Όσο κρατάει ένας καφές με τον σκηνοθέτη Λεωνίδα Παπαδόπουλο

Καλλιτέχνης δραστήριος και άνθρωπος χαμηλών τόνων με σημαντικές δουλειές στις αποσκευές του, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος αυτοπροσδιορίζεται με εξομολογητική διάθεση 

Αντώνης Μποσκοΐτης 17/03/2019 | 12:48

Ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος, Θεσσαλονικιός στην καταγωγή, ήρθε στην Αθήνα το 1997. Σπούδασε για τρία χρόνια, στα 23 του, στη σχολή του Γιώργου Κιμούλη. «Ήταν ένα πολύ μεγάλο βήμα για μένα, όντας πολύ συνεσταλμένος» μου λέει, «αφού είχα περάσει στα λογιστικά στη Θεσσαλονίκη και τα παράτησα». Έπιασε ένα μικρό «γλυκό» σπίτι στο Παγκράτι και ως φοιτητής τον πρώτο χρόνο στην Αθήνα είδε περισσότερες από 80 παραστάσεις. «Ήταν απίστευτη η ζωή στη σχολή. Πηγαίναμε στις 9 το πρωί και φεύγαμε στις 11 το βράδυ». Η σχολή δεν υφίσταται πλέον, κράτησε για μία δεκαετία, ωστόσο ακόμη ο Παπαδόπουλος μνημονεύει τον Κιμούλη για τις διδασκαλικές του δεξιότητες. 

Μοιραία η κουβέντα πάει στην πρόσφατη υπέροχη παράσταση του «Κάτω απ' τη γέφυρα» του Μίλλερ με πρωταγωνιστή τον Κιμούλη στο Εθνικό. Ο Λεωνίδας θυμάται που ήταν κάποτε στην Αγγλία και επί μία εβδομάδα περίμενε από τις 8 το πρωί για ένα εισιτήριο για το ίδιο έργο από βρετανικό θίασο. Με το που βγήκε απ' τη σχολή, είχε την τύχη να τον επιλέξει ο Κιμούλης για τον «Κοριολανό» που θα έπαιζε και ο ίδιος, το καλοκαίρι του '98. Ακολούθησε η συμμετοχή του στον «Δον Ζουάν» στο Εθνικό. «Δυστυχώς μετά πήγα φαντάρος» αφηγείται ο Παπαδόπουλος, «αν και δεν έκανα και τίποτα για να τ' αποφύγω. Χαμένος χρόνος ήτανε».  

Τον ενδιέφερε πολύ να μπει για τα καλά στο χώρο και σήμερα μακαρίζει την τύχη του που αμέσως μετά την απόλυση του από το στρατό δούλεψε με καλά συμβόλαια, με ρολάκια άλλοτε μικρά και άλλοτε μεγαλύτερα. Το 2011 τον ζήτησε ο Κώστας Καζάκος για δουλειά, πήγαν μαζί Θεσσαλονίκη και άρχισε να παίζει στο ΚΘΒΕ! Έχει όμορφα πράγματα να θυμάται από τη συνεργασία του με τον Καζάκο: «Ήταν καλός και όταν τον σκηνοθέτησα στο ''Τέλος του παιχνιδιού'', ήταν ακόμη καλύτερος''! Ήταν ευγενής με τους νεότερους χωρίς κανένα βεντετισμό»...Στο σημείο αυτό ρωτάω τον Λεωνίδα τι κάνει όταν βλέπει βεντετισμούς στη δουλειά του. «Υπομονή» μου απαντάει μονολεκτικά. Και συνεχίζει: «Για να έχω το αποτέλεσμα που θέλω στη δουλειά μου, αναγκάζομαι να χειρίζομαι τις ψυχές των άλλων. Ο ηθοποιός παίζει με την ψυχή του πρώτα απ' όλα. Αντιμετώπισα και βεντετισμούς και απαξίωση». Το θέμα είναι πως η υπομονή που δείχνει σε τέτοιες καταστάσεις, του γυρνάει μπούμερανγκ με διάφορα ψυχοσωματικά. Υπάρχουν και χειρότερα: Θα μπορούσε να αρχίσει να...ουρλιάζει, όπως μου εξομολογείται. «Δεν υπάρχει λόγος για προστριβές και εντάσεις. Βρίσκεσαι απλά με κάποιους ανθρώπους για τρεις - τέσσερις μήνες και μπορεί μετά να μην τους ξαναδείς. Κάθε παράσταση είναι κι ένα μάθημα».

Η ενασχόληση του Λεωνίδα με το θέατρο ευτυχώς τού έλυσε πρόσκαιρα το οικονομικό του πρόβλημα, αφού δούλευε σε μεγάλες παραγωγές, μην έχοντας ανάγκη άλλου βιοπορισμού. «Όταν έφυγα στο Λονδίνο κι έκανα τα χαρτιά μου, είχα εξασφαλίσει δύο υποτροφίες, του ΙΚΥ και του Ωνασείου. Ήμουν αριστούχος στο μεταπτυχιακό και μέτρησαν οι προηγούμενες δραστηριότητες μου». Στο Kings College του Λονδίνου σπούδασε για τρία χρόνια αλλάζοντας περιοχές από χρόνο σε χρόνο. Με την επιστροφή του, έκανε δραματουργική επεξεργασία στις παραστάσεις της Νικαίτης Κοντούρη, «άλλη μία μεγάλη εμπειρία», σύμφωνα με τον ίδιο, «εφόσον γνώρισα τον Μηνά Χατζησάββα και άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες. Μαγική στιγμή, καθώς στο Λονδίνο δεν μπήκα ποτέ σε βιβλιοθήκη για να διαβάσω. Έχω το καλό ότι μπορώ να συγκεντρώνομαι και να διαβάζω ακόμα και σε μέρη με πολυκοσμία. Έτσι, την άραζα στο Hyde Park κι όταν άλλαξε ο καιρός, διάβαζα στα καφέ». Ωστόσο, στην Αγγλία δεν θα μπορούσε να μείνει μόνιμα, αφού για να έκανε θέατρο, θα έπρεπε να έβρισκε πρώτα παραγωγό και μετά το υπόλοιπο team. Εδώ, αντιθέτως, του ανοίχτηκε αμέσως δρόμος. 

Τον ρωτάω αν θεωρεί τον εαυτό του «δικτυωμένο». Βάζει τα γέλια. «Μπορεί κάποιος να το ισχυριστεί αν το δει απ' έξω, εγώ όμως ακόμα ψάχνομαι». Αρχίζουμε να μιλάμε για ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ, στο οποίο δούλεψε ο ίδιος ως δραματολόγος σε φεστιβάλ. Με ενημερώνει πως ουσιαστικά στο χέρι του «επιχορηγούμενου» μένουν 500 ευρώ μάξιμουμ, βάσει της σύμβασης έργου. Ο Λεωνίδας έπειτα θυμάται τα παιδιά που είχαν τελειώσει το Τέχνης: Συναντήθηκαν στο ΚΘΒΕ και του ζήτησαν να σκηνοθετήσει, αν και ο ίδιος δεν ήταν υπέρ των ομάδων. Δεν ήθελε, για την ακρίβεια, να μπλέξει με το γραφειοκρατικό - φοροτεχνικό κομμάτι. Ξεκίνησαν έτσι μια κοινή πορεία που διήρκεσε τέσσερα χρόνια με τον ίδιο στο πόστο του σκηνοθέτη σε πέντε παραστάσεις. «Ήθελα κι εγώ να εξελιχτώ και ακολούθησα μια δική μου πιο μοναχική πορεία». Που έγκειται η μοναχικότητά του, όμως; «Επειδή είμαι και ηθοποιός, συμπάσχω με τους άλλους» μου εξηγεί ο Λεωνίδας, «αλλά δεν παύει νά'μαι κι ένας σκηνοθέτης. Το κομμάτι του να δημιουργήσεις κάτι, όση υποστήριξη και νά'χεις, σε κάνει να κουβαλάς όλο το φορτίο της προσπάθειας»

Στην τωρινή του παράσταση, που βασίζεται σε έργο της Γλυκερίας Μπασδέκη, ανέλαβε και την παραγωγή, συνεργαζόμενος με το θέατρο! Είναι και η πρώτη καθαρά δική του σκηνοθετική επιλογή, ενώ τα έργα που προηγήθηκαν, είχαν προκύψει από προτάσεις άλλων, όπως το «Κοντραμπάσο» του Ζίσκιντ, το «Τέλος του Παιχνιδιού» του Μπέκετ ή η «Μαγείρισσα» στο Αγγέλων Βήμα. Με τη Μπασδέκη έχει ενδιαφέρον η πρώτη επαφή τους: «Της έστειλα μήνυμα ότι θέλω ν' ανεβάσω το έργο της. Απάντησε με ένα ''ναι, σου δίνω άδεια''. Κανονίσαμε να βρεθούμε κι εκεί μου εξήγησε ότι το αισθάνθηκε και το είπε αυτό το ''ναι''». Η γνώμη μου είναι πως κάθε συγγραφέας θα κολακευόταν με μια πρόταση για να ξανανέβει έργο του, όπως η Γλυκερία με το δικό της, που το είχε ανεβάσει πρώτος ο Θοδωρής Γκόνης. Τελικά οι δυο τους ανακάλυψαν πως είχαν κοινές διαδρομές: Ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος δίδαξε στην Κέρκυρα πέρσι, ενώ η Μπασδέκη ζούσε εκεί για χρόνια. 

Η συζήτηση αρχίζει να μπαίνει σε πιο εσωτερικά μονοπάτια. Ο Λεωνίδας εξομολογείται πως στα 18 του άρχισε να βλέπει ψυχίατρο, προσπαθώντας να ξεπεράσει τη συστολή, στα όρια της αγοραφοβίας, που τον βασάνιζε. Αν και ήταν και παραμένει πολύ δεμένος με την υπερπροστατευτική οικογένεια του, πήρε την απόφαση να φύγει από τη Θεσσαλονίκη. «Με συναντούσαν δικοί μου άνθρωποι στην Αθήνα και μόνο τότε έβλεπαν ποιος πραγματικά ήμουν. Την τελευταία πενταετία κάνω συμβουλευτική ψυχοθεραπεία». Δεν θεωρεί παράδοξη τη στενή σχέση των ηθοποιών με τις ψυχολογικές τρικυμίες, αφού οι νευρώσεις είναι συνηθισμένες γι' αυτούς. Απ' την άλλη, μ' ακούει με προσοχή όταν του λέω πως η καλύτερη ψυχοθεραπεία για έναν ηθοποιό είναι η τέχνη του, υποδυόμενος πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες στο πλαίσιο της δουλειάς του. «Μόνο που έτσι τρελαίνεις τον σκηνοθέτη σου» συμπληρώνει με χιούμορ! 

Αν και φύσει αισιόδοξο άτομο, τον Λεωνίδα Παπαδόπουλο τον απασχολεί ο θάνατος: «Όλη μου η ζωή είναι μία συνομιλία μαζί του, ακόμα και μέσω της τέχνης. Τον σκέφτομαι συνέχεια και κάνω τα πάντα για να τον διώχνω απ' τις σκέψεις μου...» Ίσως γι' αυτό το καθημερινό του πρόγραμμα είναι βαρυφορτωμένο: Θέατρο, πρόβες, συναντήσεις, projects. Ίσως γι' αυτό, επίσης, με το που πραγματώθηκε η τωρινή του παράσταση, ξεκίνησε να δουλεύει το μελλοντικό του σχέδιο. Τον ερωτώ τι θα συνέβαινε αν δεν έμπαινε αμέσως σ' αυτή τη διαδικασία και μου απαντάει: «Τίποτα, απλά θέλω να προλάβω. Μέχρι ν' αποκτήσω αυτοπεποίθηση, μου πήρε πολύ χρόνο. Έλεγα ''γιατί να κάνω διδακτορικό στα 35 και όχι στα 25, που ήταν το φυσιολογικό;''» Ευτυχώς νιώθει «γεμάτος» απ' τις επιλογές του για τους ανθρώπους που τον πλαισιώνουν. Έχει πάθη, που γι' άλλον μπορεί να είναι συντηρητικά. Τι σόι πάθη είναι άμα χαρακτηρίζονται συντηρητικά, όμως; «Οτιδήποτε γίνεται σε υπερβολικό βαθμό» μου διευκρινίζει, «από τα ταξίδια μέχρι το θέατρο»

Του ζητάω να μου αποκαλύψει τι θα κάνει από δω και πέρα. «Τώρα είμαι ''Μπασδέκη''» ομολογεί «γιατί κουράστηκα με την καλή έννοια και θέλω να το απολαύσω. Με ελκύει όμως ένα έργο της Πένυς Φυλακτάκη, το ''Κτίριο'', έχοντας βρει πολύ ενδιαφέροντες χώρους. Είναι ένα κτίριο που μιλάει και διατρέχει ολόκληρη την ιστορία του 20ου αι. Θα ήθελα το κείμενο να συνομιλεί με διάφορα projections». Του εύχομαι καλή επιτυχία. «Τα επόμενα επί σκηνής» λέει και η συζήτηση μας φτάνει στο τέλος της. 

* Ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος σκηνοθετεί αυτόν τον καιρό το έργο της Γλυκερίας Μπασδέκη, «Donna Abbandonata ή Πολύ με στεναχωρήσατε κύριε Γιώργο μου». Κάθε Σάββατο & Κυριακή στον Πολυχώρο «Vault» (Σκηνή Β')

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.