Όσο κρατάει ένας καφές με τον μουσικό Παναγιώτη Λάμπουρα

Είναι ο μοναδικός Έλληνας μουσικός αυτή τη στιγμή που ερμηνεύει τα τραγούδια του, παίζοντας ταυτόχρονα βιολί. Τον βρίσκουμε στο φετινό σχήμα των Αρβανιτάκη - Κότσιρα, ενώ απόψε στον «Σταυρό του Νότου» παρουσιάζεται ο πρώτος προσωπικός του δίσκος. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 11/11/2018 | 10:20

Πριν μερικά χρόνια είχα πει του Παναγιώτη Λάμπουρα πως με τέτοιο όνομα μόνο ως ρεμπέτης θα έκανε καριέρα! Εκείνος πάλι θεωρούσε το «Λάμπουρας» ένα όνομα που «μένει» στ' αυτί και μάλλον είχε δίκιο, αν υποτεθεί πως η δουλειά με πίστη και υπομονή αποδίδει καρπούς ξέχωρα από ονόματα «εύηχα» ή «κακόηχα». 

Η τωρινή μας συζήτηση ξεκινάει μοιραία από τους Αγώνες Τραγουδιού της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, όπου ένα κομμάτι του κέρδισε εύφημο μνεία για την ενορχήστρωση και την ερμηνεία του. Μία φίλη του, όσο εκείνος σπούδαζε βιολί στην Ολλανδία, του είχε μιλήσει για τους Αγώνες σε μία περίοδο που δεν είχε καθόλου χρόνο ν' ασχοληθεί. Μία μικρή παράταση που δόθηκε στο dead - line για την υποβολή των συνθέσεων, τον ώθησε να γράψει και να στείλει τον «Βράχο», το βραβευμένο τελικά τραγούδι του. Κι αν πάλι θεώρησε τη μεγαλύτερη εμπειρία στα όρια του...σόκιν να παρουσιάζει live ένα κομμάτι του μπροστά σε τόσο μεγάλο κοινό, η σχέση του με την τέχνη της μουσικής αρχίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό του.

Μικρογραφία

Ο Λάμπουρας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, που, μαζί με την Κρήτη, θεωρούνται τα δύο «μουσικότερα» ελληνικά νησιά (σ.σ. ο χαρακτηρισμός, δικός μου). Οι γονείς του ήταν και είναι καλλίφωνοι με καλή αίσθηση της μουσικής, αλλά μέχρι εκεί. Ο αδερφός του επίσης είχε ξεκινήσει μαθήματα βιολιού, αλλά γρήγορα τα παράτησε. Στα 18 του ήρθε στην Αθήνα για σπουδές σε άσχετο κλάδο, στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά, τις οποίες ολοκλήρωσε κρατώντας πάντα επαφή με τα μουσικά. Στρατιωτικό μετά μαζί με την οικονομική κρίση - η αιτία που τον έκανε να φύγει έξω για να κυνηγήσει το όνειρο του

Τον ρωτάω αν πήρε κάποια υποτροφία, διότι όπως και να το κάνεις δεν είναι εύκολη η μετανάστευση στο εξωτερικό. Η απάντηση του είναι αφοπλιστική: «Όχι. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές, εκεί τα δίδακτρα ίσως είναι λιγότερα από ένα Ωδείο. Αν θυμάμαι καλά, ήταν 1500 ευρώ το χρόνο τα δίδακτρα»! Τι γινόταν όμως με τα έξοδα διαμονής - διατροφής; Και πάλι έχει έτοιμη την απάντηση: «Σε βοηθάει πολύ το κράτος εκεί. Παίρνεις επίδομα ενοικίου, επίδομα για τα μέσα μεταφοράς, το κράτος βοηθάει τους φοιτητές». Κι όταν επιμένω και τον ρωτάω, από καθαρή περιέργεια και μόνο, πόσο του κόστιζε συνολικά η εκεί ζωή μηνιαίως, σχεδόν με πείθει ότι πρέπει κι εγώ να την κάνω κατά Ολλανδία μεριά: «Γύρω στα 700 ευρώ...Είχα το ποδήλατο μου, που μπορεί να το έπαιρνες ακόμα και με 20 ευρώ, ψώνιζα από τα πάμφθηνα σούπερ μάρκετ. Αναγκαστικά συγκατοικούσα με άλλα έξι άτομα, αν και άλλαξα πολλά σπίτια. Στην αρχή έμενα κοντά σε μια φάρμα, σε μία κυρία, και κάθε πρωί έλεγα καλημέρα στις αγελάδες. Μετά έμεινα κοντά σ' έναν άνθρωπο τελείως έξω απ' τη δικιά μου νοοτροπία».

Η τελευταία πληροφορία με ιντριγκάρει. Ο Λάμπουρας περιγράφει έναν μυστήριο ιδιοκτήτη που του έστελνε...emails για να μην κάνει φασαρία τα βράδια και που δεν έτρωγε τίποτα απ' το σπίτι του, καθώς παίζει να ήταν ο πιο βρώμικος άνθρωπος που είχε δει ποτέ του. Εκείνος τον είχε επιλέξει για νοικάρη του, αφού είχε παραδόξως μια λατρεία στη μουσική και ο Λάμπουρας στην αγγελία αναζήτησης στέγης φωτογραφιζόταν με το βιολί του! Τέλος πάντων, όπως λέει ο ίδιος: «Όλο αυτό ήταν μια μεγάλη άσκηση σε σχέση με την Ελλάδα, η μέρα με τη νύχτα. Αν άντεχες εκεί, θα άντεχες σε πολλά άλλα πράγματα, φεύγοντας από τη θαλπωρή και τις ανέσεις και πηγαίνοντας να ζήσεις με άλλα άγνωστα άτομα».

Τον ενημερώνω πως κι εγώ είχα πάει προ 10ετίας στο Βόλενταμ της Ολλανδίας και έβλεπα αυτά τα σπιτάκια τους τα ωραία σε απόσταση το ένα απ' το άλλο κι έξω ήταν νύχτα απ' τις 5 το απόγευμα και αναρωτιόμουν πως ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Αφορμή για να μου πει πως οι άνθρωποι κουβαλάνε το κλίμα τους, βάσει της εθνικότητας τους, αλλά και για να μπούμε στην ουσία της κουβέντας: «Οι Βόρειοι, οι Σκανδιναβοί κλπ., είναι ψυχροί και το συνειδητοποίησα αυτό και στη μουσική τους. Μπορεί να ήταν τεχνικά τέλειοι, αλλά όταν άκουγες να παίζει ένας Ισπανός, ένας Τούρκος κι ένας Έλληνας, δεν θα σου έβγαζαν το ίδιο συναίσθημα με έναν Βόρειο. Είναι φοβερό πως η Τέχνη συνδέεται ακόμα και με το κλίμα των κοινωνιών».

Ο Λάμπουρας πάνω στη σκηνή νιώθει περισσότερο ερμηνευτής παρά βιολιστής, αν και στην καθημερινότητα του απασχολούν και τα δύο εξίσου το μυαλό του. Τραγουδάει και νιώθει το βιολί σαν ένα στολίδι, όχι δηλαδή ότι θεωρείται βιολιστής που τραγουδάει κιόλας. Είμαι περίεργος ν' ακούσω αν έχει μελετήσει κάποια θρυλικά rock συγκροτήματα που είχαν βιολί, σαν τους Flock, τους It's a beautiful day, τους Cockney Rebel. Μπα, καμία σχέση...Κι εκεί που σκέφτομαι το χάσμα των γενεών, αιτιολογεί απόλυτα την «κατεύθυνση» του: «Το ηλεκτρικό βιολί δεν μ' αρέσει. Πιστεύω ότι, έχοντας εντρυφήσει στο κλασικό βιολί, υπάρχει πρόβλημα με τις μουσικές σκηνές. Μέσω του ήχου, ''παίρνουν'' απ' τη δόνηση και όχι απ' το φυσικό παίξιμο. Ακόμα και καλό μικρόφωνο να υπάρχει, εμένα δε με βολεύει, καθώς χρησιμοποιώ το βιολί σαν κιθάρα και σαν δεύτερη φωνή»

Μικρογραφία

Απ' αυτόν θά'χει ενδιαφέρον να μάθω γιατί το βιολί θεωρείται ένα από τα δυσκολότερα μουσικά όργανα. Επί λέξει ακούω τα εξής: «Όλα τα όργανα είναι δύσκολα, απλά το βιολί ένα παραπάνω, αφού υπάρχουν μερικές συνισταμένες: Η τοποθέτηση του χεριού σου, ειδικά του δεξιού, για να παραχθεί ο σωστός ήχος. Το δοξάρι είναι η φωνή του οργάνου. Χρειάζονται χρόνια για να μάθεις να τοποθετείς τα χέρια σου, κατάσταση που αλλάζει. Στην κιθάρα υπάρχουν διαστήματα, στο βιολί όμως κανένας δε μπορεί να σου πει ''Εδώ είσαι, εδώ πρέπει να ακουμπάς τα δάχτυλα σου''».

Εκτιμάει πολύ τον Ορφέα Περίδη όχι μόνο ως τραγουδοποιό, αλλά και ως άνθρωπο που παίζει με τις λέξεις. Ανατρέχει ενδεικτικά στην έναρξη ενός τραγουδιού του: «Όλο μεταφράζω στίχους από τα τραγούδια μου τ' αμερικάνικα». Για τον Λάμπουρα, ο Περίδης είναι ο τροβαδούρος των εσωτερικών μας διαλόγων, εφόσον όποτε τραγουδάει με την κιθάρα του, στην ουσία τραγουδάει στον εαυτό του. Τα δικά του κομμάτια, πάντως, θεωρεί ότι δεν είναι ακριβώς έντεχνα, έχοντας ρίζα στην παράδοση και στο λαϊκό, αλλά όχι και στον ήχο που κυριάρχησε από το '90 και μετά

Η κουβέντα μας φτάνει στο πιο αιρετικό σημείο της όταν μου λέει πως δεν γράφει - και ούτε θέλει να γράψει - ερωτικά τραγούδια, κάτι που για την πλειοψηφία των συναδέλφων του έχει γίνει καραμέλα κατά τη δική μου άποψη. «Τον έρωτα πρέπει να τον βιώνεις, όχι να γράφεις γι' αυτόν» υποστηρίζει και μου εξηγεί πως όποτε είναι ερωτευμένος δεν γράφει καν, απλά κοιτάει να το ζήσει. Γίνεται τέχνη βάσει συνταγής, όμως; Δεν δυσκολεύεται ν' απαντήσει και σ' αυτό το ερώτημα μου: «Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω καλύτερα, είναι σαν το μυαλό μου να μου λέει ''Μην πας προς τα κει''...Όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω πως η τέχνη και τα τραγούδια δεν γίνονται όταν γράφονται, αλλά όταν ζυμώνονται στη συνέχεια. Γίνεται κάτι μαγικό και απλά την ώρα που πρέπει να γράψεις, πρέπει νά'σαι και ένας πολύ καλός φορέας. Δεν πρέπει νά'χεις την έπαρση της έμπνευσης της στιγμής, αλλά δεν θα είναι και έρμαιο το έργο σου. Αυτά τα πράγματα δεν τα μαθαίνεις απ' τη μια μέρα στην άλλη και ελπίζω να συνεχίσω να τα μαθαίνω. Μπορεί να λες ''Πω, πω, τι έμπνευση μού ήρθε'' και να μην έχεις τίποτα να πεις! Και, πάλι, μπορεί ένα πράγμα που απλά θα είσαι παρών και θα σου δημιουργεί μια δυνατή συγκίνηση, κάτι πολύ απλό, μια μνήμη από τον πατέρα σου, ξέρω γω, να σου βγάλει κάτι πολύ δυνατό»

Μικρογραφία

Προσγειωμένος αρκετά ο Λάμπουρας δεν θεωρεί τον εαυτό του συνθέτη σε καμία περίπτωση, αφού τη βαριά αυτή ιδιότητα την τίμησαν ο Χατζιδάκις, ο Ξαρχάκος, ο Θεοδωράκης, ο Μαρκόπουλος και όλοι οι μεγάλοι. Συνθέτης είναι αυτός που ενορχηστρώνει και μια ωραία «σύνθετη» ιδέα του την κάνει τραγούδι. Οι άνθρωποι αυτοί έκαναν μεγάλο αγώνα για να είναι συνθέτες, αφοσιώθηκαν σ' αυτό, ούτε ποτέ βγήκαν ως τραγουδιστές, ούτε έκαναν πότε το ένα και πότε το άλλο. Ότι δηλαδή κάνει ο ίδιος σήμερα, να παίζει βιολί, να γράφει τραγούδια, να βγαίνει και να τα τραγουδάει, άρα να μην είναι ένας κανονικός συνθέτης. Συνθέτη δεν τον κάνει κάποιον, πιστεύει, ούτε καν το να έχει γράψει πέντε - δέκα τραγούδια. 

Του θυμίζω μιαν άλλη παλιότερη συζήτηση μας, στην οποία είχε πει πως δεν είναι επαγγελματίας, συγκριτικά με τραγουδιστές που έγραφαν κάθε μέρα στο στούντιο και τραγουδούσαν μπροστά σε κόσμο κάθε βράδυ. Τώρα όμως που εμφανίζεται στο πλευρό της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και του Γιάννη Κότσιρα, σε ένα από τα πιο «έντιμα» σχήματα της σεζόν; Μου απαντάει πως βρίσκεται κοντά σε καλλιτέχνες που διένυσαν πολύ δρόμο για να φτάσουν εκεί που έφτασαν χωρίς τίποτα νά'ναι τυχαίο. Βρίσκει πολύ σημαντικό καταρχάς το feedback από κάποιους μεγαλύτερους, πόσο μάλλον από τους συγκεκριμένους που ανέκαθεν τους θαύμαζε. Σημαντικό θεωρεί το συνταξίδεμα του και με τη Βίκυ Καρατζόγλου, «μία συνεργασία, για την οποία θα έχει να θυμάται τα καλύτερα απ' όλες τις απόψεις»

Του εύχομαι να συνεχίσει να είναι το ίδιο δημιουργικός, να περνάει τόσο καλά πάντα όσο τώρα στην «Ακτή Πειραιώς» και να έχουμε σύντομα στα χέρια μας το ντεμπούτο άλμπουμ του από την καλόγουστη «Μικρή Άρκτο».

Μικρογραφία

* Ο Παναγιώτης Λάμπουρας εμφανίζεται στην «Ακτή Πειραιώς», συμμετέχοντας στις παραστάσεις με τίτλο «Δυνατά κάθε φορά» της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και του Γιάννη Κότσιρα. Μαζί τους η Βίκυ Καρατζόγλου.

** Ο πρώτος προσωπικός του δίσκος με τίτλο «Υδρόγειος» κυκλοφορεί από τη «Μικρή Άρκτο» και παρουσιάζεται σήμερα, Κυριακή 11/11, στο club του «Σταυρού του Νότου». Ιδού ένα δείγμα, το τραγούδι «Ο ουρανός»:

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.