To όπιο και το νανούρισμα

Οι εστίες αντίστασης κρύβονται εκεί όπου δε φτάνουν οι κραυγές των βαρβάρων.

Νίκος Παπαδογιάννης 05/12/2019 | 15:41

Γνωρίζετε ποιος είναι ο Τέρι Ράιλι; Ούτε εγώ γνώριζα, μολονότι περνιέμαι για μερακλής σε ό,τι έχει να κάνει με τη μουσική. «Είναι ο γκουρού του μινιμαλισμού. Για εκείνον έγραψαν οι Who το Βaba O’Riley», μου εξήγησε ο ενθουσιώδης νεαρός που με σταμάτησε, χθες το βράδυ, στην Πλατεία Καρύτση.

«Ο Τέρι Ράιλι έχει συναυλία στις εννιάμισυ, εδώ στον “Παρνασσό”. Να, ετούτος ο τύπος που τα πίνει μαζί μας είναι ο γιός του. Να έρθεις οπωσδήποτε. Μη σε νοιάζει για εισιτήριο, φώναξε κάποιον από εμάς και θα σε βάλουμε…». Ήταν ήδη 8.

Σήκωσα το κεφάλι και είδα την επιγραφή που κοσμεί την είσοδο του Φιλολογικού Συλλόγου. «Αυτόν εδώ τον Οίκο των Μουσών, ο Ναζί κατακτητής τον μετέτρεψε σε αρχηγείο του».

Τουλάχιστον αυτό το γνώριζα. Ευχαρίστησα τα παιδιά και προχώρησα. Αισθάνθηκα άσχημα, που τους κοίταζα σαν χάνος.

Δεν πήγα στη συναυλία. Ήθελα να δω την Τόττεναμ. Τέτοιος είμαι, βλέπετε: ένα άθροισμα αντιφάσεων.

Κατόπιν μετάνιωσα, αλλά φοβάμαι ότι η μετάνοια έχει να κάνει μάλλον με το σκορ του αγώνα παρά με τον μινιμαλισμό που έχασα. Περισσότερο με τον Χάρι Κέιν, παρά με τον Τέρι Ράιλι.

Άλλο προσπαθώ να πω, όμως. Το απόγευμα της Τετάρτης με βρήκε με υψωμένα τα μαύρα πανιά. Πάντοτε έτσι είμαι, την εβδομάδα του μπασκετικού ντέρμπι Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός.

Φέτος αισθάνομαι ακόμα χειρότερα, διότι οι τρελοί έκαναν κατάληψη στο τρελάδικο. Όχι, μόνο στον αθλητισμό, αλλά και στην πολιτική. Στην κοινωνία ολόκληρη.

Κάθε περιήγηση στα social media ή στην πολιτική επικαιρότητα ή στις αθλητικές ιστοσελίδες πολλαπλασιάζει τη θλίψη και την απαισιοδοξία. Ούτε που μπορώ να μετρήσω, πόσες φορές ξεστόμισα τη φράση «φτάσαμε στο σημείο μηδέν» τους τελευταίους μήνες.

Ιδίως από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου και μετά, αισθάνομαι ότι έχουν απόλυτο δίκιο όσοι θεωρούν τον Έλληνα πολίτη ωραία κοιμωμένη. «Δεν είναι ότι μας περνάνε για βλάκες, αλλά ότι έχουν δίκιο», έγραψα στο Twitter.

Αλλά ο Έλλην δημοσιογράφος είναι ακόμη χειρότερος, διότι έχει εξουσία και τη χρησιμοποιεί ως όπιο. Αυτός είναι που ψάλλει το νανούρισμα, για να κοιμούνται όρθιοι οι αναγνώστες και οι τηλεθεατές του.

Έπειτα, πήγα σε μία παρουσίαση βιβλίου, του «1983» που έγραψε ο εξαίρετος Χριστόφορος Κάσδαγλης. Είχε πολύ και εκλεκτό κόσμο, στο «Polis Art Cafe». Τη φαιά ουσία την έκοβες με το μαχαίρι.

«Δε με ξέρεις, φανατικός μπασκετικός είμαι, σε πλησίασα για να σου πω να συνεχίσεις αυτό που κάνεις χωρίς να πτοείσαι από τους κάφρους», μου είπε ένας άνθρωπος που συνάντησα για πρώτη φορά στη ζωή μου.

«Διαφωνώ μαζί σου σχεδόν σε όλα, αλλά σε διαβάζω φανατικά, ευτυχώς που υπάρχουν κάποιοι να τα λένε όπως εσύ», υπερθεμάτισε ένας δεύτερος, διπλασιάζοντας το ξάφνιασμα.

Υπερβολικούς τους βρήκα, αλλά τα λόγια τους μου υπενθύμισαν το αυτονόητο. Υπάρχουν και κανονικοί άνθρωποι, εκεί έξω. Αμέτρητοι.

Κρυμμένοι στα βιβλιοπωλεία, στις αίθουσες τέχνης, στους κινηματογράφους, στα θέατρα, στα πανεπιστήμια, σε σπίτια όπου δεν φτάνει ο διχαστικός λόγος και η αμορφωσιά.

Οι τυφλοί πελταστές των social media και των αδηφάγων «Σχολίων» δεν αποτελούν πλειοψηφία, απλώς έχουν την πιο δυνατή φωνή. Και συνήθως είναι σκάρτοι.

Μόνο σκάρτοι γράφουν με κεφαλαία, με βρισιές και με υπονοούμενα. Όταν σε καθυβρίζει ή σε προσβάλλει ένας σκάρτος, είναι σαν να σε επαινεί ένας καλός. Απαράβατος κανόνας της ζωής.

Πήρα παραμάσχαλα το «1983» με το αυτόγραφο του Χριστόφορου, ευχαρίστησα τους καινούριους μου φίλους για τα επαινετικά λόγια και ανηφόρισα την έρημη Σταδίου, λίγο πιο αισιόδοξος από ό,τι ήμουν δύο ώρες νωρίτερα.

Πετάχτηκα στη «Μιγάδα» για μία μεξικάνικη τσιμιτσάνγκα φτιαγμένη πεντανόστιμη από κάποιον iνδό μετανάστη και, φεύγοντας, πέρασα δίπλα από τον «Παρνασσό». Εκεί μου έστησαν μπλόκο οι Έλληνες φίλοι του μουσικού μινιμαλισμού.

«Βασικά θέλουμε να σου εκμυστηρευτούμε ότι είμαστε μεγάλοι φαν». Του Τέρι Ράιλι; «Και δικοί σου! Για αυτά που γράφεις, όχι τόσο τα αθλητικά όσο τα υπόλοιπα, τα πολιτικά. Και για όσα προσπαθείς να πεις».

Κοκκίνισα όσο σπάνια κοκκινίζω, τους ευχαρίστησα ενθέρμως και πήγα λίγο παραπέρα, έξω από το κουφάρι του «Αττικόν», ώστε να απορροφήσω απερίσπαστος τις κολακείες – αν μου επιτρέπετε την αυτοαναφορικότητα.

Δεν είναι, λοιπόν, όλοι βάρβαροι εκεί έξω. Δεν πάει τελείως χαμένη αντίσταση, δεν είναι εντελώς μάταιο το κολύμπι ενάντια στο ρεύμα.

Ανέβηκα στο κατάρτι και αντικατέστησα τα μαύρα πανιά με πολύχρωμα, όπου οι σκοτεινές αποχρώσεις συνυπάρχουν με το λευκό, με το γκρίζο και με όλα τα ενδιάμεσα χρώματα. Όπως στη μουσική του Τέρι Ράιλι.

Τέσσερις σύντομες συνομιλίες με αγνώστους μέσα σε ένα δίωρο με έκαναν να αισθανθώ πολύ καλύτερα. Θα περνάω συχνότερα από αυτή τη γειτονιά, όταν πέφτει το μαύρο πέπλο.

Για κάθε Γιαννακόπουλο, για κάθε Αγγελόπουλο και για κάθε Διαματάρη, υπάρχει πάντοτε ένας Τέρι Ράιλι.