Όσο κρατάει ένας καφές με την ερμηνεύτρια και μουσικό Ελένη Τζατζιμάκη

Μουσικός και τραγουδίστρια με δισκογραφία, που είχε παρατήσει τη μουσική την τελευταία διετία, επαναδραστηριοποιήθηκε και αιτία ήταν η καραντίνα. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 30/04/2020 | 14:17

Την Ελένη Τζατζιμάκη τη γνωρίζω αρκετά χρόνια. Από το 2014 για την ακρίβεια, τότε που είχε κυκλοφορήσει ένα εξαιρετικό άλμπουμ με πρωτότυπες jazzy διασκευές, όχι απαραιτήτως μόνο jazz τραγουδιών: Για παράδειγμα, μέσα στο «Soulfully», περιέχονταν το «Gracias a la vida» της Violeta Para, το «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου» του Μπαγιαντέρα, αλλά και το «So sad» της Marianne Faithfull. Της λέω στην αρχή της κουβέντας μας πως η μέχρι τώρα στάση της στο τραγούδι φανερώνει πως δουλεύει σαν μοναχικός και ξέγνοιαστος καβαλάρης. Συμφωνεί: Έχω περάσει από πολλές φάσεις αυτοανάλυσης για τη σχέση μου με την τέχνη γενικότερα. Έχω έντονη την ανάγκη να κοινωνήσω αυτό που κάνω, αλλά δεν ξέρω καθόλου πως παίζεται το παιχνίδι των συμμαχιών και των παρεών. Εμένα μ' αρέσουν οι φιλίες και τα καθαρά πράγματα, αλλά χωρίς να το παίζω ηρωίδα, μάλλον μου λείπει η τεχνογνωσία σε μερικά θέματα. Η Τζατζιμάκη θέλει να' ναι περήφανη για ότι κάνει, μα δεν διστάζει να παραδεχτεί πως έχει κάνει και άτυχες επιλογές.  

Μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να εκδώσει δύο προσωπικούς δίσκους, ανεξάρτητες παραγωγές. Ο πρώτος λεγόταν «Κίρκη», βγήκε το 2012 και περιείχε τραγούδια του Λεωνίδα Μαριδάκη. Μέσα κει είχε την τύχη να αποδώσει στίχους του Μάνου Ελευθερίου, του Μιχάλη Γκανά και της Χρύσας Κοντογεωργοπούλου, μίας ανερχόμενης καλής ποιήτριας και στιχουργού. Ο δεύτερος ήταν το «Soulfully» του 2014, που έγινε με τη συμβολή ενός jazz trio σε διασκευές τραγουδιών, τα οποία είχε λατρέψει. Εννοείται πως και οι δύο αυτοί δίσκοι έγιναν με δικά της έξοδα, αφού καμία εταιρεία δεν θα είχε τη διάθεση να στηρίξει μία νέα και άγνωστη καλλιτέχνιδα. Μη λέμε τα ίδια και στενοχωριόμαστε...την ακούω να μου λέει. 

Με καταγωγή από την Κρήτη και από τη Δράμα, η Τζατζιμάκη γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε μέσα σε μία πολυμελή οικογένεια. Είμαι στα 34, ας το πούμε κι αυτό! Έχω άλλα τρία αδέρφια κι ακόμη έναν ετεροθαλή αδερφό απ' το δεύτερο γάμο του πατέρα μου. Μέσα σ' όλη αυτή την...πολυκοσμία, τη ρωτάω από ποιον μπορεί να πρωτοπήρε μουσικά ερεθίσματα. Έχει έτοιμη την απάντηση: Από τη γιαγιά μου! Συχνά λέω ότι εκείνη μου πέρασε ένα μικρόβιο, που δεν ξέρω ακόμη πως να το διαχειριστώ. Ήταν μητέρα της μαμάς μου, λεγόταν Ελένη κιόλας, αλλά διέθετε μία φωνή απ' αυτές τις φωνές που δεν τις ξεχνάς. Η γιαγιά της Τζατζιμάκη φαίνεται πως ήταν μία έντονη προσωπικότητα, παλιά ΕΑΜίτισσα, ευφυής και τρομερά προοδευτική. Δυστυχώς οι κοινωνικές συνθήκες δεν της επέτρεψαν ν' ασχοληθεί με το τραγούδι, αλλά βλέποντας με ως την πιο καλλίφωνη απ' τα αδέρφια μου, επένδυσε πάνω μου. Καθ' όλη τη διάρκεια των σχολικών χρόνων, εγώ μόνο κοπάνες έκανα κι ήμουν όλη μέρα με τη γιαγιά στο σπίτι για να τραγουδάμε. Απ' αυτή τη γυναίκα, μυήθηκε στο ελληνικό τραγούδι του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, ενώ θα της μείνει αξέχαστη μία σκηνή όσα χρόνια κι αν περάσουν: Καθόμασταν στο μπαλκόνι του πατρικού μου και οι δικοί μου μού είχαν αγοράσει ένα βιβλίο με στίχους διαφόρων τραγουδιών. Θά'μουν - δεν θά'μουν εφτά ετών και θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου διδάσκει λέξη - λέξη το ''Ένα μύθο θα σας πω'' του Μάνου Χατζιδάκι. Όλο αυτό έγινε μεγάλη αγάπη με τα χρόνια...Για τη Τζατζιμάκη όλα τα πράγματα συνδέονται με φυσικά πρόσωπα, με ανθρώπους, γι' αυτό και σήμερα της λείπει πολύ η γιαγιά της: Δυστυχώς τη χάσαμε νωρίς, πάνε είκοσι χρόνια. Έφυγε άδικα από ένα καρκίνο - μακριά απ' όλο τον κόσμο

Η μέχρι τώρα δουλειά της αποδεικνύει πως έχει κατάρτιση στη μουσική, πως τό'χει σπουδάσει το αντικείμενο. Εδώ θέλει να μιλήσει για τη δασκάλα της, την Έλλη Πασπαλά: Με το τραγούδι ασχολήθηκα πολλά χρόνια σε επίπεδο σπουδών και με την Έλλη Πασπαλά έκανα μαθήματα για σχεδόν μία δεκαετία. Τα τελευταία χρόνια μόνο κάνω μαθήματα on line με Αμερικανούς τζαζίστες, τα οποία είναι εξίσου αποδοτικά. Μαθαίνω πως έχει αποκτήσει και μία κάπως αιρετική σχέση με το πιάνο, κάτι που με ωθεί να τη ρωτήσω μήπως αυτό το ''πήρε'' από την Πασπαλά, η οποία- ως γνωστόν- ενίοτε παίζει και πιάνο στα live της, συνοδεύοντας τον εαυτό της: Η Πασπαλά είναι μια σπουδαία πιανίστρια κι εγώ μπροστά της είμαι αυτό που λένε ''το πολύ basic''. Νιώθω τυχερή που ήμουν κοντά στην Έλλη και δεν το λέω κολακευτικά, διότι μέχρι σήμερα παραμένουμε πολύ αγαπημένες, σαν αδερφές. Μου δίδαξε ένα ήθος γύρω απ' το τραγούδι, το οποίο δεν είναι καθημερινό φαινόμενο, αλλά και μία μουσική προσέγγιση που συχνά οι τραγουδίστριες τη χάνουμε με τα χρόνια. Με ''μάζευε'' η Έλλη σε στιγμές που τεμπέλιαζα και χαλάρωνα, άρα της το χρωστάω...

Τη Τζατζιμάκη την απασχολούσε πολύ η είσοδος στη δισκογραφία και ίσως εξ αιτίας αυτής της λαχτάρας τα έκανε όλα μόνη της. Σήμερα επωμίζεται όλα τα θετικά και τα αρνητικά αυτών των δύο δίσκων της - χαρακτηριστικά μου λέει: Ότι έκανα, το έκανα εγώ, μόνο στον εαυτό μου χρωστάω. Εν συνεχεία, θέλησε όλο αυτό το ενδιαφέρον και η αγάπη για το τραγούδι να γίνουν επάγγελμα: Δεν ήθελα να παραμείνω ερασιτέχνιδα, γιατί ξέρω πως ακόμη είμαι άγνωστη, δεν με ξέρει ο κόσμος και πως δεν άλλαξα επίπεδο μεσ' στα χρόνια. Προφανώς έκανα λάθη, δεν είμαι πολύ τυχερή μάλλον κι επίσης δεν είμαι και πολύ των δημοσίων σχέσεων, όπως λέγαμε πριν. Κι όταν της ζητάω να γίνει πιο σαφής με τον παράγοντα τύχη στην πορεία της, επαναλαμβάνει πως έχει περάσει όλα τα στάδια της προσπάθειας ενός καλλιτέχνη για ν' αναγνωριστεί με κάποιον τρόπο. Όχι μόνο εδώ, αλλά και στη Γαλλία μάλιστα. Επ' αυτού, μοιράζεται μαζί μου ενδιαφέρουσες ιστορίες.

Στη Γαλλία βρέθηκε πριν από λίγα χρόνια, προκειμένου να τελειώσει το μεταπτυχιακό της στη φιλολογία. Αποφάσισε να χτυπήσει κι εκεί κάποιες πόρτες, αλλά πάνω που έβλεπε ότι κάτι θα γινόταν, τελευταία στιγμή διαλυόταν! Δεν μπορεί να το εξηγήσει, πάντως το συμπέρασμα της το έχει βγάλει για τους Γάλλους: Είναι αφερέγγυοι οι Γάλλοι και μάλιστα πάρα πολύ, ας μην το λέμε μόνο για τους Έλληνες αυτό. Τους αγαπώ, όπως με αγάπησαν κι εκείνοι, σαν μία ξένη άσημη, πάνω στην οποία κανείς δεν θα τολμούσε να επενδύσει. Γίνεται κι εκεί ότι βλέπουμε να συμβαίνει παγκοσμίως εδώ και πάρα πολλά χρόνια, να στηρίζονται δηλαδή οι ήδη φτασμένοι καλλιτέχνες. Το καταλαβαίνω κάπου, γιατί είναι μια ασφαλής οδός, όμως για τους ανθρώπους που είναι στο ξεκίνημα τους μπαίνουν εμπόδια. Στο σημείο αυτό η Τζατζιμάκη θυμάται μία ιστορία: Στο Παρίσι όλες οι προσπάθειες γίνονταν από την ίδια, όπως π.χ. η επικοινωνία με διάφορα μαγαζιά και μουσικές σκηνές. Έστελνε emails, λέγοντας ποια είναι, τι έχει κάνει και πως θα ήθελε να παίξει. Μία φορά της απάντησαν από ένα διάσημο κλαμπ του Παρισιού, το «Sunset Sunside»: Ο υπεύθυνος μου είχε απαντήσει με την εξής φράση: ''Μας ενδιαφέρει το μουσικό σας σύμπαν''. Χάρηκα πάρα πολύ, αλλά δεν ήξερα πως είχαν τα πράγματα, αφού σε ένα δεύτερο email, μου ζήτησαν να απαντήσω σε ένα κατεβατό ερωτήσεων, του τύπου ''πόσους φίλους έχετε στο facebook'', ''πόσοι απ' αυτούς μένουν στο Παρίσι'', ''πόσοι πιστεύετε ότι θα έρθουν στο live σας'' κλπ. Ψέματα δε μπορώ να λέω και κάπως έτσι το πράγμα έσβησε. Θεώρησα πως τίποτα δεν γίνεται άμα κάποιος δεν ρισκάρει, άμα δεν σου παραχωρήσει ένα χώρο έστω για ένα βράδυ

Στη Γαλλία, έφτασε μέχρι και το ριάλιτι «The Voice». Συμμετείχε αρχικά σ' ένα διαγωνισμό τραγουδιού στη Λιόν, όπου είχε φύγει με το πρώτο βραβείο. Στην επιτροπή ήταν κι ένας πολύ αναγνωρισμένος Γάλλος παραγωγός, ο Bruno Berberais, ο οποίος δούλευε ως υπεύθυνος κάστινγκ στο «The Voice»: Ο Berberais μα κάλεσε να περάσω απ' όλα τα στάδια των οντισιόν για την εκπομπή. Πήγα, το έκανα και θεωρούσα εξαιρετικά πιθανό να περάσω. Φτάνοντας πια στο τελικό στάδιο on camera, με ''έκοψαν'' με το σκεπτικό πως παραήμουν jazz για μία pop εκπομπή. Η αλήθεια είναι πως στενοχωρήθηκα πολύ, αλλά ο καιρός πέρασε και το αποδέχτηκα...

Όταν γίνονταν όλα αυτά, η Ελένη Τζατζιμάκη είχε ήδη κάνει τους δύο δίσκους της στην Ελλάδα. Ο δεύτερος άλλωστε, το «Soulfully» χρησίμευε και σαν ένα βιογραφικό για το εξωτερικό, εφόσον περιείχε ξένα τραγούδια και όχι ελληνικά. Για τα οποία τραγούδια, δεν φρόντισε να πάρει την άδεια, όπως εξομολογείται. Κάνοντας μόνη μου την παραγωγή, δεν γνώριζα που ν' απευθυνθώ. Έτσι κι αλλιώς, αναγράφονται όλοι οι δημιουργοί κι είναι ξεκάθαρο πως επρόκειτο για ένα δίσκο διασκευών, που κυκλοφόρησε σχεδόν στο...μεταξύ μας

Το «Late Bloomer» είναι ένα ολοκαίνουργιο αγγλόφωνο τραγούδι, προϊόν της συνεργασίας της Ελένης Τζατζιμάκη με τον Αμερικανό μουσικό της jazz, Franck Amsallem. Μουσική δική του, στίχοι και ερμηνεία της ίδιας. 

Της λέω πως ενώ τη βλέπω ενεργή και δραστήρια μουσικά στα social media, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα live, χωρίς φυσικά ν' αναφέρομαι τώρα εν μέσω κορονοϊού, που σε όλα μπήκε μία παύση. Τα έχω λίγο παρατήσει με ενημερώνει. Τα τελευταία δύο χρόνια απαρνήθηκα τελείως τη μουσική συνειδητά και μόνο τώρα με την καραντίνα μού γεννήθηκε η επιθυμία να ασχοληθώ εκ νέου. Το εντυπωσιακό για την ίδια είναι πως ενώ είχε μια κακή σχέση με το πιάνο, ένα βράδυ πέτυχε τη διαφήμιση με τη Γιώτα Νέγκα στο ''Όταν έχω εσένα'' του Σταμάτη ΚραουνάκηΚάτι μ' έπιασε στις 3 τα χαράματα, γιατί είμαι και παιδί της νύχτας, ώστε να κάτσω στο πιάνο και να παίξω έστω ένα ακορντάκι απ' το κομμάτι. Έγινε, το τραγούδησα μόνη μου και με συνόδευσα στο πιάνο. Ήταν ένα πρώτο βήμα το να ξαναβάλω τα χέρια μου στο πιάνο. Πήρα θάρρος κι άρχισα να φτιάχνω κι εγώ τα τραγούδια της καραντίνας μου σαν μια δική μου ανάγκη. Δίχως κανένα στόχο, μια και δεν περιμένω πια σχεδόν τίποτα.

Η συζήτηση μας φτάνει στο τέλος της με την Ελένη Τζατζιμάκη να δηλώνει αφενός πόσο η καραντίνα επαναπροσδιόρισε τη σχέση της με τη μουσική, αφετέρου και πως η ίδια δεν ενστερνίζεται καθόλου μια γενικευμένη χαρά και ένα επίπλαστο κλίμα αισιοδοξίας σε καιρούς ιδρυματισμού. Συνειδητοποίησα πόσο μου'χε λείψει η μουσική και μακάρι να υπάρξει μία συνέχεια. Άλλωστε εγώ μόνο τη μουσική μπορώ να υπηρετώ, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Την ευχαριστώ για το χρόνο της, της εύχομαι καλή συνέχεια και με ιδιαίτερη χαρά δημοσιοποιώ μερικά από τα τραγούδια που υπάρχουν στους δίσκους της και κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο.