«Ορυχείο» - Ένα από τα πιο όμορφα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη

Σαν σήμερα στις 29 Μαρτίου του 2005 έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος ποιητής. 

NewsRoom 29/03/2021 | 16:26

Θεωρείται ο ποιητής της οδύνης, του σπαραγμού και του κατακερματισμένου σύμπαντος. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τους Μάνο Χατζιδάκι, Αργύρη Κουνάδη, Γιάννη Σπανό, Κυριάκο Σφέτσα και Νίκο Ξυδάκη.

Το σπίτι του ήταν στην Κυψέλη στην οδό Ίμβρου. Η ζωή του ήρεμη και χαμηλόφωνη. Κατέγραψε την ένταση, την κούραση, την απογοήτευση των ποιητών και των ανθρώπων της γενιάς του. Η ζωή είχε εκείνη την περίοδο πολλούς ίσκιους και αρκετές συμφορές. Δεν έκανε πίσω. Το πολιτικό πεδίο το όριζε με τον δικό του τρόπο, σχεδόν με τον πιο υπερβατικό στην ελληνική ποίηση. Με αστική καταγωγή, ξεκίνησε να σπουδάζει νομική. Μερικά χρόνια αφού ο πατέρας του πέθανε, εγκατέλειψε τη σχολή και έκαψε τα βιβλία του. Δεν άσκησε ποτέ του κανένα βιοποριστικό επάγγελμα. «Ποιητής δεν είναι επάγγελμα», του έλεγαν οι γονείς που δίσταζαν να του δώσουν το χέρι της κόρης τους για αυτόν τον λόγο.

Το έργο του έχει κυκλοφορήσει στις συλλογές: «Οι Λησμονημένοι» (1945), «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Όταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή όγδοη Σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Ποιήματα 1945-1971», «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Εκτοτε» (1996) και «Ανάποδα γύρισαν τα ρολόγια» (1998).

Δεν εκφράζει τους ήρωες, αλλά το αντιηρωϊκό, αυτό το συναίσθημα της διάσπασης και του κατακερματισμού που κυριεύει τον άνθρωπο και τον σκοτεινιάζει. Μία εποχή που αιμορραγεί ο ποιητής τρέφεται από το παράλογο, αλλά επιμένει ότι παρ' όλα αυτά "πάντα θα έχουμε ανάγκη από ουρανό".

Το Ορυχείο είναι ένα από τα πιο όμορφα ποιήματα που έχει γράψει: 

Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά νυχτερινή

φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα

ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά

ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει

εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε

πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές

γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στο σπίτι

χτες

καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε

σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί

τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει

φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα μαχαίρια

τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σαν στουπί

το στόμα μου άσπρισε και με πονάει

τα χέρια μου είναι πέτρινα

τα πόδια μου είναι ξύλινα

με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά

δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα

Να με θυμάσαι

Μίλτος Σαχτούρης, Ορυχείο, Ποιήματα 1945-1971, εκδόσεις Κέδρος