Όσο κρατάει ένας καφές με την ερμηνεύτρια και τραγουδοποιό Ερασμία Μάνου

Φωνή με γρέζι και δημιουργός τραγουδιών που έχουν σαν εκκίνηση το rock, φλερτάρουν όμως με ευκολία και με άλλα είδη. Η Ερασμία Μάνου είναι κάτι πολύ παραπάνω από «κόρη της Σοφίας Βόσσου» και τα κατάφερε όλα μόνη της! 

Αντώνης Μποσκοΐτης 28/06/2020 | 09:14

Η συνέντευξη με την Ερασμία Μάνου δεν θα μπορούσε να μην ξεκινήσει με μία ερώτηση που θα την ακούει συνέχεια: «Πως είναι να είσαι κόρη της Σοφίας Βόσσου;», μεγαλωμένη - κατ' επέκτασιν - μέσα σ' ένα μουσικό περιβάλλον; Μου απαντάει πως η Βόσσου καταρχάς για κείνη είναι η μητέρα της και μετά έρχεται η καλλιτεχνική της υπόσταση: «Είναι η μανούλα μου και την αγαπώ, όπως όλοι οι άνθρωποι αγαπάνε τις μανούλες τους. Είναι η ζεστασιά μου, το φαγάκι μου, τα γνωστά πράγματα. Απ' την άλλη, είναι η καλλιτέχνιδα Σοφία Βόσσου που αυτό φέρνει πολλά δώρα, αλλά και πληγές». Με τη λέξη «πληγές» δεν εννοεί τίποτα δραματικές καταστάσεις. Αναφέρεται στο επάγγελμα της, που της έτρωγε πολύ χρόνο. Πήρε καιρό και στην ίδια, δηλαδή, να αντιληφθεί πως είναι κόρη μιας καλλιτέχνιδας, που πρέπει ν' αφιερώνεται στη δουλειά της, μία δουλειά πολύ ανθρωποκεντρική ούτως ή άλλως. Απ' την άλλη, κρατάει όμορφες μνήμες από την παιδική ηλικία: «Μεγάλωσα μέσα στη μουσική, στα καμαρίνια, είμαι παιδί του ''Κυττάρου'' και του ''Αχ Μαρία''. Γεννήθηκα τον Φεβρουάριο του 1983, άρα θυμάμαι χωροταξικά όλους τους χώρους που εμφανιζόταν η μάνα μου: Τα καμαρίνια, τη σκηνή, κάποια σκηνικά που είχαν γίνει, όπως ένα βράδυ που σωριάστηκε κάτω ο σαξοφωνίστας τους...Μεγάλωσα κοντά σε ανθρώπους σαν τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ, ακόμη και τον Στέλιο Ρόκκο, στα πρώτα του βήματα στο ''Κύτταρο''»

Κάτι που το'χει συζητήσει με φίλους της η Ερασμία είναι ότι και απ' άλλους γονείς νά'χε γεννηθεί, διότι και ο πατέρας της είναι μία έντονη καλλιτεχνική φύση, πάλι τραγουδίστρια και μουσικός θα γινόταν. «Είναι κάτι που ναι μεν το έμαθα από παιδί, αλλά το' χα μέσα μου ανέκαθεν» την ακούω να μου λέει. Θυμάται τον εαυτό της στα τρία της χρόνια να κάθεται στο πιανάκι και να σκαρώνει μελωδίες, μιμούμενη ίσως τη μητέρα της. Μεγάλο κομμάτι της ζωής της θεωρεί και τον Ανδρέα Μικρούτσικο, που υπήρξε για πολλά χρόνια το έτερον ήμισυ της Σοφίας Βόσσου: «Ο Ανδρέας με τη μητέρα μου ήταν μαζί για 10 - 11 χρόνια. Εγώ ήμουν παιδί τότε και μεγάλωνα μαζί τους. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τα καλοκαίρια στη Μήλο με το φουσκωτό που πηγαίναμε και κάναμε ελεύθερο κάμπινγκ για τρεις μήνες; Ζούσαμε ευτυχισμένες πρωτόγονες καταστάσεις. Θάλασσα, βόλτες, συζητήσεις εκ βαθέων, που το'χει πολύ αυτό ο Ανδρέας, συμβουλές, έντονη πολιτικοποίηση και, φυσικά, πολλά μαθηματικά, με τα οποία με είχε τρελάνει. Έπρεπε υποχρεωτικά να κάνουμε μία ώρα μαθηματικά την ημέρα κι εγώ δεν είχα καμία σχέση, ήμουν κάκιστη».  

Η Ερασμία ήταν πολύ ελεύθερο κορίτσι, μπαίνοντας στην εφηβεία. Έφευγε με τα καράβια και την ψάχνανε, μου εκμυστηρεύεται. Τό'χε σκάσει δυο φορές απ' το σπίτι και ήταν «εξαφανισμένη», κυρίως για γκομενικούς λόγους: «Μία φορά, στα 14 μου, τσακώθηκα με τη μάνα μου. Κάτι μου'πε, κάτι της είπα, δεν θυμάμαι ακριβώς, οπότε εγώ έκλεισα εισιτήρια, πήρα το πλοίο και πήγα στη Μήλο και τους πήρα μετά τηλέφωνο από κει. ''Είσαι τρελή, δεν είσαι καλά, γύρνα πίσω'' να μου λέει η μάνα μου κι εγώ να της απαντάω ''Όχι, δεν θα γυρίσω''! Ήμουν πολύ ανεξάρτητο παιδί, γι' αυτό και στα 17 μου, αμέσως μετά το σχολείο, έφυγα απ' το σπίτι». Από κείνη την ηλικία, η Ερασμία ξεκίνησε να δουλεύει στο ραδιόφωνο ως παραγωγός, αρχικά στον ΑΙΓΑΙΟ FM. Την είχε πάρει δίπλα του ο Πέτρος Κωλέττης στη ροή προγράμματος, αλλά του άρεσε η φωνή της και της ζήτησε να κάνει ένα δοκιμαστικό, έναν πιλότο εκπομπής. Έτσι, για τρία χρόνια είχε την πρώτη δική της εκπομπή την περίοδο 1999- 2000. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Επίσης από μικρή ηλικία άρχισε να γράφει δικά της τραγούδια. Τους στίχους ενός τραγουδιού, που'χε φτιάξει στα 13 της, το «Είπα απόψε», η Σοφία Βόσσου τους ανακάλυψε τυχαία, αφημένους πάνω στο πιάνο: «Ντρεπόμουν, έγραφα και τα έκρυβα όσο πιο καλά γινόταν. Δεν ήμουν το παιδί που θα έτρεχε να δείξει στη μάνα του τι έφτιαξε». Μόνο στη δημοσιογράφο Δέσποινα Σωτηροπούλου τα έδειχνε, την τότε σύντροφο του πατέρα της. Μέχρι σήμερα έχουν εξαιρετική σχέση με τη Σωτηροπούλου, η οποία την παρακολουθεί και την καμαρώνει. Της λέω πως είναι καλή φάση τα προοδευτικά ζευγάρια που χωρίζουν και αποκτούν όλοι μεταξύ τους οικογενειακές σχέσεις. Η ίδια, π.χ., έγινε κολλητή με τον σύντροφο της μάνας της, αλλά και με τη σύντροφο του πατέρα της. «Σουηδία, Σουηδία» μου λέει με νόημα και γελάμε! «Ένα καλοκαίρι κάναμε και διακοπές όλοι μαζί: Η μάνα μου με τον επόμενο σύντροφο της μετά τον Ανδρέα, ο πατέρας μου με τη σχέση του κι εγώ με την τότε σχέση μου. Όλα αυτά με έκαναν να γαλουχηθώ με ελεύθερες απόψεις, πολύ open mind που λένε»

Της θυμίζω πως την πρωτογνώρισα πριν από δύο χρόνια, όταν συνυπήρξαμε σε ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα στη Γιώτα Γιάννα. Εκεί άκουσα μια φωνή ιδιαίτερη με γρέζι, σχεδόν παράξενη θα έλεγα! Της δίνω αφορμή για να μου μιλήσει για τις μουσικές σπουδές της: Σύγχρονο και κλασικό τραγούδι με δασκάλα την εξαίρετη Λαρίσα Ιασωνίδου. Στα 16 της, όμως, δεν της άρεσε καθόλου τελικά το κλασικό τραγούδι. «Είχα ξεκινήσει σύγχρονο τραγούδι με τη μάνα μου, όσο επιτρεπόταν βέβαια, γιατί δεν συστήνεται στα παιδιά η φωνητική αγωγή, κι έτσι έμαθα τα βασικά, μπορούσα δηλαδή να τραγουδήσω. Έκανα μετά κλασικό τραγούδι, που δεν το ήθελα, σπούδασα πιάνο, αφιερώθηκα εν ολίγοις στις μουσικές σπουδές ολοκληρωτικά». Περισσότερο την απασχολούσε η καλλιέργεια της φωνής της, ενώ πιάνο σπούδασε για να μπορεί να συνοδεύει τον εαυτό της. Δεν έγινε ποτέ πιανίστρια, απλά μπόρεσε μέσα από το πιάνο να αντιλαμβάνεται καλύτερα αυτά που η ίδια έγραφε.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Στα 18 της είχε τη μεγάλη τύχη να την πάρει κοντά του ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Τραγουδούσε αρχικά μαζί με τον γιο του στην «Πανσέληνο», μια μπουάτ της Πλάκας, όπου εκεί ο Σερ Μπιθί παρακολούθησε την πρόβα τζενεράλε τους: «Σηκώνεται, με πιάνει και μου λέει: ''Έχεις καταλάβει το μέγεθος της φωνής σου;'' Στο μεταξύ, εγώ τι να καταλάβαινα, και μόνο που ήμουν απάνω στη σκηνή κι εκείνος ήταν από κάτω, ν' άνοιγε η γη να με καταπιεί...''Σε θέλω μαζί μου'' μου είπε αμέσως, ''απλά το μόνο πρόβλημα με σένα είναι που έπρεπε να'χες γεννηθεί πριν από 40 χρόνια. Θα έλεγες τα λαϊκά και θα τα φχαριστιόσουν''! Εγώ να του λέω ''Δεν είμαι λαϊκή, είμαι rock'' κι ο Μπιθικώτσης να μου απαντάει: ''Καλά, καλά, να τα αφήσετε αυτά τα rock λέω γω''». Γελάμε πολύ με την ιστορία αυτή! Από κει και πέρα, έχοντας ήδη εμφανιστεί στο πλευρό της Βόσσου σε μουσικές σκηνές, η Ερασμία μπήκε στη δισκογραφία συνεργαζόμενη με τον Δημήτρη Κοττάκη. Έβγαλαν μαζί κάποια τραγούδια, αλλά κάτι την έπιασε και τα παράτησε...«Μου τη βάρεσε και πήγα στην Πάρο» συνεχίζει την ενδιαφέρουσα αφήγηση της. «Ερωτεύθηκα και έμεινα εκεί έξι χρόνια συνεχόμενα! Ξεκίνησα να δουλεύω σερβιτόρα σε διάφορα μαγαζιά, αλλά παράλληλα έγραφα και κάνα τραγουδάκι. Γνωρίστηκα με την τοπική κοινωνία και άρχισα να κάνω κάποια live. Τον έρωτα ήθελα να βρω, δεν μ' ένοιαζε ούτε καριέρα δίπλα στον Μπιθικώτση, ούτε τίποτα!» Στην Πάρο, ωστόσο, η Ερασμία διεύρυνε πολύ τον κύκλο της με αποτέλεσμα να ανοίξει το δικό της μπαράκι, που το κράτησε για τρία χρόνια. «Πήγε καλά, βγήκαν λεφτά, τα οποία φαγώθηκαν γρήγορα. Μέχρι σήμερα δεν νιώθω καλά άμα έχω λεφτά στην τσέπη μου, ενώ όταν δεν έχω, ξέρω τι μου γίνεται, λέω ''Εδώ είμαστε, μια χαρά''. Δεν τα θέλω τα λεφτά, δεν τ' αγαπάω και δεν ήμουν ποτέ του χρήματος»...

Θέλω να μιλήσουμε για τη δραστηριότητα της και την έντονη παρουσία της στα social media. Συχνά λέει τη γνώμη της και μπορεί να γίνει δυσάρεστη. Τη ρωτάω αν αυτή η ισχυρή της άποψη για τα πράγματα οφείλεται πάλι στο οικογενειακό της background. «Ακόμη κι αν καταφέρω να κάνω κάτι σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας, θέλω να γίνεται με το επίπεδο της δουλειάς μου. Το να βγάζεις ένα τραγούδι, να το μαθαίνει όλη η Ελλάδα και την επαύριο να μη θυμάται κανείς τίποτα, ουσιαστικά δεν είναι καριέρα. Αν ποτέ αγαπηθώ ευρύτερα, θέλω να'ναι και γι' αυτό που εκπέμπω σαν άνθρωπος. Δεν μου αρέσει να κρύβομαι μην εκτεθώ κλπ. Δε θέλω να'μαι συμπαθής σε όλους, θέλω να μ' αγαπάνε και να πεθαίνουν για μένα δέκα άνθρωποι παρά τριάντα, τους οποίους μπορεί να'χω κοροϊδέψει, αποφεύγοντας να τους δείξω τι είμαι πραγματικά». Καλά τα λέει, ειδικά όταν παραδέχεται ότι είναι ανοιχτή και στο να αλλάξει γνώμη, αν πειστεί για κάτι. Μπορεί να ομολογήσει το λάθος της και να ζητήσει δημόσια συγγνώμη. 

Γυρνώντας από την Πάρο, συνέχισε τα λαϊβάκια της στην Αθήνα με τρομερή όρεξη που την οδήγησε στην έκδοση του τραγουδιού με τίτλο «Τα ροζ σεντόνια», εξελληνισμός της ίδιας ενός ισπανικού κομματιού σε ενορχήστρωση του Γιώργου Νάτση. Θυμάται πως δεν έμεινε χώρος στην πρωτεύουσα που να μην τη φιλοξένησε: «Πέρασα από την Αρχιτεκτονική, τον Σταυρό του Νότου, ακόμα και από μεγάλα καφέ. Ποτέ δεν θέλησα να μπω σε συγκεκριμένη παρέα. Συνάντησα πρόσφατα τον Γιάννη Ζουγανέλη και με ρώτησε το εξής: ''Γιατί δεν με ενοχλείς ποτέ;'' Του απάντησα πως δεν θέλω, γιατί δεν κυνηγάω τίποτα, δεν τρέχω πίσω από κανένα όνειρο. Θέλω ν' αφήνομαι στη ζωή μου, να ξυπνάω το πρωί, να'μαι καλά, να'χω τα φιλαράκια μου, να γράφω τις μουσικές μου. Αν είναι να πάνε, ας πάνε...Αν πάλι δεν είναι γραφτό, ας μην πάνε». Στο σημείο αυτό, της θυμίζω πως κι εγώ την κυνηγάω εδώ και αρκετούς μήνες για τον καφέ που πίνουμε τελικά τούτη τη στιγμή! Σε ποιον άραγε έμοιασε και βγήκε τόσο «αντάρτισσα» του εαυτού της; «Και ο πατέρας μου είναι έτσι, αλλά και η μάνα μου. Ειδικά η Βόσσου έχει κι αυτή δικό της κανάλι, τη δικιά της τρέλα, ξεκίνησε καλά, μετά δεν της άρεσε το κόλπο όλο και έφυγε. Γράφει ακόμα, έχει κάνει τη δισκογραφία της εδώ και χρόνια, αλλά μόνο ένα νέο τραγούδι έβγαλε πριν λίγο καιρό».

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Ώσπου να φτάσει στην έκδοση του πρώτου της δίσκου, καθοριστική υπήρξε η γνωριμία και η συνεργασία της με τη Monique στους στίχους. «Δεν ξέρεις ποτέ ποιον και πότε τον γνωρίζεις ή τι έχει να σου φέρει αυτή η γνωριμία. Με τη Monique γνωριστήκαμε τυχαία μέσω ενός φίλου και έτυχε να έχει ακούσει για μένα. Μου είπε ότι γράφει και με παρέπεμψε στη σελίδα της στο facebook. Απ' την άλλη, εγώ είχα και έχω μία δυσκολία μ' αυτό το ''όλοι γράφουν ποίηση'', ίσως προκατειλημμένη αρνητικά. Την επόμενη μέρα, όμως, επισκέφτηκα τη σελίδα της και έμεινα παγωτό! Μπήκα μέσα στον τρόπο που σκέφτεται και εκφράζεται. Βρεθήκαμε άλλες δυο φορές και της ζήτησα να προχωρήσω στη μελοποίηση των στίχων της». Κι έτσι, το ένα τραγούδι έφερε το δεύτερο, μετά το τρίτο, το τέταρτο κ.ο.κ. Όταν έφτασαν να έχουν στα χέρια τους γύρω στα 14 τραγούδια, αποφάσισαν να τα δισκογραφήσουν ως μία δική τους ανεξάρτητη παραγωγή. Επιλέχθηκαν τελικά 9 κομμάτια, ανάθεσαν τις ενορχηστρώσεις στον Νίκο Ασημάκη του Music Art Lab. Studio και κάλεσαν ορισμένους εξαιρετικούς μουσικούς. 

Η κουβέντα πηγαίνει μοιραία στον «Γαλήνιο χορό», το τραγούδι τους, που όπως θα έλεγα και στη Monique λίγες μέρες αργότερα, έγινε κάτι σαν σύμβολο για την εγχώρια LGBTI κοινότητα. «Το τραγούδι αυτό γράφτηκε με μεγάλη αγάπη και αλήθεια. Ζώντας από κοντά τη Monique, είδα το ρατσισμό των άλλων κατάμουτρα. Το να περπατάς μαζί μ' έναν ομοφυλόφιλο στο δρόμο είναι ΟΚ, δεν θα σου πει κανείς ''Ε, ποιος ειν' αυτός και που πας;'' Επειδή, όμως, ένα τρανς άτομο είναι ορατό στο μάτι του τρίτου του κακοπροαίρετου, είδα περίεργα πράγματα, περίεργα βλέμματα. Έζησα την αγωνία φίλων μου, που ήξερα ότι είναι καιρό μαζί, να ντρέπονται να πιαστούν χέρι - χέρι ή ακόμη και να φιληθούν. Δεν κατάλαβα ποτέ ποιον αφορά ποιον εγώ θα φιλήσω, αν θα ''πάω'' με άνδρα, αν θα ''πάω'' με γυναίκα κλπ. Γιατί ν'ασχολείται κάποιος με την ερωτική επιθυμία του άλλου, με το τι είναι ή με το τι γουστάρει να είναι;» Αυτές οι σκέψεις οδήγησαν στη δημιουργία του «Γαλήνιου χορού» και, μάλιστα, συντομότατα, μέσα σ' ένα εικοσάλεπτο. Επηρεασμένη απ' όλες αυτές τις μάλλον άσκημες εμπειρίες δίπλα στη Monique, γύρισε ένα βράδυ στο σπίτι της και της βγήκαν το πρώτο κουπλέ- ρεφραίν μαζί με την εισαγωγή. Η Monique ενθουσιάστηκε και έγραψε το δεύτερο στιχουργικό μέρος του τραγουδιού. Λογικό ήταν το τραγούδι να αγαπηθεί πολύ απ' τους τρανς συνανθρώπους μας και η Ερασμία να γίνει δημοφιλής στο Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ): «Λατρεύω την Άννα Απέργη και την Μαρίνα Γαλανού, τις θεωρώ εξαιρετικές προσωπικότητες και ειδικά με την  Απέργη, που έχουμε πιο στενές σχέσεις, μπορώ να μιλάω για ώρες. Ο άνθρωπος δεν υπολογίζεται σε τίποτα απ' όλα αυτά και δεν ξέρω πόσο χρόνο θα μας πάρει για να το αντιληφθούμε όλοι στο σύνολο μας». Στο σημείο αυτό γίνεται απαισιόδοξη. Βλέπει ότι παγκοσμίως πλέον επικρατούν το μίσος, η κακία και η αποστροφή απέναντι στην ανθρώπινη διαφορετικότητα. Νιώθει, ωστόσο, μία ζεστασιά στο πλαίσιο της LGBTI κοινότητας: «Αν και δεν μου αρέσει η λέξη κοινότητα, έχω μεγάλες αγάπες και συμπάθειες στο χώρο αυτό. Παίζει ρόλο και η δική μου σεξουαλικότητα, που ακόμα τη μελετάω και την ψάχνω. Είμαι ένα ελεύθερο πλάσμα, δεν θα μου άρεσε να χαρακτηριστώ ούτε γκέι, ούτε στρέιτ. Καμία ταμπέλα για κανέναν άνθρωπο! Είμαστε άνθρωποι, τέλος»

Με το φόβο να γίνω δυσάρεστος, δεν μπορώ να μην σχολιάσω πως η LGBTI κοινότητα αποτελείται από ανθρώπους συγκεκριμένους, που με τη σειρά τους αποτελούν και ένα συγκεκριμένο καταναλωτικό κοινό. Άνθρωποι που μπορεί να πάνε σε συγκεκριμένες συναυλίες, να αγοράσουν συγκεκριμένους δίσκους και να δουν συγκεκριμένο θέατρο. «Ισχύει, βεβαίως» μου απαντάει και συνεχίζει: «Δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις τον άλλον! Η κοινότητα αυτή έχει γνωρίσει μεγάλη - δήθεν - υποστήριξη από διάφορους ωφελιμιστές, του στυλ ''Είμαστε μαζί σας, πάμε να βγάλουμε ένα τραγουδάκι τώρα να πουλήσουμε''. Η δική μας πρόθεση ήταν ειλικρινής και καθαρή και γι' αυτό ίσως αναγνωρίστηκε το κομμάτι. Έβγαλα τον χαρακτήρα μου, όπως φυσικά και η Monique το δικό της». Στη συνέχεια, ρωτάω την Ερασμία αν ο «Γαλήνιος χορός» έσυρε και τα άλλα τραγούδια του δίσκου. Μου απαντάει πως κανένα άλλο κομμάτι δεν φαίνεται να ταξιδεύει με την ορμή αυτού του τραγουδιού. Νιώθει δικαιωμένη και χαρούμενη σε καλλιτεχνικό και σε ακτιβιστικό επίπεδο. Παρόλα αυτά, ένα άλλο κομμάτι που βλέπει να κάνει αυτόνομη πορεία, είναι το «Παράξενο λουλούδι», του οποίου το βίντεο κλιπ θα γυριστεί σύντομα από τον Ηλία Μωραΐτη. 

Έπειτα πάμε στη συμμετοχή του ηθοποιού, σκηνοθέτη και τραγουδοποιού Πασχάλη Τσαρούχα στο δίσκο. Του πρότεινε η ίδια να τραγουδήσει ένα rock τραγούδι με τη συμβολή επίσης της μικτής Χορωδίας των Ανέμων. Ο Τσαρούχας είπε το ναι πριν ακόμα ακούσει το κομμάτι, αφού είχαν πολύ καλή σχέση με τη δημιουργό. Με το άλμπουμ αυτό η Ερασμία δεν θεωρεί πως έδωσε καλλιτεχνικά ότι ήταν να δώσει και συγχρόνως αναγνωρίζει πως έχει ακόμη δρόμο το συγκεκριμένο υλικό: «Δεν με κυνηγάει κανείς, κάνω όμως και καινούργια πραγματάκια. Δουλεύω τώρα πάνω σε κάποιους φοβερούς στίχους της ποιήτριας Τόνιας Κοσμαδάκη. Ήδη έχω μελοποιήσει κάποια ποιήματα και θα δούμε τι θα τα κάνουμε, γιατί πολλά καρπούζια σε μια μασχάλη δεν χωράνε». Προς το παρόν δεν της έχουν προτείνει να τραγουδήσει άλλους δημιουργούς, κάτι που ευχαρίστως θα το έκανε, μια και τη μουσική τη βλέπει σαν διασκέδαση και όχι σαν δουλειά. Τι γίνεται όμως με το σημαντικό βιοποριστικό κομμάτι; «Παίζω μουσική ως dj σε μαγαζιά και κάνω μαθήματα φωνητικής. Πριν μας βρει ο κορονοϊός, έκανα κι εγώ τα live μου. Βιοπορίζομαι με λίγα και καλά, αυτό που πάντα ήθελα». Δεν αποκλείει μια νέα συνεργασία με τη Monique, η οποία είναι μονίμως ανήσυχη και παράγει στίχους και ποιήματα. Επειδή, μάλιστα, η ίδια είναι αναβλητικό άτομο, χρειάζεται έναν συνεργάτη σαν τη Monique, που θα την «ταρακουνήσει» για να γράψει. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Ο καφές με την Ερασμία Μάνου τελειώνει, μιλώντας μου γι' αυτό που ονειρεύεται τον τελευταίο καιρό: Μία μεγάλη παρουσίαση του άλμπουμ «Τι να σου μοιάσει» ενδεχομένως στο Cabaret Voltaire, έναν χώρο που αγαπάει πολύ. «Θέλω πρώτα να δω κάποια πράγματα, ποιοι θα μπορούν να είναι, ποιους φίλους θα καλέσω, σαν τη Γιώτα Γιάννα, με την οποία έχουμε φιλία, τη μητέρα μου σίγουρα, τους αγαπημένους μου Magic de Spell, τον Γιάννη Ζουγανέλη, κόσμο δηλαδή που αγαπάω και μ' αγαπάει». Κι όταν της ζητάω μια γνώμη για το ελληνικό τραγούδι, μου απαντάει μια κι έξω: «Το ελληνικό τραγούδι είναι μια χαρά. Τα μέσα είναι το πρόβλημα. Υπάρχουν καλά τραγούδια, άξιοι συνθέτες και καλοί τραγουδιστές χωρίς καμία ουσιαστική υποστήριξη από πουθενά. Κάνεις μία δουλειά και πας ολομόναχος στα αγκάθια. Δεν έχεις από που να πάρεις μία χαρά, μία ελπίδα». Της εύχομαι εκείνη να παίρνει χαρές απ' τη δική της δουλειά και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για όταν θα μας απασχολήσει στο μέλλον με τα καινούργια τραγούδια της. 

* Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία το music bar «Μυροβόλος» (Γιατράκου 12, πλατεία Αυδή, Μεταξουργείο)