Οψεις της παγκόσμιας μητρόπολης στο σινεμά

Οι μεγαλουπόλεις που προκάλεσαν το ενδιαφέρον δημιουργών του σινεμά όπως ο Τζον Σλέσινγκερ, ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Γούντι Αλεν αλλά και οι δικοί μας Νίκος Παναγιωτόπουλος και Κωνσταντίνος Γιάνναρης στο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης.

Κωνσταντίνος Καϊμάκης 13/09/2019 | 09:00

Η ουτοπία/δυστοπία στη μεγαλούπολη μέσα από το σελιλόιντ.

Το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης με τίτλο «Κινηματογράφος και πόλη» περιλαμβάνει δεκατρία φιλμ που φωτογραφίζουν έντεκα εμβληματικές πόλεις. Ακόμη κι αν στο πρόγραμμα περιλαμβάνονταν περισσότερα από 100 φιλμ με αντίστοιχες μεγαλουπόλεις στα καρέ τους, το φεστιβάλ θα έμοιαζε και πάλι ελλιπές.

Κάποιες μεγαλουπόλεις όμως έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για κάποιους κινηματογραφιστές. Πρώτη από όλες η Νέα Υόρκη. Ιδανικός προορισμός για ρομαντικoύς, fashion victims, περιθωριακούς, ηδονοβλεψίες ή καλλιτέχνες πάσης φύσεως και νοοτροπίας. Σοφιστικέ, πολύπλοκη, σαρωτική, «μια μεγαλομανής μούσα που καταπίνει όνειρα για πρωινό». Το «μεγάλο μήλο» άνθισε στη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ με τους κινηματογραφιστές να αποτυπώνουν στα πλάνα τους τον δυναμισμό και το νεοτερικό πνεύμα της φουτουριστικής αρχιτεκτονικής έως τη στιγμή που η εποχή της κατάρρευσης με το Κραχ τους οδηγεί. Στα 50s η Νέα Υόρκη είναι η ασπρόμαυρη απειλή από την ομίχλη των προβλητών στο «Λιμάνι της αγωνίας» του Ελία Καζάν, τα μικρά άβολα διαμερίσματα που στεγάζουν μοναχικούς ή διεστραμμένους ανθρώπους στο Γκρίνουιτς Βίλατζ («Σιωπηλός μάρτυρας» του Χίτσκοκ), τα σκληρά φώτα στους δρόμους και οι κοφτερές σκιές στους «Σκοτεινούς δολοφόνους» («Sweet smell of success», Αλεξάντερ Μακέντρικ). Τα 60s μπαίνουν με το «West side story» (στην εναρκτήρια σεκάνς η κάμερα αφού περιδιαβαίνει στις στέγες της ΝΥ κατεβαίνει σε υπαίθριο γήπεδο μπάσκετ, στο πεδίο δράσης αντίπαλων νεανικών συμμοριών) και τον θρύλο της γωνίας της 57ης και της 5ης λεωφόρου, το κοσμηματοπωλείο Tiffany & Co. («Πρόγευμα στο Τίφανις», Μπλέικ Εντουαρντς). Τελικά βέβαια η ευτυχία δεν φαίνεται να κρύβεται στις λαμπερές προθήκες του Τίφανι αλλά στους βροχερούς, γεμάτους με σκουπίδια παράδρομους της μητρόπολης. Τα 70s είναι συναρπαστικά όσο και αντιφατικά: η απύθμενη προπατορική ενοχή του Μάρτιν Σκορσέζε πλημμυρίζει τους δρόμους της δοσμένης στις επιταγές της σάρκας πόλης («Ο ταξιτζής»). Ο Τράβις (Ρόμπερτ ντε Νίρο) είναι ο αμείλικτος εξολοθρευτής άγγελος που δεν σταματά μπροστά σε τίποτε: ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό που κοιτά κατάματα στον καθρέφτη. Στον αντίποδα, ο Γούντι Αλεν σχεδιάζει τη δική του ιδανική μητρόπολη με το «Μανχάταν», τον «Νευρικό εραστή» κ.ο.κ. Στο γουντιαλενικό σύμπαν η Νέα Υόρκη δεν γνωρίζει πολιτικές ή κοινωνικές κρίσεις και είναι πάντα ρομαντική, ηλιόλουστη (ακόμη κι όταν βρέχει) και ειδυλλιακή.

Πόλεις των αγγέλων, των δαιμόνων και των θνητών

Αν οι Αμερικανοί διανοούμενοι μένουν κατ’ επιλογήν στη Νέα Υόρκη, τότε στο Λος Αντζελες ποιοι κατοικούν; Η πόλη που φιλοξενεί το Χόλιγουντ, εκτός από βίλες αστεράτες και φοίνικες με χρυσόσκονη, έχει σκοτεινό παρελθόν που γίνεται κατράμι μόλις πέφτει η νύχτα, όπως απέδωσε με την αναχρονιστική μανία του κι ο Ταραντίνο στο «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» οδηγώντας χίπηδες, σταρ και φαντάσματα στον ίδιο χορό του διαβόλου. Από την άλλη ο Ρόμαν Πολάνσκι έρχεται αντιμέτωπος με τον Εωσφόρο στους δρόμους της πόλης που χτίστηκε πάνω σε όμορφες ψευδαισθήσεις («Τσάιναταουν»). Η εσχατολογική θέση του Πολάνσκι δεν κάνει θρύψαλα μόνο τη βιτρίνα μιας πόλης (η βιομηχανία του θεάματος) αλλά και απονευρώνει πλήρως την κοινωνική και γεωγραφική της δυναμική που έχει ταυτιστεί με τον «τελικό προορισμό του αμερικανικού ονείρου» μέσω ιδιότυπων ρομάντζων («Ο πρωτάρης»), ανάλαφρων μιούζικαλ («Βίρα τις άγκυρες»), ιδιότροπων νουάρ («Η λεωφόρος της Δύσης», «Μια σφαίρα, ένα αντίο») ή μανιχαϊστικών νεογουέστερν («Η ένταση»).

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ ξύνει τη στιλπνή επιφάνεια της υπνωτιστικής λουτρόπολης και βρίσκει τον δρόμο για το μέλλον. Το 1982 το «Blade Runner» έφερε την όξινη βροχή και το φως νέον στο διάβα κυνικών ντετέκτιβ και απελπισμένων ανδροειδών που επιδεικνύουν περισσότερη ανθρωπιά από τους διώκτες τους. Και αν η δυσοίωνη πρόβλεψη του Φίλιπ Ντικ για το μοιραίο 2017 δεν επιβεβαιώθηκε, η αμηχανία στο τελικό βλέμμα του ήρωα που σώζεται προτού χαθεί στο κενό είναι ίδια με εκείνη που έχει ο φακός όταν κοιτάζει το Λος Αντζελες.

Στην Ευρώπη το Λονδίνο και το Παρίσι μονομαχούν για τα κινηματογραφικά πρωτεία. Το ενδιαφέρον στην περίπτωσή τους είναι πως δύο ξένοι έχουν δώσει την αντιπροσωπευτικότερη εικόνα τους εν μέσω γόνιμων παρεξηγήσεων και παραδοξοτήτων. Ο Ιταλός Μικελάντζελο Αντονιόνι, ολοκληρώνοντας την ιταλική τριλογία περί αποξένωσης, ταξίδεψε στα λονδρέζικα πάρκα του «Blow up» το 1966 για να δώσει μια σκληρή εικόνα του swinging London. Παραίσθηση και δημιουργία, ατομισμός και καταξίωση, σιωπή και Yardbirds, έρωτας και θάνατος. Ο φακός του ήρωα (ο Ντέιβιντ Χίγκινς στον ρόλο διάσημου φωτογράφου) επιχειρεί να συλλάβει αυτό που δεν φαίνεται, φιλοδοξώντας να φτάσει στην αλήθεια της πόλης. Μια αλήθεια που θα του δοθεί απλόχερα μόνο στο φινάλε με το ανεπανάληπτο παιχνίδι τένις του Τόμας με τους σκανδαλιάρηδες ζογκλέρ. Στο «Βρόμικο Σαββατοκύριακο» («The long Good Friday», 1979) του Τζον Μακένζι το Λονδίνο είναι ο αδυσώπητος (όσο το καταχθόνιο βλέμμα του Μπομπ Χόσκινς) προάγγελος του θατσερικού καπιταλισμού, ενώ η ζωή στη βρετανική μητρόπολη αποτελεί την απόλυτη ταλάντωση ανάμεσα στη φάρσα και τη βαθιά κατάθλιψη («Ο φίλος μου κι εγώ», 1987). Από την άλλη το Λονδίνο του Ζυλ Ντασσέν («Η νύχτα και η πόλη», 1950) σκιαγραφείται ως μια ελεεινή πόλη γεμάτη με καιροσκόπους, απατεώνες, κοινωνικά ανάλγητους πλούσιους και αβοήθητους φτωχούς.

Το Παρίσι του «Αμερικανού φίλου» (1977) του Γερμανού Βιμ Βέντερς αποφεύγει τον τουριστικό οδηγό του Γούντι Αλεν στο «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» (2011) ή την παροξυσμική χειροβομβίδα του «Μουλέν Ρουζ» (2001). Το Παρίσι του Βέντερς είναι στεγνό από γοητεία και ζωή. Η διαδρομή του ήρωα από το Ντεφάνς μέχρι τον Σηκουάνα είναι η καταγραφή μιας μεγαλούπολης που έχει παραδοθεί στον υλισμό, τον συμβιβασμό, στη ματαίωση των ονείρων. Παρόμοιας αντίληψης και ο Γκοντάρ, στο «Με κομμένη την ανάσα» βάζει τον περιθωριακό ήρωά του να μεγεθύνει το πρόβλημα, ενώ πιο σκληρός και απόλυτος ο Ματιέ Κασοβίτς στο «Μίσος» κάνει λόγο για μια πόλη χωρίς ανθρωπιά. Με ταυτότητα αλλά χωρίς μέλλον, η έρημη χώρα του Κασοβίτς μετρά την πτώση της (ηθική, πολιτική, κοινωνική) ύστερα από ένα επεισόδιο αστυνομικής βίας που συμβαίνει στα εργατικά προάστια της πόλης με θύμα έναν νεαρό μετανάστη. Ο Ζαν-Πιερ Ζενέ και η φωτεινή «Αμελί» του (2001) φέρνουν στην επιφάνεια όποιο στερεότυπο για την «πόλη του φωτός» έχει καταλάβει τη σκέψη του μέσου τουρίστα. 

Τόκιο, αστικό τοπίο από άλλον πλανήτη

Τέλος, το ασιατικό μοντέλο της μεγαλούπολης εκφράστηκε ιδανικά με το Τόκιο. Αγαπημένος φιλμικός τόπος των Οζου, Κουροσάβα, Μιζογκούτσι, χάνει τον αστικό χαρακτήρα του όταν ο φακός των Ιαπώνων δημιουργών στρέφεται στις ανθρώπινες σχέσεις («Ταξίδι στο Τόκιο»), στη σιωπή ή την παράδοση («Ο δρόμος της ντροπής» του 1956, τελευταία ταινία του Μιζογκούτσι) και χρειάστηκε το δυτικό βλέμμα για να αποκαλυφθεί το τιτάνιο μέγεθος μιας πόλης που πολλές φορές μοιάζει βγαλμένη από άλλον πλανήτη.

Ετσι, ξανά ο Ρίντλεϊ Σκοτ φτιάχνει φουτουριστικές συνθέσεις με φόντο τη στιλιζαρισμένη και φολ-κλόρ βία της Γιακούζα («Καυτή βροχή»), ενώ η ρομαντική μελαγχολία της Σοφία Κόπολα βρίσκει την ιδανική εφαρμογή της στο ειδύλλιο (;) του «Χαμένοι στη μετάφραση». Εδώ το Τόκιο μοιάζει με σύνολο σημείων όπου παρά την ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον φορτισμένο από σύμβολα αστικό χώρο οι καρδιές δύο ξένων δεν έχουν ανάγκη κανέναν και τίποτε προκειμένου να έρθουν πιο κοντά.

Οι πόλεις στην οθόνη

Στο αφιέρωμα  της Ταινιοθήκης της Ελλάδος θα προβληθούν οι ταινίες: «Μανχάταν» του Γούντι Αλεν (Ν. Υόρκη), «Ο πληροφοριοδότης» του Μάρτιν Σκορσέζε (Βοστώνη), «Roma» του Φεντερίκο Φελίνι (Ρώμη), «Η νύχτα» του Μικελάντζελο Αντονιόνι (Μιλάνο), «400 χτυπήματα» του Φρανσουά Τριφό (Παρίσι), «Τοπκαπί» του Ζυλ Ντασσέν (Κωνσταντινούπολη), «Lisbon story» του Βιμ Βέντερς (Λισσαβώνα), «Palombella rossa» του Νάνι Μορέτι (Ρώμη), «Χιροσίμα, αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ (Χιροσίμα), «Το νακ και πώς να το αποκτήσετε» του Ρίτσαρντ Λέστερ (Λονδίνο), «Είμαι περίεργη: Κίτρινη» του Βίλγκοτ Σιέμαν (Στοκχόλμη) και δύο ελληνικές ταινίες-ορόσημα (και τοπόσημα): «Delivery» του Νίκου Παναγιωτόπουλου και «Από την άκρη της πόλης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη (Aθήνα).

Το αφιέρωμα θα πραγματοποιηθεί στον θερινό κινηματογράφο Λαΐς μεταξύ 12 και 18 Σεπτεμβρίου.

Αναλυτικά το πρόγραμμα στο www.facebook.com/events/479980049225068/

 

 

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.