Όλο και περισσότεροι στο φάσμα της πείνας

Πάνω από 800 εκατομμύρια, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΗΕ, ανέρχονταν το 2017 οι άνθρωποι που αντιμετώπιζαν χρόνια έλλειψη τροφής

Βασίλης Ανδριανόπουλος 02/06/2019 | 09:00

Την αύξηση του ποσοστού των ανθρώπων που υποφέρουν από πείνα το 2017 –για τρίτη συνεχόμενη χρονιά– ανέδειξε η πρόσφατη μελέτη «Παγκόσμια Κατάσταση της Ασφάλειας Τροφίμων και Διατροφής» του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν χρόνια έλλειψη τροφής αυξήθηκαν σε 821 εκατομμύρια παγκοσμίως το 2017, σε σχέση με τα 804 εκατ. του 2016. Πρόκειται για αριθμό που αντιστοιχεί περίπου στο 10,9% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η συνεχής επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης πείνας ενισχύεται, σύμφωνα με τη μελέτη, από ένα παγιωμένο καθεστώς αστάθειας σε περιοχές όπου επικρατεί εμπόλεμη κατάσταση, από την ακραία κλιματική αλλαγή που επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό πολλά μέρη της υφηλίου και από την οικονομική κρίση που έχει επηρεάσει ακόμη και κράτη του δυτικού κόσμου που έχουν ειρήνη.

ΑΚΡΑΙΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΠΕΙΝΑΣ

Η κατάσταση γίνεται ολοένα και χειρότερη στη Λατινική Αμερική και στις περισσότερες χώρες της Αφρικής. Η Αφρική παραμένει η ήπειρος με το μεγαλύτερο ποσοστό πείνας, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 21% του πληθυσμού, ήτοι περισσότεροι από 256 εκατομμύρια άνθρωποι. Στη Λατινική Αμερική το αντίστοιχο ποσοστό εκτιμάται ότι έχει ανέλθει σε 5% το 2017 από 4,6% το 2014.

Οσον αφορά την Ασία, η πτώση των σχετικών ποσοστών που παρατηρούνταν τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως τώρα πια δεν εντοπίζεται στον ίδιο βαθμό, με αποτέλεσμα να εκτιμάται πως περίπου 515 εκατομμύρια κάτοικοι της Ασίας, δηλαδή το 11,4% του συνόλου του πληθυσμού, υποφέρει από πείνα. Ως αποτέλεσμα, στη μελέτη εκτιμάται ότι «εάν δεν αυξηθούν οι προσπάθειες, ο κόσμος θα υπολείπεται σημαντικά από τον στόχο της παγκόσμιας εξάλειψης της πείνας μέχρι το 2030». Μικρή βελτίωση έχει υπάρξει αναφορικά με το ποσοστό των υποσιτιζόμενων νεογνών μέχρι έξι μηνών. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των υποσιτιζόμενων νεογνών έχει μειωθεί από 165,2 εκατομμύρια το 2012 σε 150,8 εκατομμύρια το 2017, δηλαδή κατά περίπου 9%.

Αυτή η μείωση όμως παραμένει «αδικαιολόγητα μικρή» και ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος για το 2030 «είναι ακόμη μακρύς». Το 2017 το 40,7% των νεογνών κάτω των έξι μηνών τρεφόταν αποκλειστικά μέσω θηλασμού, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2012 ήταν 36,9%. Από την άλλη πλευρά, το ποσοστό των νεογνών που τρέφονται αποκλειστικά μέσω θηλασμού στη Λατινική Αμερική υπολογίζεται σε μόλις 26,4%.

Απότοκο των τεράστιων ποσοστών πείνας παγκοσμίως αποτελεί και το γεγονός ότι τα κρούσματα αναιμίας όχι μόνο δεν βαίνουν μειούμενα αλλά αυξάνονται. Συγκεκριμένα, η αναιμία που πλήττει τις γυναίκες οι οποίες βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία αυξήθηκε από 30,3% το 2012 σε 32,8% το 2016, χωρίς μάλιστα να εμφανίζει καμία ένδειξη μείωσης. Ετσι το ότι μία στις τρεις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία παγκοσμίως έχει αναιμία δείχνει σημαντική επιδείνωση της υγείας τους, που με τη σειρά της εγκυμονεί κινδύνους όχι μόνο για τις ίδιες αλλά και για τα παιδιά τους.

ΥΠΟΣΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ

Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, υπολογίζεται ότι το 7,5% των παιδιών ηλικίας μέχρι πέντε ετών παγκοσμίως είναι λιποβαρή (περίπου 50,5 εκατομμύρια), γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου γι’ αυτά. Σύμφωνα με μια ανάλυση του 2013, 875.000 θάνατοι, δηλαδή το 12,6% του συνόλου των θανάτων των παιδιών κάτω των πέντε ετών παγκοσμίως, σχετίζονται με τον υποσιτισμό. Από το προαναφερθέν ποσοστό 12,6%, το 7,4% αφορά παιδιά που είναι λιποβαρή σε ακραίο βαθμό. Παράλληλα, η μελέτη καταπιάστηκε και με το ζήτημα της παχυσαρκίας.

Υπολογίζεται ότι το παγκόσμιο ποσοστό των υπέρβαρων παιδιών παγκοσμίως έχει παραμείνει σχετικά στάσιμο, αφού από 5,4% το 2012 αυξήθηκε στο 5,6% το 2017, δηλαδή 38,3 εκατομμύρια παιδιά. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για την παχυσαρκία των ενηλίκων, που αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί από το ποσοστό του 11,7% παγκοσμίως στο οποίο βρισκόταν το 2012 σε 13,2% το 2016. «Αυτό σημαίνει», όπως σημειώνεται στη μελέτη, «ότι το 2017 περισσότεροι από έναν στους οχτώ ενηλίκους ή αλλιώς περισσότεροι από 672 εκατομμύρια ενήλικοι άνθρωποι παγκοσμίως είναι υπέρβαροι». Πρόκειται για ένα φαινόμενο που βρίσκεται σε συνεχή αύξηση εδώ και δεκαετίες και συγκεκριμένα από το 1975 κι έπειτα. Τα μεγαλύτερα ποσοστά της ενήλικης παχυσαρκίας όπως και η μεγαλύτερη αυξητική τάση της εντοπίζονται στις ΗΠΑ.

Αξιοσημείωτα είναι τα ευρήματα της μελέτης σχετικά με την παράλληλη αύξηση των ποσοστών της παιδικής παχυσαρκίας και του υποσιτισμού στα παιδιά, αφού συχνά παρατηρείται στις ίδιες χώρες ή ακόμη και στις ίδιες κοινότητες. Αυτή η συνύπαρξη του υποσιτισμού και της παχυσαρκίας στις ίδιες περιοχές αναφέρεται συχνά ως το «διπλό βάρος» του υποσιτισμού.

Αυτό το πολλαπλό βάρος του υποσιτισμού επικρατεί σε οικονομίες χαμηλού και μεσαίου μέσου εισοδήματος και επικεντρώνεται στον φτωχό πληθυσμό. Στους φτωχούς επικεντρώνεται και το φαινόμενο της παχυσαρκίας σε χώρες υψηλού εισοδήματος. Η φτωχή πρόσβαση στην τροφή και συγκεκριμένα στο υγιεινό φαγητό συμβάλλει τόσο στον υποσιτισμό όσο και στην παχυσαρκία. Αυξάνει τον κίνδυνο του χαμηλού βάρους των νεογνών, του υποσιτισμού των παιδιών και της αύξησης της αναιμίας στις γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία.

Ως αποτέλεσμα, σημειώνεται στη μελέτη, η έλλειψη πρόσβασης σε υγιεινή τροφή μπορεί να οδηγήσει τόσο στον υποσιτισμό όσο και στην παχυσαρκία. Μια δίαιτα που χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή λήψη θερμίδων, πρωτεϊνών και μεταλλικών στοιχείων εμποδίζει την υγιή ανάπτυξη των παιδιών, συμβάλλοντας αντιθέτως στον υποσιτισμό τους. Το άγχος της ανασφάλειας αναφορικά με τη λήψη τροφής μπορεί ταυτόχρονα να προκαλέσει αρνητικά αποτελέσματα σχετικά με τον θηλασμό των νεογνών.

Μπορεί να φαντάζει παράδοξο αλλά η ανασφάλεια αναφορικά με τη λήψη τροφής μπορεί να συμβάλει και στην παχυσαρκία, αφού συνήθως τα θρεπτικά και φρέσκα φαγητά είναι δαπανηρά. Ετσι σε νοικοκυριά που το εισόδημα είναι μειωμένο, άρα και η πρόσβαση σε υγιεινή τροφή περιορισμένη, οι άνθρωποι αρκετά συχνά αναγκάζονται να αγοράζουν τροφές πλούσιες σε θερμίδες αλλά χωρίς πολλά θρεπτικά συστατικά. Πρόκειται για φαινόμενο που εντοπίζεται κυρίως σε αστικό περιβάλλον σε χώρες με μεσαίο ή και υψηλό μέσο εισόδημα.

ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

Σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στην έλλειψη τροφής παγκοσμίως είναι και οι φυσικές καταστροφές. Οι ακραίες φυσικές καταστροφές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η υπερβολική ζέστη, η ξηρασία, οι πλημμύρες και οι καταιγίδες –έντονες και ακραίες βροχοπτώσεις–, έχουν αυξηθεί σε σχέση με τις αρχές του 1990. Αυτές οι καταστροφές βλάπτουν την αγροτική παραγωγή συμβάλλοντας έτσι στην έλλειψη τροφής, την αύξηση των τιμών των τροφίμων αλλά και τη μείωση του εισοδήματος όσων ασχολούνται με καλλιέργειες, με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι να υπόκεινται σε περιορισμένη πρόσβαση σε υγιεινή τροφή.

Οι περιοχές που πλήττονται κυρίως από τέτοια ακραία καιρικά φαινόμενα, η αύξηση των οποίων συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, βρίσκονται σε τροπικά μέρη. Η έλλειψη της ασφάλειας τροφής συνδέεται με ένα ακόμη ακραίο καιρικό φαινόμενο, την ξηρασία, η οποία μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τον τομέα της αγροτικής καλλιέργειας και της παραγωγής τροφίμων. Υπολογίζεται πως η ξηρασία ευθύνεται για περίπου το 80% του συνόλου των ζημιών και καταστροφών στην αγροτική παραγωγή παγκοσμίως, κυρίως σε ό,τι αφορά τα σιτηρά.

Από τις 27 χώρες που πλήττονται κυρίως από την ξηρασία παγκοσμίως, 19 είναι στην Αφρική, τέσσερις στην Ασία, τρεις στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική και μία στη δυτική Ευρώπη. Αξίζει να σημειωθεί πως στο 36% των χωρών στις οποίες εντοπίζεται υποσιτισμός από το 2005 κι έπειτα οι αιτίες σχετίζονται με την εμφάνιση ξηρασίας που πλήττει την αγροτική παραγωγή.

Η αλιεία από την άλλη πλήττεται από τσουνάμι και καταιγίδες. Στην έκθεση του ΟΗΕ προτείνεται να εφαρμοστούν μια σειρά από αγροτικές τεχνικές προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες και τις κλιματικές αλλαγές, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ασφάλεια της καλλιέργειας της παγκόσμιας σοδειάς και άρα η μείωση της παγκόσμιας πείνας. Προτείνεται κυρίως η σπορά να γίνεται σε σύντομους κύκλους, ώστε η παραγωγή να συντελείται σε πιο σύντομα χρονικά διαστήματα και να περιοριστεί η έκθεσή της σε απρόβλεπτα μετεωρολογικά φαινόμενα.

«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΡΑΣΟΥΜΕ ΑΜΕΣΑ»

Από την πλευρά της η επικεφαλής της έρευνας και οικονομολόγος σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων και διατροφής στον Οργανισμό Τροφίμων και Αγροτικής Παραγωγής του ΟΗΕ Σίντι Χόλμαν δήλωσε ότι οι αυξανόμενες εναλλαγές της θερμοκρασίας, οι έντονες και απρόβλεπτες βροχοπτώσεις και οι εναλλαγές των εποχών επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα των τροφίμων κι αυτός είναι ο λόγος που «πρέπει να δράσουμε άμεσα. Ανησυχούμε ότι η κατάσταση όχι μόνο δεν πρόκειται να βελτιωθεί αλλά συνεχώς θα επιδεινώνεται», επισήμανση που σχετίζεται και με το γεγονός ότι σχεδόν 124 εκατομμύρια άνθρωποι σε 51 χώρες παγκοσμίως βρέθηκαν το 2017 αντιμέτωποι με υψηλά επίπεδα πείνας εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής και των πολέμων.

Αξίζει να σημειωθεί πως χώρες όπως η Υεμένη, η Σομαλία, το Νότιο Σουδάν και το Αφγανιστάν μαστίζονταν ταυτόχρονα τόσο από συνεχιζόμενες συγκρούσεις όσο και από ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως η ξηρασία και οι πλημμύρες. Πρόκειται για μια κατάσταση που, όπως προειδοποίησε πρόσφατα η διεθνής φιλανθρωπική οργάνωση Save the Children, μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο λόγω ακραίας πείνας 600 χιλιάδες παιδιά.

«Ανησυχούμε με την επιδείνωση της κατάστασης στη Λατινική Αμερική» σημείωσε με τη σειρά του ο διευθυντής της υπηρεσίας επιχειρήσεων έκτακτης ανάγκης και αποκατάστασης του Οργανισμού Τροφίμων και Αγροτικής Παραγωγής του ΟΗΕ Ντομινίκ Μπουρζόν, ο οποίος επικαλέστηκε τόσο τη Βενεζουέλα (αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική κρίση) όσο και την ξηρασία στη Νικαράγουα, τη Γουατεμάλα και το Ελ Σαλβαδόρ στην κεντρική Αμερική. Κι όλα αυτά ενώ «η πιθανότητα ενός νέου κλιματικού φαινομένου όπως το Ελ Νίνιο, με πολλαπλασιασμό της ξηρασίας, αυξάνεται ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα».

«Από το 1986 έως το 2006 παρατηρούμε μεγάλη αύξηση των φυσικών καταστροφών που συνδέονται με το κλίμα, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 80% του συνόλου των φυσικών καταστροφών. Οι πρώιμες ή όψιμες ή ολότελα εξαφανισμένες εποχές σε ορισμένα μέρη του πλανήτη έχουν τεράστιο αντίκτυπο στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων. Τα τελευταία δέκα χρόνια το 36% των χωρών που αντιμετώπισαν αύξηση του υποσιτισμού αντιμετώπισε και ξηρασία» συμπλήρωσε ο κ. Μπουρζόν. 

* Περιοδικό Hot Doc #170, «Ο πλανήτης των αντιθέσεων», 13/01/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.