Όσο κρατάει ένας καφές με τον ηθοποιό Θοδωρή Αντωνιάδη

Την ερχόμενη Τρίτη προβάλλεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης η ταινία «Η δεξιά τσέπη του ράσου», η οποία είναι όλη «πάνω» του. Συναντήσαμε τον δημοφιλή, από την τηλεόραση και το θέατρο, ηθοποιό Θοδωρή Αντωνιάδη και μας μίλησε για τη μέχρι τώρα πορεία του. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 02/11/2018 | 09:51

Σε μια μονή της Χίου, σ' ένα ακρωτήρι, έχουν πεθάνει όλοι οι ηλικιωμένοι μοναχοί. Μοναδικός επιζών - ερημίτης είναι ένας καλόγερος, περίπου 40 ετών, που πλέον ζει ολομόναχος παρέα με μία σκυλίτσα. Το ζωάκι έχει γίνει τα πάντα γι' αυτόν, αφού οι άνθρωποι έπαψαν να επισκέπτονται το απομακρυσμένο μοναστήρι εδώ και χρόνια. Ο προμηθευτής της τροφής του ήταν αυτός που του χάρισε τη σκυλίτσα. Όταν μαθαίνεται ο θάνατος του Αρχιεπισκόπου και η σκυλίτσα μένει έγκυος, ο μοναχός δεν ξέρει πως να το αντιμετωπίσει. Η σκυλίτσα γεννάει τρία κουτάβια και πεθαίνει την ώρα της γέννας. Επιβιώνει μόνο ένα σκυλάκι. Χάνοντας τα πάντα και προσπαθώντας να σώσει το μοναδικό ζωάκι που επέζησε, ο μοναχός το τοποθετεί στη δεξιά τσέπη του ράσου του, εξ ου και ο τίτλος της ταινίας. Το κουβαλάει παντού. Όταν δύο φοιτητές θα καταφύγουν σ' αυτόν για εξομολόγηση, θα του δώσουν το έναυσμα να κάνει κι ο ίδιος μια προσωπική εξομολόγηση για τη ζωή του. Αυτό είναι το story της ταινίας του Γιάννη Λαπατά με τίτλο «Η δεξιά τσέπη του ράσου» που κάνει πρεμιέρα την ερχόμενη εβδομάδα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. 

Ερωτώ τον Θοδωρή Αντωνιάδη, τον πρωταγωνιστή της, αν η ταινία διαθέτει αργούς ρυθμούς και ενδεχομένως μία ταρκοφσκική ποιητική ατμόσφαιρα. Μου απαντάει πως σίγουρα δεν πρόκειται για μία ταινία δράσης, έτσι όπως έχουμε συνηθίσει, αλλά για ένα έργο τρομερών εσωτερικών ρυθμών και εναλλαγής συναισθημάτων μέσα από τη μουσικότητα του ρυθμού. Τα υπόλοιπα, φυσικά, εναπόκεινται στην κρίση του κοινού. Άλλωστε η ταινία βασίζεται σε ένα ιδιαιτέρως επιτυχημένο βιβλίο, την ομότιτλη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη, που έχει ήδη «φτιάξει» κοινό. Βρίσκεται στη δωδέκατη έκδοση του και όλα ξεκίνησαν, λοιπόν, από το βιβλίο.

Ο Αντωνιάδης παραδέχεται πως συχνά μία κινηματογραφική μεταφορά είναι κατώτερη ενός βιβλίου. Του θυμίζω κάποιες εξαιρέσεις σαν το «Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο από τον Ζαν - Ζακ Ανό. Με ενημερώνει, όμως, πως η δική τους ταινία είχε ξεκινήσει εδώ και εννέα χρόνια, δέσμια κι αυτή της γνωστής κατάστασης που θέλει μία ταινία να κάνει έως και δεκαετία μέχρι να υλοποιηθεί. Για το ρόλο πέρασε από δοκιμαστικό κατόπιν πρόσκλησης - ο σκηνοθέτης και οι παραγωγοί πίστεψαν στο πρόσωπο του.

Μικρογραφία

Το μεγάλο στοίχημα για τον Αντωνιάδη ήταν η μεταμόρφωση του, να δείχνει αρκετά πιο ώριμος για την ηλικία του. Ακόμη δεν έχει καταλάβει πως συνέβη. Ναι μεν είναι ένας ένθεος άνθρωπος, αλλά δεν έχει στενή σχέση με την Εκκλησία, άρα δεν γνώριζε καλά το θρησκευτικό - εκκλησιαστικό πεδίο. Δηλώνει χριστιανός παραδοσιακός, φέρνοντας στη μνήμη του την παράδοση αυτής της ιστορίας: Την προγιαγιά, τη γιαγιά, την πίστη, ένα όμορφο παραμύθι γύρω απ' τη θρησκεία. Ήταν δύσκολη η μεταμόρφωση του γενικά, αλλά βοήθησαν πολύ η Αλεξάνδρα Μυτά με το εκπληκτικό μακιγιάζ της και ο Γιάννης Δρακουλαράκος με την καλοδουλεμένη ατμοσφαιρική φωτογραφία του. Τίποτα ωστόσο δεν θα γινόταν αν δεν δούλευε με τον Λαπατά, τον σκηνοθέτη του. Δουλειά ημερών, ωρών και ουσίας. Του έβγαλε πράγματα που ούτε ο ίδιος θα τα φανταζόταν: Μία άλλη κίνηση και εσωτερικότητα, ένα άλλο βλέμμα. Όπως λέει χαρακτηριστικά: «Μια τύχη κρατώ στα χέρια μου, μια ψυχή»

Τώρα που η ταινία έχει τελειώσει, τη νιώθει σαν «ένα αεράκι» που ήρθε και πέρασε από τη ζωή του, έτσι όπως νιώθουν όλοι οι καλλιτέχνες με καθετί που κλείνει τον κύκλο του στην πορεία τους. Αναγνωρίζει επίσης πως ήταν ότι πιο δύσκολο είχε κληθεί να κάνει, εφόσον επρόκειτο για μία προσωποκεντρική ταινία, όλη σχεδόν «πάνω» στον ήρωα, τον χαρακτήρα του ιερομόναχου. 

Συνέβη κάτι πολύ μελαγχολικό, το οποίο όλοι του το έκρυβαν και το έμαθε μόλις πριν μερικές εβδομάδες: Το σκυλάκι που έπαιξε μαζί του, πέθανε έχοντας πρόβλημα με την καρδιά του, «με την καρδούλα του» μου λέει ο Αντωνιάδης επί λέξει και τα μάτια του βουρκώνουν. Η σχέση του μ' αυτό το ζωάκι δεν περιορίστηκε στα γυρίσματα. Το είχε πάρει στο σπίτι του για να συνηθίσει τη συμβίωση τους. Κοιμόντουσαν μαζί πριν ακόμη ξεκινήσει η ταινία και μόλις ολοκληρώθηκε αναγκάστηκε να το επιστρέψει στην ανάδοχη οικογένεια του. Ήταν δύσκολο εκείνο το τηλεφώνημα από τον Γιάννη Λαπατά: «Δεν σου το λέγαμε, αλλά ήρθε η ώρα να το μάθεις...Η Μπαλού δεν υπάρχει πια, βγήκε, έτρεξε, έπαιξε και η καρδιά της δεν άντεξε». Κατά μία δυσάρεστη σύμπτωση, πρόσφατα χάθηκε και η Ράκα, η σκυλίτσα του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη. «Η δεξιά τσέπη του ράσου έμεινε άδεια» κατά τον Αντωνιάδη, αφού η σχέση του με το ζωάκι αυτό υπήρξε καθοριστική για την ταινία.

Μικρογραφία

Ο Αντωνιάδης έχει καλή επαφή με το φακό. Σε μία άλλη ταινία, το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Μανουσάκη, κρατούσε επίσης έναν πολύ βασικό ρόλο. Μεγάλη παραγωγή ήταν αυτή, βασισμένη στο βιβλίο του Σκαμπαρδώνη, άρα και οι δύο τελευταίες ταινίες του προήλθαν από λογοτεχνικά έργα. Προηγούμενη εμπειρία του από τον κινηματογράφο ήταν η συμμετοχή του σε μία σπουδαστική μικρού μήκους ταινία. Όταν του θυμίζω πως έχει κάνει και αρκετή τηλεόραση, με διορθώνει: «Έχω κάνει αρκετά πράγματα κι εκεί, αλλά επιλεκτικά, απλά παίζονται συνέχεια σε επαναλήψεις». Αναφέρεται φυσικά στα 13 επεισόδια της «Δέκατης Εντολής» του Κοκκινόπουλου που έχει παίξει μεταξύ 2004 - 2007. Θεωρεί μεγάλο λαχείο τη συνεργασία του με τον Κοκκινόπουλο, εφόσον ήταν η είσοδος του στο χώρο αυτό. Πάλι ο Λαπατάς τον είχε προτείνει κι εκεί!

Μεγάλη είναι η φιλία του Θοδωρή Αντωνιάδη με τον Γιάννη Λαπατά. Όταν τελείωσε το Θέατρο Τέχνης, πρωτοδούλεψαν μαζί σε μία παράσταση για τον Μίκη Θεοδωράκη. Η τωρινή συνεργασία επιστεγάζει και μία φιλία που κρατάει σχεδόν μία 20ετία. «Οφείλω πολλά στον Γιάννη και σε πολλά επίπεδα» εξομολογείται ο Αντωνιάδης, «εφόσον πρόκειται για έναν άνθρωπο με ευγένεια, άποψη και αισθητική». Παράλληλα με το θέατρο, ακολούθησαν κι άλλες σειρές στην τηλεόραση: «Η γενιά των 592 ευρώ» στο MEGA, προ κρίσης, απ' την οποία βγήκε μια φουρνιά καλών νέων συναδέλφων του, κάποια επεισόδια αυτοτελή του «Αστυνόμου Μπέκα» στον ALPHA, αλλά και στο «Ένα μήλο την ημέρα» για την ΕΡΤ. Στην τηλεόραση δούλεψε όχι με γνώμονα το «εμπορικό κομμάτι», κάτι που δεν το λέει απαραιτήτως με θετικό πρόσημο. Επέλεγε πάντα δουλειές με το καλλιτεχνικό του κριτήριο και αν αυτό κάμφθηκε ορισμένες φορές ήταν καθαρά για βιοποριστικούς λόγους. Μεγάλες παραχωρήσεις, παρόλα αυτά, δεν αισθάνεται ότι έχει κάνει στην πορεία του

Ο Θοδωρής Αντωνιάδης, όντας γέννημα - θρέμμα Αθηναίος, έκλαιγε μικρός που δεν είχε χωριό για να πηγαίνει τα καλοκαίρια. Έλεγε στον πατέρα του, που δεν είναι πια εν ζωή, να του...αγοράσει ένα! Στο σημείο αυτό σκοτεινιάζει. Με πληροφορεί πως η οικογένεια του ανήκει στους πυρόπληκτους της πρόσφατης τραγωδίας με το σπίτι τους στο Νέο Βουτζά κατεστραμμένο απ' έξω ολικά. Αυτό που τον είχε σοκάρει ήταν μία προσωπική ανάρτηση του στο facebook, «Παιδιά, εγώ είμαι καλά, αυτό που επείγει είναι να βοηθηθεί ο κόσμος εδώ»...Την άλλη μέρα είδε σε πάρα πολλά sites τίτλους του στυλ «Οι τραγικές στιγμές του Θοδωρή Αντωνιάδη» κλπ. Εκτίμησε απ' τη μια το ενδιαφέρον των ανθρώπων, απ' την άλλη όμως το εξέλαβε σαν «μία ακόμη μαχαιριά στην ανοιχτή πληγή»

Το σπίτι στο Νέο Βουτζά ήταν τα πάντα γι' αυτόν, συμπεριλαμβανομένων των παιδικών του χρόνων. Ακόμη δεν έχει αποκατασταθεί η κανονικότητα. Χάθηκαν πάρα πολλές ψυχές, άνθρωποι, γείτονες και φίλοι που έλεγαν καλημέρα και ζούσαν μαζί με τον ίδιο και τη μητέρα του. Εκτός από τα ζωάκια και τις περιουσίες που επίσης χάθηκαν, δεν είναι λίγοι αυτοί που υπέκυψαν από καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, μην έχοντας που να μείνουν! Αισθάνεται ότι κάηκαν τα νιάτα του, αλλά μου λέει και το εξής: «Θα μου επιτρέψεις να είμαι σκληρός με τον εαυτό μου και να το βουλώσω, αφού μπροστά στην ανθρώπινη ζωή όλα τα άλλα φτιάχνονται πάλι...Το σπίτι μου κάηκε απ' έξω, αλλά εγώ μπορώ να το κατοικήσω σήμερα. Τι θα κάνουν όμως οι άνθρωποι γύρω μας; Είναι ένας εφιάλτης πολύ νωπός που δεν πρέπει να τον τοποθετούμε απλά σαν μία τραγωδία».

Αλλάζουμε θέμα γρήγορα για να μη μας πάρει από κάτω. Μιλάμε για τις σπουδές του. Ο Αντωνιάδης τελείωσε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας», αλλά δεν την εξάσκησε, γιατί από τα 12 του ήθελε να γίνει ηθοποιός. Το τόλμησε στα 20 του τελικά και όχι στα 17 του, τόσο απλά. Κατάφερε να μπει στο Θέατρο Τέχνης, που ήταν τ' όνειρο του, με καθηγητές τον Λαζάνη, την Οικονομοπούλου, τον Κουγιουμτζή, την Κοταμανίδου κ.α. από το 1999 μέχρι το 2002. Αργότερα ως επαγγελματίας τού έτυχε να δουλέψει με την Εύα Κοταμανίδου και την Κάτια Γέρου, που τις θεωρεί εξαιρετικές περιπτώσεις ηθοποιών! Πέρασε εκπληκτικά στο Τέχνης μαζί και με άλλους σημαντικούς σήμερα ηθοποιούς της γενιάς του: Τη Λουκία Μιχαλοπούλου, τη Γιάννα Κανελλοπούλου, τον Στάθη Μαντζώρο, τον Μελέτη Ηλία - με τη Μιχαλοπούλου για τρία χρόνια είχαν μαζί κομμάτια, ήταν το καλλιτεχνικό ζευγάρι στο πλαίσιο της σχολής. Σταθμό στη ζωή του θεωρεί την ένταξη του, αμέσως μετά το Τέχνης, στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη, που χάσαμε πρόσφατα. Αργότερα, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του Θεάτρου Τέχνης ο Διαγόρας Χρονόπουλος, τον ξανακάλεσε και έτσι είχε την ευκαιρία να παίξει για μία εφταετία πάρα πολλούς ωραίους ρόλους με καλούς σκηνοθέτες: Εύης Γαβριηλίδης, Νίκος Χαραλάμπους, Μάνια Παπαδημητρίου, Θόδωρος Γράμψας, Δεγαΐτης, Καπελώνης

Ο Αντωνιάδης επιθυμούσε να μπει από νωρίς στην παραγωγή, μην έχοντας άλλους πόρους. Έφτασε να κάνει τρεις παραστάσεις τη σεζόν, τότε που υπήρχαν λεφτά στο θέατρο. Όχι πολλά, τα προς το ζην έβγαζε σε εποχές που ο βασικός μισθός ήταν τα 1300 ευρώ! Το 2001 πρωτόπαιξε στην Επίδαυρο με σκηνοθέτη τον Κουγιουμτζή. Δεν θεωρεί τον εαυτό του «νέο ηθοποιό» και μάλλον καλά τα λέει, αφού δεν είναι και λίγα τα σχεδόν 20 χρόνια θητείας του στο χώρο

Μικρογραφία

Έκανε φίλους από το Θέατρο Τέχνης και με το 90% των ανθρώπων που έχει συνεργαστεί, κρατάει πάρα πολύ καλές σχέσεις. Είναι εκ φύσεως διακριτικός όμως και ασυνεπής στο να κάνει τηλεφωνήματα. Προτιμά ουσιαστικές και όχι δημοσιοσχεσίτικες επαφές. Έχει παρεξηγηθεί γι' αυτό, όχι ως σνομπ, αλλά ως «παράξενος», «παραξενίδης». Το θετικό είναι ότι τον καλούν άνθρωποι ξανά για δουλειά, χωρίς να έχει κρατήσει μια καθημερινότητα μαζί τους. Σήμερα οι πιο καλοί και στενοί του φίλοι, «η οικογένεια μου» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, είναι οι ηθοποιοί Ηρώ Μουκίου και Γιάννα Κανελλοπούλου, ο σκηνοθέτης Γιάννης Λαπατάς, ο φυσικός - φωτογράφος Νίκος Ζαχαριουδάκης, η σεναριογράφος Κατερίνα Γιαννάκου, η χαράκτρια Λιάνα Παπαϊωάννου και ο μουσικός Μάριος Τσικνής. Ακόμη ένα λαχείο στη ζωή του βρίσκει την, κατά δέκα χρόνια, μεγαλύτερη του αδερφή με δύο ανίψια που του χάρισε, 25 και 23 ετών σήμερα. Πάντως, αν κάτι σημαντικό έχει καταφέρει στη ζωή του, θεωρεί ότι είναι η σχέση του μ' αυτούς τους ανθρώπους, με τους φίλους του πάνω απ' όλα. Στα άλλα νιώθει αρκετά ανασφαλής. Κι όταν τον ρωτάω τους λόγους της ανασφάλειας του, με αποφεύγει τεχνηέντως με τη φράση - μότο ενός πολύ δικού του ανθρώπου: «Χαμογέλα στη ζωή, μην παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά»

Ούτε φιλόδοξος αισθάνεται ο Αντωνιάδης, κάτι που δεν παραδέχεται απαραιτήτως πάλι με θετικό πρόσημο. Η φιλοδοξία έχει τίμημα, απαιτεί συνέπεια στις δημόσιες σχέσεις και ο ίδιος μάλλον είναι τεμπέλης ως προς αυτό. Επιθυμεί στην ηλικία που βρίσκεται να έχει ένα καλό κλίμα γύρω του. «Σκυλοδουλεύει» στις πρόβες, αλλά θέλει να ξέρει και την πρόθεση ευγένειας του άλλου, όντας ευγενής αυτοπροσώπως. Αποφεύγει τις εντάσεις, διότι όταν συμβούν το κόστος είναι συνήθως ανυπολόγιστο. Αν κάτι ξεπεράσει τα όρια του, ειδικά περί δικαίου, όχι μόνο δικού του, αλλά και των άλλων, γίνεται από έντονος έως και απρόβλεπτος χαρακτήρας

Ο Αντωνιάδης έχει στενή σχέση με τη μουσική και το τραγούδι. Ανατρέχει πάλι σε εκείνη τη δουλειά με τον Μίκη Θεοδωράκη και τη Λαϊκή Ορχήστρα του. Την επόμενη χρονιά είχε την τύχη να τον διευθύνει ο ίδιος ο Μίκης μαζί και μ' άλλους ηθοποιούς και τραγουδιστές στο Ηρώδειο. Πρόσφατα είχε την τιμή της συμμετοχής στη δισκογραφική δουλειά ενός νέου δημιουργού, του 25χρονου Γιώργου Κυριάκου. Το concept ήταν τρεις στιχουργοί - ο αείμνηστος Μάνος Ελευθερίου, η Λίνα Δημοπούλου, ο Νίκος Μωραΐτης - και τρεις ηθοποιοί ερμηνευτές, η Νένα Μεντή, η Μαρίνα Καλογήρου κι ο Αντωνιάδης, που θα απέδιδαν τις τρεις από τις τέσσερις εποχές, το χειμώνα, το φθινόπωρο και την άνοιξη. Θέλει να σταθεί στην ευλογία που του έτυχε να τραγουδήσει τον Μάνο Ελευθερίου. Δεν τον γνώρισε απλά, αλλά είχαν μία ουσιαστική τρίχρονη επαφή αισθητικής και γνώσεων. «Κρατάω ως φυλαχτό τα λόγια του και το χιούμορ του» εκμυστηρεύεται με συγκίνηση ο Αντωνιάδης. Αναπολεί την πρώτη τους συνάντηση: «Όταν θα μπαίναμε στούντιο, ο Γιώργος με ενημέρωσε πως θα ερχόταν και ο Ελευθερίου. Κόμπλαρα! Του είπα πως δεν θα κατάφερνα να βγάλω ούτε νότα από το δέος που ένιωθα! Λόγω ακριβώς του Μάνου Ελευθερίου, όλες μου οι συστολές μετατράπηκαν μέσα σε πέντε λεπτά σε απόλυτη έμπνευση. Ήταν ένας άνθρωπος που η γενναιοδωρία φαινόταν στα μάτια του». Ο θάνατος του ποιητή και στιχουργού, τον συγκλόνισε. Λίγα 24ωρα πριν είχαν μία τηλεφωνική συνομιλία. Ένας αποχαιρετισμός ήταν στην ουσία, τον οποίο δεν ήθελε να δεχτεί εκείνη τη στιγμή ο Αντωνιάδης. Του ζήτησε να πήγαινε απ' το νοσοκομείο να τον έβλεπε. «Ξέχασε το» απάντησε εκείνος...«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω, σ' αγαπώ Μάνο Ελευθερίου»...Αυτό το λέει πρώτη φορά δημόσια ο Θοδωρής και δεν είναι σίγουρος αν πρέπει να μπει στη συνέντευξη μας, εγώ όμως δεν συμφωνώ μαζί του! 

Προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται ως «ηθοποιός που τραγουδάει» και όχι ως «τραγουδιστής». Πιστεύει πως είναι πιο σωστό ο καθένας να πιάνει τον δικό του χώρο. Ανατρέχει σε ερμηνείες ηθοποιών που άφησαν τραγούδια - μνημεία, αντιμετωπίζοντας τα ως μονολόγους. 

Τον καιρό αυτό ετοιμάζεται για να παίξει στην παράσταση του «Χορεύοντας στο σκοτάδι», τη θεατροποίηση της ταινίας του Λαρς φον Τρίερ από τον Δημήτρη Καρατζιά στο θέατρο «Vault». Διακρίνει την τάση της εποχής να μεταφέρονται στο σανίδι κινηματογραφικές ταινίες, αλλά δεν το βρίσκει εξ ορισμού κακό, θεωρεί ότι το κοινό είναι πάντα ο μοναδικός κριτής. 

Τον ρωτάω για το τέλος πώς αντιλαμβάνεται την τέχνη της υποκριτικής κάθε φορά που βρίσκεται πάνω στη σκηνή ή μπροστά στην κάμερα. «Δουλεύω με τις αναφορές μου, τα πρότυπα του, τα διαβάσματα μου, τα ακούσματα μου, τις εμπειρίες μου, τα σαράντα μου χρόνια σε συνάρτηση με το όραμα του εκάστοτε σκηνοθέτη. Μη φανταστείς ότι ακολουθώ μιμητισμό. Μπορεί να δω μία ερμηνεία άλλου ή να ακούσω ένα τραγούδι και αυτό να μου φανερώσει τον ίδιο μου τον εαυτό, να μου ξεκλειδώσει πράγματα». Ο καφές μας, όπως κι η κουβέντα μας, τελειώνουν με μία δήλωση μεγάλου άγχους εκ μέρους του που θα κάθεται και θα βλέπει τον εαυτό του στη μεγάλη οθόνη και σε α' προβολή. «Μεγάλο, αλλά όμορφο άγχος που θα το θυμάσαι για χρόνια» του λέω κι εγώ για να του δώσω κουράγιο μαζί με τις ευχές μου για κάθε επιτυχία στο φεστιβάλ.

Μικρογραφία

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.