Όσο κρατάει ένας καφές με τον συγγραφέα Κωνσταντίνο Μαρούγκα

«Η ατομική ευθύνη απέναντι στον συνάνθρωπο μας είναι τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμα μας» 

Αντώνης Μποσκοΐτης 08/08/2020 | 10:48

Ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο μυθοπλασίας κυκλοφόρησε πρόσφατα. Λέγεται «Ατελή αγάλματα» και είναι το δεύτερο του 31χρονου συγγραφέα Κωνσταντίνου Μαρούγκα, που διεκδικεί ήδη βράβευση στον επερχόμενο διαγωνισμό φανταστικού μυθιστορήματος. Μέχρι να φτάσουμε ως εκεί βέβαια, η συζήτηση μας ξεκινάει από τη μέχρι τώρα παρουσία του στα ελληνικά γράμματα: «Το πρώτο μου βιβλίο το'χα γράψει πριν μία πενταετία. Λεγόταν ''Ασυνήθιστα Μύρτιλλα'' κι ήταν μια σειρά διηγημάτων. Τα ''Ατελή αγάλματα'', η δεύτερη συγγραφική μου απόπειρα, εκδόθηκαν πρόσφατα από άλλο εκδοτικό οίκο, τις εκδόσεις Πνοή». Ο μόνος λόγος που άλλαξε εκδοτικό οίκο- μου εξηγεί- ήταν μια δυσκολία στην επικοινωνία, καθώς ο προηγούμενος έδρευε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν, πάντως, ο μόνος που του'χε κάνει μια δελεαστική αντιπρόταση όταν γύριζε τους εκδοτικούς οίκους με το πόνημα του στα χέρια του. «Υπήρχε βέβαια μία διαφορά: Το πρώτο μου βιβλίο το έβρισκε κανείς εύκολα σ' ένα μόνο σημείο, απ' όπου μπορούσε να το παραγγείλει. Δεν είχε να κάνει με την ποσότητα του δεύτερου βιβλίου μου που σήμερα βρίσκεται στις προθήκες σχεδόν όλων των βιβλιοπωλείων»

Ο Κωνσταντίνος είναι βέρος Αθηναίος με την οικογένεια του να απαρτίζεται από τη μητέρα του και την αδερφή του, εφόσον ο πατέρας του πέθανε νεότατος, στα 50 του, όταν εκείνος ήταν 23 ετών. Η απώλεια αυτή στάθηκε αφορμή για να γράψει το πρώτο του βιβλίο: «Έπρεπε κάπου να διοχετεύσω το πένθος μου, το οποίο εξέφρασα με ένα δικό μου τρόπο». Με τον πατέρα του, άλλωστε, είχε μία απίστευτα καλή σχέση...«Δεν με έριξε ψυχολογικά το γεγονός του θανάτου του, ίσως γιατί βρισκόμουν σε μια πολύ έντονη περίοδο της ζωής μου. Έκανα το μεταπτυχιακό μου και ασχολούμουν για πρώτη φορά με το θέατρο, οπότε ακόμα και το πένθος έπρεπε να με οδηγούσε σε κάτι δημιουργικό. Χρησιμοποίησα καλλιτεχνικά το δυσάρεστο αυτό έντονο συναίσθημα, χώθηκα ακόμα πιο πολύ στα διαβάσματα και στις τέχνες». Παρόλα αυτά τα πρώτα διηγήματα του δεν είχαν να κάνουν με την απώλεια, αλλά με τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ιστορίες με αλληγορικό χαρακτήρα, των οποίων η αλήθεια βρίσκεται κάτω από ένα κάλυμμα. «Θίγω κοινωνικά ζητήματα» μου λέει, «αλλά δεν τα σερβίρω στον αναγνώστη σ' ένα α' επίπεδο. Θέλω ο άλλος να βρει μόνος του ότι θελήσει να βρει μαζί επίσης με δικά του κομμάτια».  

Σχολιάζω πως χειρίζεται ωραία τον προφορικό λόγο, κάτι που μάλλον θα του δίνει την ευχέρεια να τον μεταφέρει και στο χαρτί. Ο Κωνσταντίνος ζει μόνος με τις δύο γάτες του, επιθυμώντας την ησυχία του, αλλά και την ησυχία των γύρω του: «Είμαι νυκτόβιο ον, μου αρέσει να γράφω τις νύχτες, ενώ την ημέρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Μ' αρέσει απλά η ηρεμία που υπάρχει τα βράδια και δεν τη χαλάω καν με μουσική». Μια και είναι δύσκολο να ζήσει κανείς από τη συγγραφή - ανέκαθεν ήταν -, αρχίζει να μου μιλάει με μια δόση περηφάνιας για το πλούσιο βιογραφικό του στο χώρο της εκπαίδευσης: «Έχω τελειώσει το Παιδαγωγικό, έχω κάνει μεταπτυχιακό πάνω στο Παιδαγωγικό και τελείωσα επίσης το Θεατρολογικό. Βιοπορίζομαι ως θεατρολόγος - εμψυχωτής θεατρικών ομάδων, εργαζόμενος παράλληλα σε νηπιαγωγεία τα πρωινά και σε διάφορες σχολές τα απογεύματα. Αυτές είναι οι πηγές των εισοδημάτων μου για να μπορώ ανεξάρτητα να ασχολούμαι με το θέατρο και με τη συγγραφή».

Αυτή τη στιγμή απασχολείται ως ηθοποιός σε δύο θεατρικές ομάδες, με τις οποίες κάθε χρόνο ανεβάζουν παραστάσεις επαγγελματικών προδιαγραφών: «Πέρσι με την ομάδα Indigo ανεβάσαμε στο θέατρο Αλκμήνη το έργο ''Όλα όσα γνωρίζω στα αλήθεια'', που πήγε πάρα πολύ καλά, ίσως γιατί παιζόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ήμουν επίσης για δεύτερη χρονιά στο θέατρο του Booze με την ''ΗΡΩ ΙΔΑ'' από την ομάδα Richter». Το ότι δεν έχει αποφοιτήσει από κάποια δραματική σχολή, το ισοφαρίζει με την ακατάπαυστη δουλειά. Παρακολουθεί σεμινάρια, διαβάζει πολύ, αν και στην πραγματικότητα οι σπουδές θεάτρου δεν ανήκαν ποτέ στα ενδιαφέροντα του. Ήδη, όμως, έχει δουλέψει με αρκετούς σκηνοθέτες, παίρνοντας την απαραίτητη γνώση και ανατροφοδότηση. Νιώθει την ανάγκη να πει πως δεν αντιμετώπισε ποτέ πρόβλημα μέσα στις θεατρικές ομάδες και, αντίθετα, δέχτηκε μεγάλη βοήθεια απ' τους υπόλοιπους αυστηρά επαγγελματίες ηθοποιούς. Απ' την άλλη, πιστεύει πως από τη στιγμή που μπορεί να παίζει σε παραστάσεις και να αμείβεται απ' αυτό, θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις επαγγελματία. «Αν βέβαια ένας επαγγελματίας σχετίζεται αποκλειστικά με μία σχολή, τότε- όχι- δεν είμαι επαγγελματίας» διευκρινίζει. 

Φτάνουμε στο δεύτερο βιβλίο του, τα «Ατελή αγάλματα», την αιτία της συνάντησης μας: «Το κατέταξαν στα μυθιστορήματα, αλλά ενώ έχει τη δομή του μυθιστορήματος απ' την άποψη της έκτασης, μέσα συναντάμε ουσιαστικά διάφορα στιγμιότυπα απ' τη ζωή ενός συγκεκριμένου ήρωα». Ο ήρωας του Μαρούγκα δεν έχει συγκεκριμένο όνομα, είναι ένας γλύπτης που τον «πιάνει» σε τρεις χρονικές περιόδους της ζωής του: Παιδικά χρόνια, καλλιτεχνικές σπουδές και αποφοίτηση. Δεν αποδέχεται το χαρακτηρισμό μυθιστορηματική βιογραφία για το έργο του, αφού ο ήρωας είναι μία φιγούρα έξω απ' τα στενά ρεαλιστικά πλαίσια. «Όλα σχετίζονται με την καλλιτεχνική δημιουργία, με το πώς δημιούργησε τα γλυπτά του, με την επαφή του αρχικά με τους δικούς του και κατόπιν με τους συναδέλφους του στη σχολή τέχνης. Πίσω όμως από τα έργα του, δηλαδή από τα αγάλματα, εγώ είχα στο μυαλό μου να παρουσιάσω άλλους πέντε ανθρώπους με πέντε διαφορετικές ιστορίες». Ομολογώ πως κάπου με μπέρδεψε και του ζητάω να γίνει πιο συγκεκριμένος: «Σκέψου την ιστορία, ας πούμε, της Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι, ενός άλλου σπουδαίου έργου τέχνης! Ποια ήταν η Μόνα Λίζα; Στο δικό μου βιβλίο, ο αναγνώστης βλέπει και αναγνωρίζει τα χαρακτηριστικά του κάθε αγάλματος που φτιάχνει ο ήρωας. Ο δημιουργός τελικά φτιάχνει ατελή αγάλματα, όχι τέλεια, κάτι που τον στοιχειώνει κυριολεκτικά. Στην πραγματικότητα δεν θέλει να φτιάξει αγάλματα, αλλά ανθρώπους κι αυτό, όπως ξέρουμε όλοι, δεν γίνεται»! . 

Είναι τόσο ευθυγραμμισμένος ο λόγος του Μαρούγκα που τον ρωτάω ευθέως αν λέει τα ίδια κάθε φορά που τον ρωτάνε σχετικά. «Όχι, απλά δούλευα το βιβλίο για δυο χρόνια και τά'χω πολύ ξεκάθαρα τα πράγματα μέσα μου» απαντάει. Συνεχίζει με τους τύπους των αγαλμάτων που φτιάχνει ο ήρωας του: «Έχει τον στρατιώτη, π.χ., που για μένα ήταν αφορμή να εκφράσω αντιμιλιταριστικές απόψεις. Συν τοις άλλοις, ο καλλιτέχνης μεγάλωσε σ' ένα ασφυκτικό περιβάλλον, εφόσον ο πατέρας του είχε βιάσει τη μάνα του. Ζούσαν σε μια επαρχία, δεν είχε βγει ποτέ έξω απ' το σπίτι και όλοι τον θεωρούσαν μίασμα. Έτσι, η μόνη επαφή που μπορεί να'χε με τους ανθρώπους εκφράστηκε στη συνέχεια με τα αγάλματα του». Σχολιάζω πως το βιβλίο του μοιάζει μ' ένα κοινωνικό πείραμα, αφού βλέπουμε έναν ακοινώνητο επί της ουσίας άνθρωπο να φτιάχνει τη δική του κοινωνία των ανθρώπων μέσω των αγαλμάτων. Συμφωνεί. Ευκαιρία να συζητήσουμε για τις φιγούρες των αγαλμάτων που'ναι πολύ προσιτές στην ελληνική κουλτούρα, όχι μόνο λόγω αρχαίας Ελλάδας. Του θυμίζω τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη για τα αγάλματα που έκρυψαν οι πατριώτες ώστε να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών, αλλά και για τα «Νυχτερινά αγάλματα», το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι απ' τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς». Η άποψη του είναι πως θα μπορούσε να καταπιαστεί με ένα άλλο είδος τέχνης στη γραφή του και όχι με τα γλυπτά, με τα οποία δεν έχει καμία σχέση. Τον ενθουσίαζε ανέκαθεν, όμως, η έννοια του τρισδιάστατου στα αγάλματα και του να δημιουργείς κάτι με τα χέρια σου στο ίδιο ύψος με το δικό σου κιόλας

Αναμενόμενη η επόμενη ερώτηση μου: Κάθε συγγραφέας συνήθως δίνει σάρκα και οστά σε έναν χαρακτήρα, που μπορεί να'ναι και ο ίδιος. Ποια είναι, λοιπόν, τα κοινά χαρακτηριστικά του Μαρούγκα με τον ήρωα του; «Μέσω του ήρωα μου, προβάλλω θέματα που απασχολούν εμένα για τον κόσμο, κρατώντας όμως και μία τεράστια απόσταση. Ο τρόπος που συστέλλεται και εκρήγνυται δεν έχουν καμία σχέση με μένα. Σίγουρα, πάντως, περνάω μέσω αυτού και δικά μου ζητήματα, που θέλω να φωτιστούν». Τα θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα - συνομιλητή μου έχουν να κάνουν με την καλλιτεχνική δημιουργία και την εκπαίδευση, την οποία γνωρίζει καλά, με όλα τα καλούπια της που ενίοτε επιβάλλει στους επίδοξους καλλιτέχνες. «Είναι πολύ καλό να μορφωνόμαστε και να δεχόμαστε τις συμβουλές των άλλων, μα όταν εμπιστευόμαστε τις δικές μας δυνάμεις εκεί είναι που μπορούμε να λάμψουμε. Ένας άνθρωπος που απλά ακολουθεί τις γνώσεις των τρίτων, όντας άγραφο χαρτί, δεν καταφέρνει τίποτα καλλιτεχνικά. Άσε που καμιά φορά οι άλλοι το μόνο που καταφέρνουν είναι να μειώνουν τον οίστρο μας...».

Ο Κωνσταντίνος ήθελε να ασχοληθεί με τις τέχνες από τότε που θυμάται τον εαυτό του, μόνο που δίσταζε να εκφραστεί. Για πολλά χρόνια ήταν ένα πολύ συνεσταλμένο άτομο, χαμηλών τόνων, που δεν μοιραζόταν εύκολα. Ήταν σαν μια δύναμη που έσκασε ξαφνικά μέσα του και πέρασε στην απέναντι όχθη. «Ήθελα να δημιουργήσω, να κάνω πράγματα, να εκτεθώ και να ακούσω γνώμες των άλλων. Να μου λέγανε ''Έκανες μια μαλακία'', έστω, πάντως να προκαλούσα κάτι στους γύρω μου. Απ' το θάνατο του πατέρα μου και μετά, έστρεψα τον εαυτό μου απ' τις σπουδές στη δημιουργία. Μπορώ να πω, όσο βαρύ κι αν ακούγεται, ότι ο χαμός του πατέρα μου με απελευθέρωσε»! Μου λέει χαρακτηριστικά πώς όταν είχε βγει το πρώτο βιβλίο του, στην παρουσίαση στο Τσάι στη Σαχάρα, του ζητήθηκε να στήσει μία μεταμεσονύχτια παράσταση! Ήταν τότε που λίγο πριν την πρεμιέρα σκέφτηκε πως αν δεν είχε «φύγει» ο πατέρας του, δεν θα ξανοιγόταν καλλιτεχνικά. Συνειδητοποίησε πως μία απώλεια, ένας χωρισμός, ακόμη και μία οικονομική καταστροφή, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε κάτι όμορφο. 

Η μεγαλύτερη δοκιμασία του είναι το πόσο έντονα βιώνει τα συναισθήματα του κάθε φορά. Δηλώνει άνθρωπος των άκρων, οριακός, του υπέρμετρου ενθουσιασμού και της υπέρμετρης απογοήτευσης. Την «παλεύει» απλά βιώνοντας το και ξεπερνώντας το σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Δεν διαχωρίζει τον έρωτα από τη φιλία, πιστεύοντας στη φιλία μέσα στον έρωτα. Η θλίψη πάντως είναι η ίδια στην περίπτωση και των δύο αυτών απωλειών. Παραδέχεται πως δεν έχει γύρω του πολλούς ανθρώπους: «Τέσσερις - πέντε άνθρωποι είναι οι δικοί μου επί σειρά ετών. Αν τους χάσω θα πληγωθώ πολύ. Είμαι παρόλα αυτά πολύ κοινωνικός, το ''έχω'' με τις δημόσιες σχέσεις χωρίς να το επιδιώκω. Το βλέπω τώρα με τις βιβλιοπαρουσιάσεις, που ο άλλος νιώθει μια οικειότητα μαζί μου και θά'ρθει να μου μιλήσει. Οι άνθρωποι μού ανοίγονται, κάτι που με εντυπωσιάζει»

Θα ήθελα να μάθω αν ένας νέος συγγραφέας ενημερώνεται για την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή. Τον ενδιαφέρει τι συμβαίνει κοινωνικά και καλλιτεχνικά, διότι ανάλογα με τις συνθήκες που βιώνουμε, οφείλουμε μετά να χτίζουμε. «Δεν μπορεί ο καλλιτέχνης νά'ναι πάνω σ' ένα σύννεφο και να γράφει ή να δημιουργεί για την πάρτη του. Τώρα τελευταία έχω ανοίξει κι ένα blog για να εκφράζω τις σκέψεις μου, ενώ πήρα πάρα πολλά βιβλία για να διαβάσω στις διακοπές μου, όπως έκανα το ίδιο και μεσ' στην καραντίνα». Του αρέσει να ενισχύει νέους συγγραφείς ακόμη και ως συναδελφική αλληλεγγύη. Ολοκλήρωσε την ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Μισύρη με τίτλο «Η Πανοπλία», που του άρεσε πολύ, ιδιαίτερα ο μονόλογος της για ένα βρέφος, ο οποίος θα μπορούσε άνετα να στηθεί σκηνικά. Σχολιάζω πως καμιά φορά οι νέοι διαβάζουν νέους για να πουν μέσα τους το περίφημο «Εγώ έγραψα καλύτερα»! Με αντικρούει, λέγοντας μου πως έχει να διαβάσει το βιβλίο του απ' το 2018 που το ολοκλήρωσε: «Ειλικρινά δε θυμάμαι καθόλου λεπτομέρειες απ' το βιβλίο μου, που σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή έχω αποστασιοποιηθεί. Έτσι βάζω μια τελεία και δεν συγκρίνομαι με άλλους συγγραφείς της γενιάς μου. Θαυμάζω πολλούς, όπως αντιστοίχως θα το πω αν δεν μ' άρεσε κάτι». Το βιβλίο, πάντως, που ξεχώρισε τελευταία και τον ενθουσίασε με την πλοκή του, την έξοχη ανάπλαση της εποχής και τον σχεδιασμό των χαρακτήρων, ήταν τα ήδη βραβευμένα «Τάπερ της Αλίκης» της Έλενας Ακρίτα. «Την ''πάω'' την Ακρίτα» μου λέει, «για το βιτριολικό άμεσο χιούμορ της, που όλοι χρειαζόμαστε, όπως και για τη συγγραφική και δημοσιογραφική δράση της»

Έχει έτοιμο το υλικό για το επόμενο βιβλίο του, αν και για την ώρα τα «Ατελή αγάλματα» είναι υποψήφια για βραβείο στον νεοσύστατο διαγωνισμό των βιβλίων φαντασίας που λήγει τον Σεπτέμβρη. «Με ειδοποίησαν ότι το βιβλίο μου είναι υποψήφιο σε δύο κατηγορίες και δεν είχα ιδέα. Εξεπλάγην γιατί δεν πρόκειται για ένα αμιγώς φανταστικό βιβλίο». Μας αποκαλύπτει το θέμα του επόμενου βιβλίου του, όχι με λεπτομέρειες βέβαια: Θα ασχολείται με κοινωνικά ζητήματα και θα βασίζεται στα «Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα» και στο πως τα βιώνουν σήμερα οι άνθρωποι. «Εισέρχομαι σ' ένα κομμάτι συγγραφικό που προτείνω και κάτι άλλο έναντι του συμβατικού και κοινώς αποδεκτού κοινωνικού μοντέλου». Δεν ρωτάω περισσότερα, αλλά του ζητάω να μη με παρεξηγήσει και του λέω πως η τόση αυτοπεποίθηση του αγγίζει τα όρια της έπαρσης. Ξαφνιάζεται! Την έχει έτοιμη μία ικανοποιητική απάντηση: «Έχω εμπιστοσύνη πια στον εαυτό μου κι αυτό ίσως σχετίζεται με τον τρόπο που μιλάω κι εκφράζομαι. Αν με ρωτήσεις τι θα κάνω σε πέντε χρόνια, θα σου πω ότι δεν ξέρω τι μου γίνεται, για οτιδήποτε όμως κάνω τη στιγμή αυτή, θα μιλήσω με έναν τρόπο που εσένα σου φαίνεται να'χει έπαρση»

«Γιατί γράφεις τελικά;» είναι η ερώτηση, με την οποία η συζήτηση μας φτάνει στο τέλος της. «Για να εκφράσω ένα παράξενο δέσιμο φαντασίας και ρεαλισμού και βασικά για να επικοινωνήσω. Μιλάω με τη γραφή μου, γιατί πρέπει να μιλάμε από ένα ρατσιστικό κρούσμα που θα δούμε στη γειτονιά μας μέχρι μία σεξιστική επίθεση. Είτε συμβαίνει σε μας, είτε στο διπλανό μας, του φασίστα πρέπει να του τη ''λέμε'' κατάμουτρα! Ούτε μεγάλα λόγια, ούτε μεγάλα κείμενα, ούτε τίποτα! Η ατομική ευθύνη απέναντι στον συνάνθρωπο μας είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμα μας»

* Το βιβλίο του Κωνσταντίνου Μαρούγκα με τίτλο «Ατελή αγάλματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις πνοή (Ζωοδόχου Πηγής 2 - 4, 10678 Αθήνα, 210-2230206, ekdoseis.pnoi@gmail.com). Μπορείτε να το προμηθευτείτε, επικοινωνώντας επίσης με το blog «Σχεδιάσματα» (https://www.sxediasmata.com/?fbclid=IwAR2rfh7u5tuoEFP2dM6XD8m-ukZkV35uIiRUAMSU3COf6Wt5grPaINnP1a4)