Όσο κρατάει ένας καφές με τον ηθοποιό Γιάννη Δημητράκη

«Ποτέ δεν ονειρεύτηκα ρόλους, μόνο συνεργασίες»! 

Αντώνης Μποσκοΐτης 17/05/2019 | 17:30

Η συζήτηση με τον ηθοποιό Γιάννη Δημητράκη ξεκινάει, όπως προβλέπεται, με την απαρίθμηση των δουλειών του σε θέατρο, σινεμά και τηλεόραση, όπως και τη διάθεση του να θυσιάζει προσωπικό χρόνο. «Είμαι έτοιμος να τα παρατήσω όλα και ν' αφοσιωθώ σ' αυτό το κάτι που ακόμη δεν έχει βρεθεί» μου λέει, αποδίδοντας εκεί τη χαλαρότητα του. Πέρσι υποδύθηκε τον Ορέστη στις παραστάσεις της «Ορέστειας» που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στο ανοιχτό θέατρο του πατέρα του στην Εύβοια - «κοινοβιακή κατάσταση». Μία ακόμη πρόταση τού έγινε από τον Νίκο Καλογερόπουλο για τους «Ιππείς», αλλά «κακά τα ψέματα, κανείς δεν ζει πια από το θέατρο, ακόμη κι αν δουλέψει καλά για μία σεζόν». Ωστόσο, το θέατρο είναι η δικαίωση του ηθοποιού! «Όσα μπράβο κι αν μου πουν για ένα τηλεοπτικό που θα με δουν, άμα δεν έρθουν να με χειροκροτήσουν στο θέατρο, εμένα δεν μου φτάνει».

Ο Δημητράκης θυμάται τον εαυτό του τεσσάρων - πέντε ετών να φεύγει απ' τους δικούς του και να παριστάνει τον Παπαμιχαήλ που έβλεπε στην τηλεόραση, πιστεύοντας πως θα έκανε το ρόλο του καλύτερα! Ιδεολογικά οι γονείς του ήταν αρνητικοί ως προς τις καλλιτεχνικές σπουδές, καλλιεργώντας του τον ακαδημαϊκό δρόμο. Εκείνος παρόλα αυτά βγήκε στο θέατρο από τα δέκα του χρόνια εξ αιτίας ενός μαθητή της Άννας Καλουτά, του Παύλου Ροδιτάκη: «Είχε μια άδεια ο Ροδιτάκης από την Περιφέρεια και δίδασκε θέατρο στα παιδάκια του δημοτικού. Έτσι προέκυψαν δύο παραστάσεις, μία σχολική και μία στο θέατρο του στο Νέο Φάληρο. Τό'σκαγα απ' το σπίτι και πήγαινα με τα πόδια κάθε μέρα εκεί. Μια Κυριακή άργησε να με πάει ο πατέρας μου και πλάνταξα στο κλάμα». Οι θεατρικές σπουδές ήρθαν πολύ αργότερα, στα 24 του, όταν αντιλήφθηκε πως δεν θα ήταν ικανός διαφορετικά να παίξει τους ρόλους που ονειρευόταν. «Μέχρι τα 19, δεν είχα μυαλό για το θέατρο, δεν παρακολουθούσα καθόλου. Δεν τό'βλεπα σοβαρά.  Τό'χα ρίξει στο διάβασμα για τις πανελλήνιες ως τριτοδεσμίτης και όλοι με περίμεναν για δικηγόρο ή φιλόλογο. Έδωσα εξετάσεις γιατί στην πραγματικότητα δεν με ενδιέφερε καμία σχολή και πέρασα στη λογοθεραπεία. Τότε δεν ήξεραν καν τι ήταν αυτή η σχολή, την οποία τελείωσα μόλις απολύθηκα από το στρατό».  

Θεωρεί πως η γενιά των σαραντάρηδων, όπου ανήκει, έχει μπει σε μία «μουργέλα», αφού έζησε την προ και μετά internet εποχή. Μια γενιά μπερδεμένη από την κρίση, αφού «ότι είχαμε μάθει έπρεπε ξαφνικά να το ξεμάθουμε». Εκείνον τον βοήθησε η υποκριτική ώστε να βλέπει τα πράγματα φυσιολογικά. Κι όταν του λένε πως είναι τυχερός που βιοπορίζεται απ' άλλη δουλειά για να μπορεί να παίρνει χαρά απ' την τέχνη, τους απαντάει: «Ναι, αλλά για σήκω εσύ κάθε μέρα επί 20 χρόνια στις 6 το πρωί»! Στη ζωή κάτι χάνεις και κάτι άλλο κερδίζεις, πιστεύει ο Δημητράκης, αρκεί να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις! Στο σημείο αυτό μνημονεύει τον ηθοποιό Σωτήρη Μουστάκα ως έναν άνθρωπο που η ζωή του έδωσε μέγιστες ευκαιρίες, αλλά εκείνος τις...κλώτσησε. «Υπάρχουν καριέρες που καταστράφηκαν! Ο Μουστάκας, ας πούμε, είχε όλη τη ζωή στα πόδια του και ο τζόγος τον έκανε να τα χάσει όλα. Είναι γνωστά πράγματα, δεν τα λέω μόνο εγώ, κόντεψε να χάσει τον εαυτό του και τον αναφέρω γιατί τον θεωρώ έναν μεγαλειώδη καλλιτέχνη που πιθανώς να μην ήξερε τη σπουδαιότητα του, όπως και ο Γιάννης Βόγλης»

Η πρώτη επαφή του Γιάννη Δημητράκη με το Εθνικό Θέατρο ήταν κάπως απογοητευτική. Έχοντας χάσει τις εξετάσεις, τον φόρτωσαν με τη διδακτέα ύλη της επόμενης εξεταστικής περιόδου, κυριαρχούσε όμως η νοοτροπία του «εμείς είμαστε μόνο και κανένας άλλος». «Έμαθα ότι το πρόγραμμα σπουδών ξεκινούσε από τις 9 το πρωί ως τις 10 το βράδυ. Εγώ ήθελα νά'μαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος, η ζωή δεν είναι μόνο θέατρο. Παράλληλα με τη σχολή που πήγα τελικά, έκανα σχέσεις, ταξίδευα πολύ». Τη σχολή του τη βρήκε από ένα φυλλάδιο. Είδε ονόματα ηθοποιών που λάτρευε μεταξύ του καθηγητικού team, σαν τη Νεφέλη Ορφανού και τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου, μπήκε, ρώτησε και γράφτηκε κατευθείαν. Με το τέλος του α' έτους έδωσε εξετάσεις και στο ΥΠΠΟ και πέρασε με επιτυχία. Συμψηφίστηκαν οι χρονιές και από το β' έτος άρχισε να δουλεύει επαγγελματικά στο θέατρο. «Ζούσα με τους δικούς μου, μετά μόνος μου, έχασα τη μάνα μου και ξαναγύρισα στο πατρικό μου, όπου έπρεπε να φροντίζω τον πατέρα μου, να κάνω άλλη πρωινή δουλειά και να δουλεύω και στο θέατρο. Είναι κάτι που μου συμβαίνει από τα 25 μου μέχρι σήμερα». Πάλι καλά που δεν απογοητεύεται εύκολα, αν και πιστεύει ότι η ζωή ολόκληρη είναι μία απογοήτευση για τους πιο πολλούς ανθρώπους!  

Σκοπός του επί σκηνής είναι να αφυπνίζει τους ανθρώπους, είτε κάνει πρωταγωνιστικό ρόλο, είτε λέει απλά δυο ατάκες. «Αν κάτσεις και πιέσεις τον εαυτό σου, αν έχεις γνώση και πείσμα, ακόμα και μια ατάκα θα ακουστεί διαφορετικά στους από κάτω. Αν μέσα σε μια παράσταση δε νιώσω καλά, σηκώνομαι και φεύγω». Σημαντικότερη θεατρική στιγμή του θεωρεί τον Άδμητο από την «Άλκηστη» του Ευριπίδη στη Μικρή Επίδαυρο το 2008 σε συνσκηνοθεσία Ντίνας Ρίτσου, Ένκε Φεζολλάρι και Νίκου Ορφανού. Εκτιμάει την εργασία του Φεζολλάρι: «Τον βρίσκω εξαιρετικά ταλαντούχο και πιστεύω πως η δουλειά του διαφέρει απ' την ελληνική νοοτροπία». Όλη του η έννοια στις συγκεκριμένες παραστάσεις δεν ήταν να βγει και να παίξει καλά μπροστά σε 3.500 άτομα κάθε φορά, αλλά να μην ξεχάσει τα λόγια του! «Έλεγα, Παναγία μου, να βγω και να τα πω, μην αφήσω τίποτα» μου λέει και γελάει. 

Πλέον τον ενδιαφέρουν πολύ συγκεκριμένα πράγματα από το θέατρο. Δεν είναι αρνητικός, απλά ξέρει προς τα που «γέρνει». Μου μιλάει και για τα σπικάζ που κάνει με τη φωνή του για πολλές διαφημίσεις. «Διαφημίζω προϊόντα, αλλά ο τρόπος που το κάνω ικανοποιεί πρωτίστως εμένα. Διπλή ικανοποίηση όταν μου λένε πως οι διαφημίσεις έχουν ζήτηση για προβολές και τα προϊόντα πάνε καλά». Ξεκαθαρίζει πως τα διαφημιστικά σπικάζ δεν είχαν ποτέ καλές αμοιβές σε αντίθεση με τις παιδικές μεταγλωττίσεις. «Έχω κάνει μόνο δύο μεταγλωττίσεις και θα ήταν ευχής έργον να απασχολούμουν περισσότερο. Θα μπορούσα να παρατήσω και το θέατρο για μία σαιζόν, τόσο πολύ μου αρέσει»

Στα 14 χρόνια που δουλεύει στο χώρο έχει γνωρίσει φυσικά πολύ κόσμο. «Τι κι αν έχω ένα μεγάλο βιογραφικό; Πιστεύω πως δεν έχω κάνει τίποτα, αφού θά'ρθει η επόμενη δουλειά και θα απαιτήσει να αφοσιωθείς ολοκληρωτικά σ' αυτήν». Προσγειωμένος ακούγεται κι αυτό έχει να κάνει με τις απαιτήσεις από τον ίδιο του τον εαυτό. Σχολιάζει και τα της τηλεόρασης: «Τα budgets μειώθηκαν, το ξέρουμε όλοι, ωστόσο κάτι σημαντικό γίνεται που από πέρσι ξεκίνησε η μυθοπλασία στην τηλεόραση. Μπορεί ν' αναμασάμε τα παλιά, αλλά τουλάχιστον δίνεται δουλειά σε ανθρώπους. Σκέψου τι γινόταν το 2012, το '13 και το '14 που δεν κουνιόταν φύλλο στην τηλεόραση»! Θυμάται ότι το 2014 που του τηλεφώνησαν για ένα ρόλο σε καθημερινό σήριαλ του Star, δεν το πίστευε, νόμισε ότι του έκαναν πλάκα! 

Έχει κάνει και γυμνό στο θέατρο, διαπιστώνοντας πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει συντηρητισμός τόσο με το γυμνό, όσο γενικά με το διαφορετικό. «Ήταν πολύ εξτρίμ και ακραία παράσταση! Παίζαμε για έξι μήνες περίπου και ελάχιστοι ήρθαν να μου πουν συγχαρητήρια, αφού έβγαιναν αποσβολωμένοι κι αυτό δεν είχε να κάνει με την ερμηνεία μου, αλλά με τη φύση του έργου και τη σκηνοθετική γραμμή». Ομολογεί πως δεν θα έκανε ποτέ γυμνό για το γυμνό: «Εγώ μεγάλωσα ελεύθερα, δεν έχω κανένα θέμα με τη γύμνια και οπλίστηκα ψυχικά με το να δρω ανεξάρτητα. Δεν θα με έλεγα συντηρητικό άνθρωπο σε κανένα επίπεδο»

Τον καιρό αυτό παίζει σε μία μεγάλου μήκους ταινία που λέγεται «Καϊτάν», βασίζεται σε ένα γιαπωνέζικο έθιμο και στηρίζεται στο έντονο παραφυσικό στοιχείο. Υποδύεται έναν καθηγητή πανεπιστημίου, τον φίλο της Ισμήνης, της συμπρωταγωνίστριας του, η οποία υποτίθεται ότι έλειπε για δύο χρόνια στην Ιαπωνία. Το story της ταινίας ξεκινάει με μια μάζωξη φίλων στο σπίτι της Ισμήνης, όταν όλοι δέχονται να παίξουν ένα παιχνίδι, στο οποίο αρχικά δεν συμβαίνει τίποτα, κατόπιν όμως η πραγματικότητα μπλέκεται με τη μεταφυσική και το παράλογο.  

Ρωτάω τον Δημητράκη για ποιον ακριβώς λόγο «παλεύει» στην τέχνη. «Ο μόνος λόγος είναι η βελτίωση μου» απαντάει. «Δεν υπάρχει σχολή που θα σε κάνει να ξεχωρίσεις απ' τους άλλους, ούτε και που θα σου βρει δουλειά. Τα πάντα τα βρίσκεις μόνο μέσα από σένα». Ποτέ δεν σκέφτηκε να τα παρατήσει, εφόσον δεν μπορεί να ζήσει μακριά απ' τα καλλιτεχνικά. «Εμένα δεν με άρπαξε κανείς να με στείλει κάπου, είμαι ένας ηθοποιός σαν εκατοντάδες άλλους της γενιάς μου. Κάθε χρόνο βγαίνουν απ' τις σχολές περίπου 600 ηθοποιοί, οι οποίοι δεν ''απορροφούνται'' και δεν ξέρουν καν τη δουλειά καθαυτή. Δεν ονειρεύτηκα ποτέ ρόλους συγκεκριμένους παρά μόνο συνεργασίες! Αν θέλω να λέγομαι επαγγελματίας, πιστεύω ότι το ήμισυ είναι η επικοινωνία και γι' αυτό το λίγο πίνουμε καφέ τώρα και σας μιλάω».  

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.