Όσο κρατάει ένας καφές με τον ηθοποιό Μάριο Κρητικόπουλο

«Δεν κάνω θέατρο για να φτιάξω τα ψυχολογικά μου» 

Αντώνης Μποσκοΐτης 14/02/2020 | 13:58

Η συζήτηση με τον Μάριο Κρητικόπουλο ξεκινάει απ' τη φωνή του. Δεν πέρασαν και πολλές μέρες από τη δισκοπαρουσίαση της Χρύσας Κωττάκη στον Ιανό, όπου διάβασε ποιήματα του Δημήτρη Λέντζου. Εκεί όλοι είδαν και άκουσαν έναν μικροκαμωμένο τύπο να απαγγέλλει με τη στεντόρεια και καθαρή φωνή του, που θύμισε τον Μάνο Κατράκη! «Η φωνή είναι κάτι προσαρμόσιμο» μου λέει, «συμφώνως με το κείμενο που έχεις να υπηρετήσεις κάθε φορά».

Ο πατέρας του γεννήθηκε στο Χαρτούμ, στο Σουδάν της Αφρικής. «Απ' όσα μου διηγείται, έμεναν σ' ένα πολύ μεγάλο σπίτι και είχαν οικονομική επιφάνεια, αλλά αργότερα τα έχασαν όλα και πήγαν στην Κύπρο, εκεί που γνώρισε την Κύπρια μητέρα μου και παντρεύτηκαν. Σήμερα είναι στα 59 ο πατέρας μου και στα 57 η μητέρα μου. Εγώ γεννήθηκα το 1990». Ο Μάριος έχει έξι αδέρφια και είναι ο τέταρτος στη σειρά ανάμεσα σε άλλα πέντε αγόρια κι ένα κορίτσι. «Όχι, δεν είναι ιερέας ο πατέρας μου, ούτε τσιγγάνος» σχολιάζει με χιούμορ και προσθέτει: «Είμαι ο μοναδικός που αποσχίστηκα από την οικογένεια. Οι υπόλοιποι ζουν στην Κύπρο και δεν ασχολούνται καθόλου με τα καλλιτεχνικά. Η αδερφή μου, ένας απ' τους αδερφούς μου κι εγώ σπουδάσαμε στην Πάτρα μαζί. Αρχικά ήθελα να τελειώσω το θεατρολογικό και μετά να έρθω στην Αθήνα να σπουδάσω ηθοποιός»

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή

Κι όταν ήρθε στην Αθήνα, έδωσε εξετάσεις μόνο στο Εθνικό και στο Θέατρο Τέχνης. Πέρασε στο Τέχνης τελικά. «Δεν μ' ενδιέφερε να δώσω σε καμία άλλη σχολή, ιδιωτική ας πούμε, αν και το Τέχνης είναι πλέον ιδιωτική σχολή» με ενημερώνει. Είχε προηγηθεί η στρατιωτική του θητεία για δύο ολόκληρα χρόνια στην Κύπρο, από τα 18 ως τα 20 του. Οι σπουδές στην Αθήνα ξεκίνησαν στα 24 μέχρι τα 27 του, ενώ τα τελευταία δυόμισι χρόνια εργάζεται ως επαγγελματίας ηθοποιός. «Δεν ήταν δύσκολη η απόφαση να εγκατασταθώ στην Αθήνα. Το οικονομικό κομμάτι ήταν το δύσκολο, αν και κατά το διάστημα των σπουδών έπαιρνα πολύ καλά λεφτά από υποτροφίες του πανεπιστημίου και ζούσα σχετικά άνετα». Έτσι, παράλληλα με το Τέχνης, ο Μάριος δούλευε σε παραστάσεις, στο «φροντιστήριο» όπως το λένε, περνώντας απ' όλα τα πόστα. Χωρίς να έχει κανέναν εδώ, έχτισε σιγά - σιγά το δικό του κύκλο, κυρίως με παιδιά της σχολής. «Πρόκειται για άτομα, με τα οποία παραδόξως δεν κάναμε παρέα όταν ήμασταν στη δραματική σχολή, που αποτελούσε μικρογραφία της κοινωνίας. Μετά, για κάποιο λόγο, άρχισαν επαφές που μας έφεραν πολύ πιο κοντά». Δηλώνει οπαδός της ηρεμίας και της ησυχίας, προτιμώντας τις μαζώξεις σε σπίτια με κρασάκι παρά τις εξόδους με πολύ κόσμο που συνήθως επικρατεί πανικός. 

Περνάει αρκετό χρόνο με διάβασμα και σ' αυτό τον βοήθησαν οι σπουδές στο θεατρολογικό. Απ' την άλλη, αυτό ακριβώς τον δυσκόλεψε στην πρακτική του ενασχόληση με την υποκριτική. «Μπαίνοντας στη σχολή, είχα όλο το θεωρητικό υπόβαθρο και δυσκολεύτηκα να το αποβάλω ώστε να βγω να παίξω. Για να'μαι ειλικρινής, μ' ενδιαφέρει περισσότερο το πρακτικό κομμάτι παρά το θεωρητικό». Μπορεί να μην έχουν περάσει πολλά χρόνια, αλλά ήδη νοσταλγεί την περίοδο στο Τέχνης, το οικογενειακό περιβάλλον της σχολής, που τον δίδαξε να λειτουργεί πάντα συλλογικά και όχι ατομικά. «Νομίζω το Τέχνης δεν βγάζει πρωταγωνιστές ή, σωστότερα, βγάζει εργάτες που γίνονται στη συνέχεια πρωταγωνιστές». Ωραία παρατήρηση! Θυμάται με αγάπη την δασκάλα του, Εύα Κοταμανίδου. «Ήμουν στο πρώτο έτος και για εκείνη ήταν η τελευταία φορά που δίδαξε. Για μία ολόκληρη χρονιά, δεν μας είπε ποτέ ότι θα σταματούσε να διδάσκει. Μια μέρα, στο τελευταίο μάθημα, μας το είπε: ''Είστε το τελευταίο έτος που διδάσκω, γιατί δεν αντέχω πια, δεν καταλαβαίνω την κοινωνία που ζούμε, ούτε και πως λειτουργούν τα νέα παιδιά. Μεγάλωσα πια''. Τη θυμάμαι τώρα να τα λέει και συγκινούμαι, γιατί δεν είχαν ίχνος έπαρσης ή διδακτισμού τα λόγια της, μόνο ειλικρίνεια». Για τον Μάριο, η Κοταμανίδου τον έφερε σε επαφή με τον «παλιό κόσμο» που τείνει να εκλείψει, κάτι που μόνο με το διαχρονικό έχει να κάνει και όχι με το πεπερασμένο. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Η Μαριάννα Κάλμπαρη, διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης και επίσης δασκάλα του, ήταν εκείνη που του έδωσε την πρώτη του δουλειά. Άλλοι δάσκαλοι του ήταν ο Δημήτρης Δεγαΐτης και η Μάνια Παπαδημητρίου. «Το πιο δυνατό συναίσθημα που ένιωσα, ότι τα όνειρα τελικά γίνονται για να πραγματοποιούνται, ήταν στο τελείωμα του τρίτου έτους, που ήταν πολύ δύσκολο. Δούλευα full time στο φροντιστήριο του Τέχνης, κάναμε πρόβες, σπούδαζα και τρέχαμε με πολλές παραστάσεις. Δεν είχα καθόλου χρόνο για μένα και, μάλιστα, είχα χάσει και πολλά κιλά τότε. Δίνουμε εξετάσεις, το πρωί για το Υπουργείο και το βράδυ για τον κόσμο. Τελειώνουμε κι εκεί έρχεται η Κάλμπαρη και μου λέει: ''Μάριε, τώρα που τελείωσες τη σχολή, θα ήθελα πάρα πολύ να είσαι στη Μήδεια που θα κάνουμε στην Επίδαυρο μαζί με τη Ναυπλιώτου''». Τον καταλαβαίνω, καθώς στη συνέχεια μου μιλάει για τα παιδικά του χρόνια, όταν τον πήγαιναν οι δικοί του στην Επίδαυρο και ονειρευόταν ότι θα παίξει κι αυτός εκεί μια μέρα. Ωστόσο, θέλει να μοιραστεί και μια πικρή εμπειρία απ' τα χρόνια στη σχολή και, συγκεκριμένα, τη σχέση του με ένα κορίτσι. «Δεν θα σου πω το όνομα της» μου λέει, «αλλά το πράγμα άρχισε να χαλάει στο τρίτο έτος, όταν αποφασίσαμε οι δυο μας να στήσουμε μία παράσταση. Είδα μια συμπεριφορά, όχι ακριβώς κακή, αλλά που σίγουρα δεν ταίριαζε σε μένα ως άνθρωπος. Επειδή είμαι κι ένας χαρακτήρας που τα παίρνω όλα πολύ προσωπικά, στενοχωρήθηκα που τελικά δεν οδηγηθήκαμε πουθενά. Ακόμα, όμως, έχει την εκτίμηση μου»...

Ερωτώ αν θεωρεί τον εαυτό του έμπειρο στη διαχείριση των ανθρώπων που τον περιβάλλουν. Μου μιλάει πάλι για τη μεγάλη οικογένεια, μέσα στην οποία μεγάλωσε: «Ήμασταν 9 άτομα μέσα σ' ένα σπίτι μαζί με τους γονείς μου. Με το που τ'ακούς αυτό, αμέσως πάει ο νους σου σε μια δυσμενή οικονομική κατάσταση. Αλήθεια είναι πως εξαιτίας αυτού οι προσλαμβάνουσες που έχεις, είναι πάρα πολύ διαφορετικές. Για να'μαι ειλικρινής, μεγαλώνοντας έτσι, βοηθήθηκα στο να κατανοώ τους άλλους». Ως ένα παιδί «χωμένο» από μικρό στα καλλιτεχνικά, ξεχώριζε, κι έτσι αν ο πατέρας του ήταν εριστικός καμιά φορά με τους άλλους, εκείνος τη γλίτωνε! Ακόμη δεν έχει καταλάβει αν υπήρξε το αγαπημένο παιδί του μπαμπά και της μαμάς, πάντως όταν τέλειωσε τη σχολή, θυμάται τα λόγια του πατέρα του: «Σήκω τώρα κι έλα πίσω στην Κύπρο, σε θέλω εδώ, σας θέλω όλους εδώ»...«Του απάντησα ότι τα παιδιά πρέπει να βρίσκουν το δρόμο τους. ''Θέλεις δηλαδή να γυρίσω στην Κύπρο και νά'μαι λυπημένος; Είμαι εδώ πια, η Αθήνα είναι μιάμισι ώρα με τ' αεροπλάνο, πιο κοντά απ' όταν ήμουν στην Πάτρα''». Γελάει σαν του λέω ότι κάτι ήξερε ο πατέρας του, αφού πια πηγαίνει σπάνια στην Κύπρο. Παραδόξως, ούτε κι οι γονείς του τον επισκέπτονται συχνά, αφού ο πατέρας του, ενώ έχει ταξιδέψει πολύ στη ζωή του, απέκτησε ξαφνική φοβία για τα αεροπλάνα. 

Μετά τη συμμετοχή του στην - κατά Κάλμπαρη - «Μήδεια», ο Μάριος πέρασε με επιτυχία από οντισιόν για μια παράσταση στη μικρή σκηνή του Εθνικού. Ακολούθησε η συμμετοχή του στο έργο «Ο πρίγκιπας και ο φτωχός», επίσης στο Εθνικό, όπου εντάχθηκε ως έμμισθος ηθοποιός. Ταυτόχρονα, συμμετείχε σε κάποια επεισόδια του σήριαλ «Η Ζωή εν Τάφω» της ΕΡΤ και αμέσως μετά συνεργάστηκε με τον Φωκά Ευαγγελινό σε μία παράσταση στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, που συνδύαζε θέατρο, μουσική και χορό. Η συνεργασία με τον Ευαγγελινό είχε συνέχεια, αφού τον περασμένο Σεπτέμβρη εμφανίστηκε στο Ηρώδειο σε μια παράσταση έργου του Τριβιζά. Μου δίνει πάσα με όλα αυτά για να σχολιάσω πως αν και νιόβγαλτος ηθοποιός έχει παίξει ήδη στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο, κάτι που θα επιθυμούσε οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφός του στη θέση του! Συμφωνεί: «Μα γι' αυτό ακριβώς σου είπα πριν ότι τα όνειρα γίνονται για να πραγματοποιούνται». Τι γίνεται, όμως, με τον παράγοντα τύχη; Χαμογελάει. «Σίγουρα η τύχη είναι ένας μεγάλος παράγοντας, αλλά δε θα σε βρει μόνη της, πρέπει να την κυνηγάς. Μπορεί να μην πήγα εγώ στην Κάλμπαρη για να με πάρει στην Επίδαυρο, αλλά προσπαθούσα, δεν ήμουν ένα παιδί που δεν δούλευε. Ο Φωκάς, επίσης, δεν με γνώριζε, με είδε να παίζω στο Εθνικό και μου πρότεινε συνεργασία».  

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή

Ζητάω του Μάριου να περιγράψει πως αισθάνεται τον εαυτό του πάνω στη σκηνή κάθε φορά. Θέλει να μου απαντήσει μέσα από τα λόγια των άλλων που τον βλέπουν: «Ήρθε τις προάλλες μια γυναίκα στο ''Χωρίς οικογένεια'' που παίζουμε. Δεν την ήξερα. ''Θα σας πω κάτι και μη με παρεξηγήσετε'' μου είπε, ''αλλά τα μάτια σας πάνω στη σκηνή λάμπουν, είναι φωτεινά''. Την ευχαρίστησα, αφού ήταν το καλύτερο κομπλιμέντο για κάθε νέο ηθοποιό». Δοθείσης ευκαιρίας, με ενημερώνει πως αυτό τον καιρό παίζει στο Θέατρο Τέχνης, στο «Χωρίς οικογένεια» του Εκτόρ Μαλό, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Δεγαΐτη. Υποδύεται τον Ρεμί, ένας ρόλος που τον συγκινεί ιδιαίτερα. Ταυτόχρονα κάνει πρόβες για μία νέα παράσταση στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, τους «Στρατιώτες», σε σκηνοθεσία Παντελή Φλατσούση

Πόσο φοβάται ο Μάριος την τυποποίηση; Είναι κι αυτό το baby face που έχει και που ενδέχεται να τον οδηγεί μονίμως σε ρόλους παιδιών ή εφήβων. «Ήταν ένας φόβος αυτός για να'μαι απόλυτα ειλικρινής» τον ακούω να μου λέει. «Ακόμη όμως και σε μεγάλα έργα, στο πιο κλασικό ρεπερτόριο, υπάρχουν ρόλοι παιδιών. Από σένα εξαρτάται πάλι αυτό. Αν έρθει δηλαδή ένας σκηνοθέτης και μου πει να παίξω του χρόνου σε μια παιδική παράσταση, δική μου απόφαση θα'ναι αν θα το κάνω ή όχι». Ευτυχώς μέχρι στιγμής δεν έχει περιοριστεί σε παιδικούς ρόλους. Κάθε άλλο. Πάντως όταν τον ρωτάω τι ακριβώς ζητάει απ' την τέχνη του θεάτρου, απαντάει ορθά - κοφτά και μετά σκάει στα γέλια: «Να πληρώνω τα νοίκια μου»! Σύντομα επανέρχεται στην τάξη: «Όταν μια δουλειά γίνεται όμορφα, χωρίς εντάσεις, διαφωνίες και μπλεξίματα, είναι το ιδανικό για μένα. Είναι αυτονόητο ότι εκφραζόμαστε μέσω της τέχνης του θεάτρου, μόνο που εγώ δεν κάνω θέατρο για να φτιάξω τα ψυχολογικά μου». Μεγάλη κουβέντα ανοίγει! Θέλω να γίνει πιο αναλυτικός κι εκεί μου λέει πως για να κάνεις καθαρό θέατρο πρέπει πρώτα νά'χεις λύσει τα μέσα σου θέματα. Διαφωνεί με την πολυδιατυπωμένη άποψη ότι οι ηθοποιοί κάνουν ψυχοθεραπεία μέσω της τέχνης τους. «Ένας που ψάχνει να γίνει καλά μέσα απ' τους ρόλους της παγκόσμιας δραματουργίας, μόνο καλά δεν θα γίνει. Ή δολοφόνος θα καταλήξει ή θ' αυτοκτονήσει. Δεν είναι ''νορμάλ'' όλοι οι ρόλοι, πάσχουν. Ήταν κι η συμβουλή που μου'χε δώσει ένας φίλος πριν σπουδάσω ηθοποιός: ''Κοίτα μέσα σου, δες ποιος είσαι, απελευθερώσου και μετά γίνε ηθοποιός''. Με βοήθησε πολύ αυτό»!

Τι θα έκανε, όμως, αν του τύχαινε να παίξει μαζί με έναν ηθοποιό που δεν τά'χει λυμένα τα θέματα του; «Μέχρι στιγμής δεν μου έχει τύχει, αλλά δεν ξέρω πως θα το αντιμετωπίσω. Θα άντεχα τις ακρότητες μόνο αν ήταν δικαιολογημένες. Εγώ πιστεύω πως έχω ισορροπία σε ένα μεγάλο βαθμό, γιατί με θεωρώ γενικότερα έναν ισορροπημένο άνθρωπο. Πάω μέχρι εκεί που μπορώ. Τα θέματα μου μόνος μου τα έλυσα κι αν πάλι νομίζω πως τα έλυσα, θα το δείξει ο καιρός». Σχολιάζω πως μπορεί να'ναι συντηρητικός κατά βάθος, κάτι που δεν αρνείται: «Ναι, ίσως είμαι του κλασικού. Θέλω ο άλλος να παντρευτεί στην εκκλησία, κανονικά. Κι εγώ κάτι τέτοιο θα έβλεπα για μένα, δεν το αποκλείω. Σκέφτομαι, ωστόσο, πως κάνω ένα επάγγελμα ασταθές οικονομικά, οπότε δεν είναι κι ότι καλύτερο να κάνεις οικογένεια με παιδιά»

Λίγο πριν το ραντεβού μας φτάσει στο τέλος του, θέλω ένα σχόλιο του για την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση. Πρωτότυπη η άποψη του: «Δεν καταλαβαίνω γιατί οι περισσότεροι βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο και όχι μισογεμάτο. Δεν τη μπορώ τη μιζέρια. Ας είμαστε αισιόδοξοι και, δυστυχώς, οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν τό'χουν καθόλου αυτό. Εγώ εύχομαι να φτιάξουν κάποια στιγμή τα πράγματα, διότι αν σκεφτόμαστε έτσι, δεν θα φτιάξουν ποτέ! Γιατί να μην κάνουμε όνειρα;» Ευχαριστώ τον Μάριο Κρητικόπουλο για το χρόνο του και λίγο πριν χαιρετηθούμε, μου λέει το εξής: «Τελικά δεν κάνεις ψυχανάλυση με τις παραστάσεις. Με τις συνεντεύξεις κάνεις»

Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή

* Ο Μάριος Κρητικόπουλος παίζει στο έργο «Χωρίς οικογένεια» του Εκτόρ Μαλό, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Δεγαΐτη, στο Θέατρο Τέχνης - ΦΡΥΝΙΧΟΥ. Κάθε Κυριακή στις 11.00 και στις 15.00.

** Στις 17/2 κάνει πρεμιέρα στο υπόγειο θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης το έργο του Lenz, «Οι στρατιώτες», σε σκηνοθεσία Παντελή Φλατσούση, στο οποίο επίσης συμμετέχει.