Όσο κρατάει ένας καφές με τον ερμηνευτή Παντελή Θεοχαρίδη

Μία κουβέντα περί Τέχνης και Αριστεράς με τον τραγουδιστή που κινείται ευέλικτα από το «λαϊκό» του Χ. Νικολόπουλου στο «ηλεκτρονικό» της Λ. Πλάτωνος 

Αντώνης Μποσκοΐτης 13/06/2019 | 09:33

«Ποιος καλός άνεμος σε έφερε στην Αθήνα;» ρώτησα τον Θεσσαλονικιό ερμηνευτή Παντελή Θεοχαρίδη που δεν τον πολυβλέπουμε στην πόλη μας. «Συμμετέχω στο άλμπουμ ''Silver Alert'' της Χρύσας Κωττάκη με ένα τραγούδι» με ενημερώνει και μου μιλάει για τη στενή συνεργασία του με τον ποιητή Δημήτρη Λέντζο. Σε στίχους του Λέντζου, άλλωστε, επίκειται η ηχογράφηση και ενός νέου ολόκληρου άλμπουμ με ερμηνευτή τον ίδιο σε μουσική του ιατρού και συνθέτη Στάθη Γκότση: «Με τον Δημήτρη Λέντζο είχαμε συνεργαστεί πριν αρκετά χρόνια και είχα τραγουδήσει ένα αγαπημένο μου τραγούδι, το ''Αχ η ζωή'', σε στίχους του και σε μουσική Μιχάλη Τερζή. Έκτοτε δεν συνεργαστήκαμε πάλι, ήταν επιθυμία και των δύο, ώσπου τά'φερε η μοίρα και ο χρόνος και βρεθήκαμε ξανά στις δουλειές της Κωττάκη και του Γκότση»

Του λέω πως αν και δεν εμφανίζεται σχεδόν καθόλου σε μουσικές σκηνές Αθηνών και Θεσσαλονίκης, διατηρεί σταθερή τη δισκογραφική παρουσία του. Συμφωνεί! «Έχω κάποια δυσκολία, η αλήθεια είναι, στα live και ειδικά στη Θεσσαλονίκη απέχω αρκετό καιρό. Ίσως αυτό έχει να κάνει με το ότι για μία μεγάλη εποχή προσωποποίησα τη σχέση μου με το τραγούδι, ήταν σαν ένα πρόσωπο που του δόθηκα ολοκληρωτικά κι εκείνο με τυράννησε. Ίσως πάλι να με ενδιαφέρει η παρουσία μου στη δισκογραφία, αφού αυτή είναι που καταγράφεται ιστορικά, αν θες». Στο σημείο αυτό αναφέρει τους συναυλιακούς συνεργάτες του των τελευταίων χρόνων, σαν τον Στέλιο Βαμβακάρη, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον συχωρεμένο Μανώλη Ρασούλη, τον Χρήστο Λεοντή, αλλά και τη Λένα Πλάτωνος, με την οποία είχαν δώσει συναυλία στην Κύπρο. Θυμάται ακόμη τη συνεργασία του για χρόνια με τον Σταύρο Κουγιουμτζή, που ακόμη τον λέει «ο κύριος Σταύρος»

Ακούγοντας τόσα ονόματα, δεν μπορώ να μην του θυμίσω πως η φωνή του έχει «ντύσει» οριακά έργα, αρχής γινομένης από τη «Μικρή πατρίδα» του Γιώργου Ανδρέου και του Παρασκευά Καρασούλου το 1996 μέχρι τον «Ιερό Πόνο» της Λένας Πλάτωνος και του Γιώργου Χρονά το 2014. Οριακό έργο θεωρεί ο ίδιος και την ηχογράφηση του «Πρωινού άστρου» του Γιάννη Ρίτσου στη μελοποίηση του Χρήστου Λεοντή, αφού «μία συνεργασία με τον Λεοντή ισοδυναμούσε σχεδόν με νεανικό όνειρο». Για κάποιες άλλες εργασίες του, σαν «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» και το καβαφικό «Είπες θα πάγω σ' άλλη γη» θα μιλήσουμε στη συνέχεια της κουβέντας μας. Προέχει να τον ρωτήσω αν κουβαλά ως βάρος χρόνων το ότι η «Μικρή πατρίδα» έγινε μεγάλη επιτυχία με τις φωνές του Γιώργου Νταλάρα και του Χρήστου Θηβαίου και όχι με τη δική του α' εκτέλεση. «Αρχικά, όταν άκουσα την επανεκτέλεση του τραγουδιού από τον Νταλάρα και τον Θηβαίο, οφείλω να σου πω ότι κολακεύτηκα που ο σπουδαιότερος τραγουδιστής μας τραγουδούσε σε δεύτερη εκτέλεση ένα τραγούδι που εγώ είπα σε πρώτη. Δεν με ενόχλησε, ομολογώ, περισσότερο μια ''φασαρία'' επ' αυτού δημιούργησαν άλλοι και όχι εγώ, που δεν ασχολήθηκα καθόλου με το θέμα». Εννοείται πως ακόμη κι αν καμιά φορά στα live του δεν εντάσσει το εν λόγω τραγούδι, ο κόσμος πάντα του το ζητά στο τέλος του προγράμματος. 

Με τη Λένα Πλάτωνος στο home studio της και με τα ποιήματα του Γιώργου Χρονά στα χέρια, γράφοντας τα τραγούδια του «Ιερού Πόνου» (φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης)

Η περιπέτεια του Θεοχαρίδη με το τραγούδι ξεκινά από την παιδική του ηλικία. Δηλώνει γεννημένος και μεγαλωμένος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Οι ρίζες του κρατάνε από την Κωνσταντινούπολη, την Αδριανούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Ο παππούς του ο Παντελής, πατέρας της μητέρας του, ήταν μουσικός, έπαιζε διάφορα όργανα και κυρίως βιολί. Τραγουδούσε επίσης και είχε πρότυπο του τον Mario Lanza. «Έχω κρατήσει ένα δισκάκι Mario Lanza απ' αυτά που άκουγε πολύ ο παππούς μου» μου λέει, τονίζοντας πως η καλλιτεχνική του πλευρά χρωστάει πολλά στη μητέρα του, η οποία τον νανούριζε με Χατζιδάκι, «Ο ''Ταχυδρόμος πέθανε'', τέτοια ακούσματα». Με τη γιαγιά του πάλι είχε άλλη σχέση: «Παίζαμε μαζί χαρτιά, μου έμαθε το κουμκάν» αναπολεί με χιούμορ. Πάντως, κατάλαβε από μικρός ότι θα γινόταν τραγουδιστής άπαξ και έμπλεξε με τις παιδικές χορωδίες. «Στα 12 μου η μάνα μου μού πήρε δώρο μία κιθάρα κι αυτό ήταν ένα ακόμη έναυσμα για να ασχοληθώ με το τραγούδι. Αργότερα σπούδασα φωνητική στο Μακεδονικό Ωδείο, σύγχρονο τραγούδι στο Σύγχρονο Ωδείο, βυζαντινή μουσική στην Ανωτέρα Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης και παραδοσιακά όργανα, τρίχορδα και κρουστά, στο Δημοτικό Ωδείο Καλαμαριάς»

Η είσοδος του στη δισκογραφία έγινε, όπως είπαμε, το 1996 με τη «Μικρή πατρίδα»: «Απ' ότι ξέρω, εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν τα demo που έκαναν διάφοροι τραγουδοποιοί και συνθέτες. Κάποιος φίλος έστειλε στον Γιώργο Ανδρέου μία κασέτα, στην οποία τραγουδούσε ο ίδιος και δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι. Ένα τραγούδι, όμως, επειδή είχα γράψει εγώ τους στίχους, το τραγουδούσα κι εγώ. Ο Ανδρέου επικοινώνησε με τον φίλο, ζήτησε να με γνωρίσει και τα άλλα μετά πήραν το δρόμο τους». Πως ήταν για έναν πρωτοεμφανιζόμενο τραγουδιστή να συμμετέχει σε δίσκο με τον Νταλάρα, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη και την Τσαλιγοπούλου; «Δεν στάθηκα σ' αυτό» λέει ο Θεοχαρίδης, «εφόσον για μένα ήταν ο πρώτος μου δίσκος. Έμπαινα για πρώτη φορά στο στούντιο και ηχογραφούσα». Άλλωστε, προ δισκογραφίας, είχε συνεργαστεί με τη Μελίνα Κανά, τη Λιζέτα Καλημέρη και τον Σωκράτη Μάλαμα. Έχει ενδιαφέρον τώρα το μουσικό κλίμα της Θεσσαλονίκης, για το οποίο μιλάει. «Εδώ ακόμα ζούσε ο Σωκράτης, ήταν η Μελίνα μαζί μας και οι χώροι ήτανε λίγοι, όπου πηγαίναμε ο ένας στα live του άλλου, είτε ως θαμώνες, είτε ως συνεργάτες. Γνωριζόμασταν μεταξύ μας, πηγαίναμε και σ' ένα καφενείο που θα συναντούσες τον Μανώλη Ρασούλη, τον Νίκο Παπάζογλου και τον Μάλαμα στο διπλανό τραπέζι». Με τον Παπάζη, αν και δεν συνεργάστηκαν ποτέ, είχαν φιλικές επαφές και έβλεπε ο ένας τον άλλον στα διάφορα live. Κι αν επίσης θεώρησε ότι με τη «Μικρή πατρίδα» πραγματοποιούσε το όνειρο του, στην πορεία τα πράγματα αποδείχθηκαν κάθε άλλο παρά ρόδινα. Η ταλαιπωρία άρχισε νωρίς, εξ ου και ο δεύτερος δίσκος του ήρθε αρκετά χρόνια μετά. «Βρισκόμουν για δυόμισι χρόνια δεσμευμένος με μία εταιρεία χωρίς να δισκογραφώ και μετά έπρεπε μόνος να ψάξω. Δεν είχα ποτέ κάποια εταιρεία από πίσω μου να με καθοδηγήσει»

Μήπως όμως ο Θεοχαρίδης είναι ένας άνθρωπος ιδιαίτερος ή και «δύσκολος» για τη λογική των πολλών; Τον ρωτάω, ας πούμε, για ποιο λόγο δεν του παίρνεις ένα χαμόγελο όση ώρα τραγουδάει. Η απάντηση του με πείθει: «Κι εμένα μου φαίνεται περίεργο πώς συνάδελφοι μου τραγουδούν για μια χαμένη αγάπη, για τη διάψευση ονείρων, για το μαρτύριο της ζωής, για τον καημό και τον πόνο και ταυτόχρονα μας χαρίζουν το χαμόγελο της Kolynos. Ύποπτο μου φαίνεται, να με συγχωρείτε, αλλά δεν τό'χω...» Προσθέτει πως αρχικά πίστευε στο ότι θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά του από τη Θεσσαλονίκη και, πράγματι, για πολλά χρόνια αυτό έκανε. Τελικά, όμως, κατάλαβε ότι η απόσταση από την Αθήνα, που βρίσκονται τα πάντα, εταιρείες και παράγοντες, είναι απαγορευτική - τα ίδια που μου είχε πει στην πρόσφατη συνέντευξη του και ο Θωμάς Κοροβίνης! Θυμάται εδώ την πρώτη του συνομιλία με τον Μίκη Θεοδωράκη, όταν συνεργάστηκε για μία τετραετία με τη Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης: «Θα τα καταφέρεις να βρίσκεσαι εδώ όποτε χρειάζεσαι;» τον είχε ρωτήσει ο μεγαλύτερος Έλληνας συνθέτης. «Δεν χρειάζεται να με υπολογίζετε ως Θεσσαλονικιό» τού'χε απαντήσει, «θα μου λέτε απλά τόπο και χρόνο». Αξέχαστα τα τραπέζια με τον Μίκη στο Βραχάτι, αλλά ότι σημαντικότερο έχει κάνει συναυλιακά ήταν αναμφισβήτητα όταν τραγούδησε στις ιστορικής σημασίας συναυλίες της Μακρονήσου: «Τι άλλο να θέλω, όταν ο ίδιος ο Θεοδωράκης με διηύθυνε στη ''Ρωμιοσύνη'' του Ρίτσου στη Μακρόνησο; Για βάλτα κάτω»

Με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ ποτέ δεν συναντήθηκαν, κατά ένα τρόπο συνδέονται. Αρχές του 2000, βλέπεις, κυκλοφόρησαν από τον Σείριο τα «Τραγούδια του χαμένου ποιητή» σε μουσική Δημήτρη Μαρκατόπουλου και σε στίχους Χ. Γ. Παπαδόπουλου και Γιάννη Τσατσόπουλου. Αγαπημένος δίσκος, δυσεύρετος σήμερα! «Λογικό ως ''Τραγούδια του χαμένου ποιητή'', νά'ναι χαμένος και ο δίσκος» μου λέει και αφηγείται την ιστορία του έργου: «Ο Μάνος Χατζιδάκις επρόκειτο να επιμεληθεί την έκδοση, αλλά τον πρόλαβε ο χρόνος, μας ''έφυγε''. Αργότερα, ο γιος του, Γιώργος Χατζιδάκις, είχε την καλή σκέψη να δει πάνω σε τι δούλευε ο πατέρας του πριν την αναχώρηση του. Έτσι, βρήκε τα ''Τραγούδια του χαμένου ποιητή''. Ο Χατζιδάκις είχε ήδη βάλει τα κομμάτια στη σειρά, αυτός τους έδωσε τίτλους και αυτός ονόμασε το δίσκο! Την παραγωγή την προχώρησε ο υιός Χατζιδάκις πια, αλλά εμείς γράψαμε στη Θεσσαλονίκη χωρίς να έχουμε ανθρώπους της εταιρείας στα πόδια μας»

Θέλει να μιλήσει και για μερικές άλλες συνεργασίες του, με τον Γιώργο Σταυριανό, με τον Ευγένιο Δερμιτάσογλου και τον Θανάση Πλαταμώνα που είχαν κάνει έναν καλό, αλλά αδικημένο δίσκο, το «Η αγάπη πάει με κουπιά», καθώς και έναν κύκλο τραγουδιών σε ποίηση Καβάφη, που τραγούδησε, σε μελοποιήσεις του Κωνσταντίνου Κάλλια. Αριστουργηματικό θεωρεί τον «Ιερό Πόνο» της Πλάτωνος σε ποίηση Χρονά, «ένα έργο που προσωπικά θα το ήθελα να ηχογραφηθεί ξανά με φυσικά όργανα, είναι ένα όνειρο μου»

Ρωτάω τον Παντελή Θεοχαρίδη αν η αισθητική είναι και πολιτική στην Τέχνη. Μου απαντά πως αισθητική είναι και ηθική. Γιατί ηθική και όχι ήθος; Εισπράττω την εξής απάντηση: «Ο Βιτγκενστάιν είπε πως αισθητική και ηθική στο βάθος συμπίπτουν κι αυτό εγώ το αντιλαμβάνομαι ότι μέσα στην ηθική εμπεριέχεται και η αισθητική. Η αλήθεια μέσα της έχει ομορφιά κι απ' την άλλη, στο όμορφο και στο ωραίο υπάρχει ήθος. Έτσι η τέχνη διαμορφώνει το ήθος». Ανατρέχει και στον Νίτσε: «Μην ξεχνάμε ότι ο Νίτσε παρουσιάζει την αισθητική ως την ηθική του μέλλοντος. Σε ότι αφορά τη σχέση πολιτικής - τέχνης, νομίζω πως δε μπορεί να απομονωθεί το αισθητικό από το κοινωνικό, άρα το πολιτικό, και με μαρξιστικούς όρους να το δούμε ακόμα! Δεν αναφέρομαι μόνο στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό που αναγορεύθηκε σε επίσημη μαρξιστική - λενινιστική αισθητική»!

Ο Θεοχαρίδης φως - φανάρι είναι ένας έντονα πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης και δεν θα μπορούσε να μην είναι: «Απ' τη μεριά του πατέρα μου, προέρχομαι από μία λαϊκή οικογένεια, τα περισσότερα μέλη της οποίας έκαναν τις ''διακοπές'' τους στα γνωστά ξερονήσια της εποχής, ενώ από τη μεριά της μάνας μου προέρχομαι από μία μεσοαστική οικογένεια. Είχαμε τον θείο Κώστα Μπέλα, αδερφό της γιαγιάς μου, βουλευτή επί σειρά ετών, εκλεγμένος δύο φορές με το δημοκρατικό σοσιαλιστικό κόμμα και άλλες δύο φορές με την ΕΠΕΚ». Για όλους αυτούς τους λόγους θυμάται την πολιτική που υπήρχε ανέκαθεν μεσ' στο σπίτι του και την πιο αγαπημένη του ασχολία που ήταν η παρακολούθηση πολιτικών συζητήσεων των μεγαλύτερων. 

Ανησυχεί για το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου: «Ο λαός καλείται να πάρει μία σοβαρότατη απόφαση, στην οποία συγκρούονται δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι: Η πρόοδος, η κοινωνική αλληλεγγύη, τα κινήματα και τα ανθρώπινα δικαιώματα εναντίον ενός κόσμου που μας έρχεται από τα παλιά και που μυρίζει συντήρηση, ναφθαλίνη και παρακράτος». Είναι κατηγορηματικός: «Αν ο κόσμος πιστέψει στα όσα λέει η δεξιά παράταξη, νά'ναι έτοιμος να γυρίσουμε σε έναν Μεσαίωνα, τουλάχιστον σε ότι αφορά τα εργασιακά, την υγεία. Βγαίνουν και τα λένε φανερά και όταν ο κόσμος αντιδράσει, θα του πουν ''Αφού σ'τα λέγαμε''»...Κι όταν ρωτάω τον Παντελή Θεοχαρίδη αν θα κατέβαινε στην πολιτική, μου απαντάει ορθά - κοφτά: «Φυσικά»! Και συνεχίζει: «Με τον ΣΥΡΙΖΑ όποτε μου ζητηθεί, κατεβαίνω, είχε συμβεί και στο παρελθόν. Ανήκω στον ΣΥΡΙΖΑ του 4%, τότε που βρισκόμασταν στη Γένοβα το 2001 και συνειδητοποιούσαμε τα κοινά που συνέδεαν τον Συνασπισμό με την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Έτσι προχωρήσαμε και έτσι στήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ».

Αυτόν τον καιρό ο Θεοχαρίδης προσπαθεί να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του στη Δημόσια Ιστορία. Δεν θα ήταν αποτρεπτική, όμως, για το τραγούδι, για την τέχνη του, μια εμπλοκή με την πολιτική; «Και να ήθελα ν' αφήσω το τραγούδι, δεν μ' αφήνει αυτό, είναι μια σχέση ζωής πλέον». Τον ευχαριστώ για την κουβέντα που κάναμε, για το ότι είναι αυτός που είναι, ένας από τους καλύτερους Έλληνες ερμηνευτές με την ευχέρεια να «πηγαίνει» από το λαϊκό του Νικολόπουλου στο ηλεκτρονικό της Πλάτωνος, όπως και του εύχομαι να έχει μια καλή πορεία, είτε στην τέχνη, είτε στην πολιτική.