλλη ενασχόληση του Δημήτρη Βεριώνη, την οποία γνωρίζουν κάποιοι «μυημένοι»: Ο ίδιος ήταν πρόεδρος του διεθνούς φαν κλαμπ «Peter Sellers' Association Society», που ήταν και το μοναδικό σε ολόκληρο τον κόσμο! Μαθαίνω πως από το 2000 μέχρι το 2014 έβγαινε ανά τακτά διαστήματα ένα περιοδικό, του οποίου είχε όλη την επιμέλεια, με τα έξοδα να καλύπτονται από τις συνδρομές των μελών. Μέσα από προσωπική εργασία, οργανώσεις φεστιβάλ και αφιερωμάτων, έφτασε στο σημείο να τροφοδοτεί με υλικό ακόμη και εκδηλώσεις για τον Peter Sellers στις ΗΠΑ! «Έγιναν πολλά και ωραία πράγματα, αλλά κι αυτό άρχισε να φθίνει, όταν το internet έχει μπει τόσο πολύ στη ζωή μας. Δύσκολα ο άλλος να γίνει μέλος κάπου και να πληρώσει γι' αυτό». Την αλήθεια λέει και ίσως γι' αυτό στράφηκε σε κάτι καινούργιο τον τελευταίο καιρό: Στη συγγραφή ενός ερευνητικού έργου για την περίοδο της δικτατορίας, που αφορά τα πρόσωπα, τα θύματα της χούντας. «Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα και ενδεχομενικό, εφόσον δεν δείχνει και δεν αποδεικνύει τίποτα. Για μένα, όμως, είναι εξαιρετικά σημαντικό και έχει την ίδια σημασία με τη μουσική»

Τον ρωτάω αν βάσει όσων έχει δει από το χώρο, θα ξανακάνει εύκολα ή δύσκολα έναν επόμενο δίσκο. Απαντάει μια κι έξω: «Πολύ εύκολα! Θα πρέπει μόνο να ξεχάσω τι πέρασα με τον προηγούμενο και να ξεχρεώσω οικονομικά. Επίσης, να έρθει από μόνη της η έμπνευση, όχι να κάνω κάτι επί τούτου. Πάντως έχω στο μυαλό μου όχι έναν, αλλά τρεις δίσκους. Έναν με ιστορίες πάλι, έναν με σατιρικά σαρκαστικά κομμάτια που δεν θα έχει το όνομα μου, καθώς και έναν ορχηστρικό δίσκο, κατόπιν ενθάρρυνσης από την καλή μου φίλη, δημοσιογράφο Λιάνα Μαλανδρενιώτη». Όλα αυτά, βέβαια, είναι σκέψεις που ποιος ξέρει πότε θα πραγματοποιηθούν, μολονότι δεν τον εμποδίζουν να συνθέτει αυτόν τον καιρό μουσική για θέατρο. Εν προκειμένω, για μία παράσταση της Γεωργίας Διακοπούλου που θα ανέβει στα Ιωάννινα και που αποτελεί μεταφορά του έργου «Δύο Θεοί» του Λένου Χρηστίδη!  

Στο περιθώριο όλων αυτών, ο Δημήτρης Βεριώνης έχει το προνόμιο, όπως προείπε, να δουλεύει στο δημόσιο ως διοικητικός υπάλληλος στο ΕΚΑΒ. Είναι μια θέση, μου εξηγεί, που κατάφερε να πιάσει μετά από δυσκολότατες εξετάσεις. «Σκέψου ότι δίνουν εξετάσεις περίπου 2.500 άτομα για μόλις 160 θέσεις. Για 21 μήνες που διήρκεσε η φοίτηση στη σχολή έριξα πολύ διάβασμα και πέρασα ζόρι, αλλά ήξερα πως από τη στιγμή που θα τελείωνα τη συγκεκριμένη σχολή, θα διοριζόμουν κι εκεί». Την εργασία αυτή ο Βεριώνης έχει κάθε λόγο να τη βλέπει σαν την παύση μιας μακροχρόνιας ταλαιπωρίας στα εργασιακά του. Απ' την άλλη, όμως, συμφωνεί με την άποψη μου πως έτσι μπορεί να βλέπει κάπως σαν πάρεργο τη σύνθεση τραγουδιών: «Αυτό που εγώ μπορώ να κάνω, να εκδίδω τους δίσκους μου ιδίοις εξόδοις, με πολύ κόπο και χρήμα, είναι κάτι που άλλοι, ενδεχομένως με μεγαλύτερο ταλέντο από το δικό μου, να μη μπορούν να το κάνουν. Το ακόμη χειρότερο είναι πως η κριτική που σου ασκείται καμιά φορά, γίνεται χωρίς ο κριτικός να λαμβάνει υπόψιν του όλα αυτά». Κι όταν τον ρωτάω αν ενημερώνεται για δουλειές συναδέλφων του, που του αρέσουν, μου αναφέρει τα ονόματα των τραγουδοποιών Φώτη Σιώτα, Μιχάλη Τσαντίλα, Αποστόλη Αρμάγου, Δημήτρη Αρναούτη και το συγκρότημα Night Stalker. «Θαυμάζω πολλούς και τους χαίρομαι, γιατί - πρέπει να πω - δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλό μουσικό, δεν είμαι σολίστας. Με θεωρώ απλά επαρκή γι' αυτό που κάνω. Για μένα η καλή γνώμη ενός αγνώστου ανθρώπου ισοδυναμεί με όλα τα Grammy του κόσμου».

Η συζήτηση με τον Δημήτρη Βεριώνη κλείνει με την επερχόμενη συναυλία του στην Καλαμάτα. «Φέτος το καλοκαίρι λέω να ξαναβγώ από το καβούκι μου και γι' αυτό κάνω μια πολύ ωραία και εποικοδομητική, θέλω να πιστεύω, συνεργασία με τη Μαρία Κηλαηδόνη, την κόρη του Λουκιανού. Την προσεχή Τρίτη, 13 Αυγούστου, θα παίξουμε σε ανοιχτό χώρο, κάτι που έχω να κάνω από τα μέσα του 2000, όταν έπαιζα με τον Αετόπουλο και την Πισπίρη. Μακάρι να ακολουθήσουν και άλλα live με τη Μαρία». Του εύχομαι καλή επιτυχία σε όλες του τις δραστηριότητες, τον ευχαριστώ για το χρόνο του και του λέω τον τίτλο που θα έχει η συνέντευξη μας, δάνειος από δική του, όλο νόημα, φράση! 

Το βίντεο κλιπ του τραγουδιού «Έπαιξα και έχασα» από τον τελευταίο δίσκο του Δημήτρη Βεριώνη, «Φωτογραφίες από τη Νάξο» (2018). Σκηνοθεσία: Γεωργία Διακοπούλου. 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.