Όλα για τους καναλάρχες - Τηλεόραση με χρήματα των φορολογουμένων

Ελληνικές τηλεοπτικές σειρές με λεφτά του δημοσίου, δηλαδή του ελληνικού λαού. Τι δεν καταλαβαίνετε;

Κωνσταντίνος Καϊμάκης 27/09/2021 | 16:01

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει στροφή στις τηλεοπτικές σειρές που γυρίζονται στη χώρα µας. To τηλεοπτικό περιεχόµενο µυθοπλασίας έχει πολλαπλασιαστεί και όλοι µοιάζουν ικανοποιηµένοι: οι καταναλωτές τηλεοπτικών εικόνων, οι εργαζόµενοι στις παραγωγές, η κυβέρνηση (που υπηρετεί µε συνέπεια το δόγµα «ικανοποιηµένος τηλεθεατής… πειθήνιος ψηφοφόρος»), οι καναλάρχες. Το ερώτηµα λοιπόν που προκύπτει είναι για ποιον ή ποιους λόγους οι ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθµών αισθάνονται ευτυχισµένοι χρηµατοδοτώντας πλουσιοπάροχες παραγωγές οι οποίες λόγω της συρρικνωµένης διαφηµιστικής αγοράς είναι αµφίβολο αν θα προσελκύσουν έσοδα ικανά να ισοσκελίσουν την επένδυση. Η τηλεοπτική ευωχία οφείλεται στο πρόγραµµα cash rebate µε το περίφηµο «ανταποδοτικό όφελος», το οποίο ξεκίνησε επί υπουργίας Νίκου Παππά στο υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενηµέρωσης.

Κυβέρνηση στην υπηρεσία των καναλαρχών

Τους τελευταίους µήνες οι έξι ιδιωτικοί σταθµοί πανελλαδικής εµβέλειας, αλλά και η ΕΡΤ, επιχείρησαν δυναµική στροφή προς τις ελληνικές σειρές µυθοπλασίας µε την παραγωγή 23 σειρών που θα προβληθούν τη φετινή τηλεοπτική σεζόν. Η εξήγηση µπορεί να ζητηθεί στην πλουσιοπάροχη επιδότηση του προγράµµατος στήριξης του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ), που χρηµατοδοτεί σχεδόν το 40% του κόστους παραγωγής των παραγωγών. Είναι χαρακτηριστικό πως ο πρόεδρος της Ενωσης Ιδιοκτητών Πανελλαδικών Καναλιών, Πάνος Κυριακόπουλος, είχε παραδεχτεί πριν από λίγους µήνες στην επιτροπή διαφάνειας της Βουλής ότι αν δεν υπήρχε η συγκεκριµένη χρηµατοδότηση του ΕΚΟΜΕ, είναι βέβαιο ότι δεν θα γυρίζονταν ελληνικές σειρές στην τηλεόραση.

Το ΕΚΟΜΕ είναι ένα χρηµατοοικονοµικό εργαλείο πολύ σηµαντικό για την ενίσχυση της οπτικοακουστικής παραγωγής στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενηµέρωσης (νυν υπουργείο Ψηφιακής ∆ιακυβέρνησης) το 2015 επί ΣΥΡΙΖΑ και ξεκίνησε τη λειτουργία του τον ∆εκέµβριο 2017. Το συγκεκριµένο αναπτυξιακό εργαλείο σχετίζεται άµεσα µε το σύστηµα του rebate που έφερε στην Ελλάδα η προηγούµενη κυβέρνηση και αφορά κινηµατογραφικές αλλά και τηλεοπτικές παραγωγές. Η διαφάνεια και ο οµαλός τρόπος λειτουργίας του διασφαλίστηκαν µε τον νόµο 4487/2017 την εποχή της υφυπουργίας του Λευτέρη Κρέτσου, ο οποίος εστίαζε στην ενίσχυση της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα. Με µια σειρά ρυθµίσεων από την κυβέρνηση Μητσοτάκη οι ασφαλιστικές δικλίδες εξαφανίστηκαν προς όφελος των ιδιοκτητών των τηλεοπτικών σταθµών.

«Είχαµε φτιάξει ένα σύστηµα που δούλευε κανονικά µε υψηλά όρια για να επενδύσουν πιο ακριβές παραγωγές και έτσι να έχουµε υψηλά ανταποδοτικά οφέλη» λέει ο Λευτέρης Κρέτσος. «Η νέα κυβέρνηση όχι µόνο το χάλασε, αλλά επιπλέον έδωσε και δωράκια στους καναλάρχες. Οπως και σε όλους τους τοµείς άλλωστε, οι ρυθµίσεις που έκαναν είναι άναρχες και άτσαλες: κατάργησαν τον διπλό έλεγχο από το υπουργείο και το ΕΚΟΜΕ, µείωσαν το όριο του κόστους παραγωγής ενός επεισοδίου από τις 30 στις 10 χιλιάδες ευρώ, πλέον δέχονται τιµολόγια από το εξωτερικό καθώς κάποιοι καναλάρχες έχουν και εταιρείες στο εξωτερικό κ.λπ.» συμπληρώνει ο πρώην υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενηµέρωσης. Επίσης δεν πρέπει να λησµονούµε πως µε το νοµοσχέδιο Λιβάνιου στις αρχές του 2021 υπήρξε πρόβλεψη ότι για το έτος 2020 ένα κανάλι µπορεί να πληρώσει µόνο 50.000 ευρώ ως φόρο συχνοτήτων στην περίπτωση που κάνει επενδύσεις έως 3.450.000 ευρώ. Στην πραγµατικότητα αυτός ο φόρος είναι το «ενοίκιο» το οποίο καλούνται να πληρώνουν οι καναλάρχες για τη χρήση ενός δηµόσιου αγαθού. Σκεφτείτε λοιπόν πώς θα αντιδρούσε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού το οποίο νοικιάζατε σε περίπτωση που ζητούσατε να αφαιρέσει από το ποσό του ενοικίου τα έξοδα του ηλεκτρικού, της ύδρευσης και της αγοράς των αναλώσιµων.

Η νέα κυβέρνηση κατάργησε τον διπλό έλεγχο που είχε ψηφίσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως δικλίδα ασφαλείας µε προφανή στόχο να διώξει από πάνω της την ευθύνη. «Οι ρυθµίσεις που γίνονται είναι προφανώς για την εξυπηρέτηση συµφερόντων. Θα φτιάξουν, λένε, ένα µητρώο από αξιολογητές, προφανώς για να εξυπηρετούν τους δικούς τους» λέει ο κ. Κρέτσος και ολοκληρώνει: «Τρυπάνε το σύστηµα και κάνουν συστηµατικά λάθη. Εχουν καταθέσει άτσαλες ρυθµίσεις που προκαλούν µόνο ζηµιές, κυρίως οικονοµικές. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αυτό που έκανε ήταν να καταστρέψει ένα µέτρο που όχι απλώς λειτουργούσε ελκυστικά, αλλά επίσης ήταν δοµηµένο προς τη σωστή κατεύθυνση. Οι καναλάρχες δεν δίνουν ευρώ στην ελληνική οικονοµία και κάνουν τηλεόραση µε τα λεφτά των Ελλήνων φορολογουµένων».

(© Tina-Rataj-Berard on Unsplash)

Εργαλείο εξυπηρέτησης ιδιωτικών συµφερόντων

Προτού συγκροτηθεί το ΕΚΟΜΕ οι τηλεοπτικές σειρές που βλέπαµε ήταν κυρίως τουρκικές ή γυρισµένες στην Κύπρο. Με την ίδρυση και τη λειτουργία του φορέα καταβλήθηκε σοβαρή προσπάθεια να ενισχυθεί η εγχώρια τηλεοπτική παραγωγή µυθοπλασίας και µάλιστα µε κριτήρια ανταγωνισµού των ξένων παραγωγών, ενώ επιπρόσθετος στόχος ήταν η προώθηση νέων ελληνικών σειρών στις διεθνείς αγορές.

Ο τοµεάρχης ψηφιακής διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ Μάριος Κάτσης αναφέρει σχετικά: «∆εν είµαστε ενάντια στη λειτουργία του ΕΚΟΜΕ. Αυτό που ξεκινήσαµε εµείς χαιρόµαστε να γνωρίζει επιτυχία και να ανθίζει όταν έχει µια προσφορά για την ελληνική κοινωνία. Αν όµως έχουν αλλάξει τη νοµοθεσία για να παίρνουν χρήµατα ακόµη και ευτελείς παραγωγές, ε ναι, αυτό είναι ζήτηµα». Είναι γεγονός πως µειώνοντας το κόστος επεισοδίου από τις 30.000 ευρώ στις 10.000 πλέον γυρίζονται φτηνές σειρές αµφίβολης ποιότητας ακόµη και σε ένα δωµάτιο. «Εχουν κάνει θεσµικές αλλαγές, µε αποτέλεσµα να εκφυλιστεί το εργαλείο» λέει ο κ. Κάτσης.

«Είµαστε υπέρ της ισχυρής οπτικοακουστικής παραγωγής και της ανάπτυξης του τοµέα, αλλά µε την απαραίτητη διαφάνεια. Εχουν κάνει στην ουσία τρεις αλλαγές πυρηνικές που αλλοίωσαν το δικό µας εγχείρηµα. Η µείωση του κόστους παραγωγής ανά επεισόδιο, η κατάργηση του διπλού ελέγχου για την υπαγωγή αλλά και την εκταµίευση των ποσών (όλα πλέον εγκρίνονται από τον πρόεδρο του ΕΚΟΜΕ) και η αποδοχή ξένων τιµολογίων έως το 50% του κόστους παραγωγής. Επίσης το πράγµα έχει αρχίσει να µη ρεγουλάρει καλά καθώς υπάρχουν και καθυστερήσεις στις πληρωµές. Υπάρχουν φωνές διαµαρτυρίας για καθυστερήσεις αλλά και για περιπτώσεις στις οποίες προωθούνται κάποια παραγωγές αναλόγως των γνωριµιών ή της δυνατότητας παρέµβασης στις διαδικασίες. Ο διπλός έλεγχος καταργούσε στην πράξη αυτά τα παρατράγουδα και είχαµε την πολιτική ευθύνη για ό,τι στραβό µπορούσε να συµβεί» καταλήγει ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.

Από την πλευρά της η αναπληρώτρια τοµεάρχισσα εξωτερικών για τα ευρωπαϊκά θέµατα του ΣΥΡΙΖΑ Σία Αναγνωστοπούλου σηµειώνει: «Η κατάργηση του κριτηρίου της εδαφικότητας από την κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας ήταν βασικό λάθος. Ηταν σηµαντικό –και συµβολικό αν θέλετε– να γίνονται οι παραγωγές στην Ελλάδα. Εκτός του οικονοµικού στοιχείου, ακόµη και η ώσµωση των ξένων συνεργείων µε τα ελληνικά θα ήταν ωφέλιµη για την εγχώρια παραγωγή. Η άρση της εδαφικότητας είναι σηµαντικό ζήτηµα. Είναι σαν να παίρνουµε λεφτά από το δηµόσιο, από τον ελληνικό λαό, και να τα σκορπάµε. Το δηµόσιο χρήµα δεν επιστρέφει και µάλιστα µε την προστιθέµενη αξία που θα έπρεπε. Το δεύτερο σηµαντικό είναι πως στο ΕΚΟΜΕ αυτό που προβλεπόταν σύµφωνα µε τον νόµο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πως το κάθε επεισόδιο για να µπορεί να εµπίπτει στη φιλοσοφία ή καλύτερα στο κίνητρο του rebate θα έπρεπε να κοστίζει 30.000 ευρώ. Αυτοί το µείωσαν στις 10.000. Αυτό τι σηµαίνει; Ενώ για µας στόχος ήταν το υψηλό πολιτιστικό αγαθό σε συνδυασµό µε τις καλές πληρωµές για τους ηθοποιούς, τους τεχνικούς κ.λπ. στο ύψος που απαιτεί η αξιοπρεπής διαβίωση, η µείωση αυτή συρρικνώνει εκτός από την ποιότητα και τις αµοιβές των εργαζοµένων. Αν όλα αυτά συνδυαστούν µε το γεγονός –το οποίο είναι εκτός ΕΚΟΜΕ– της χρηµατοδότησης των τηλεοπτικών αδειών της DIGEA, είναι σαν κλείσιµο µατιού της Νέας ∆ηµοκρατίας προς τους καναλάρχες. Εδώ µιλάµε για επίσηµη γραµµή της κυβέρνησης για µεταφορά δηµόσιου χρήµατος προς τους ιδιώτες. Αντί λοιπόν να χαραχτεί µια συνεπής και σταθερή στρατηγική, η κυβέρνηση επιλέγει τον αντίθετο δρόµο. Χωρίς κριτήρια, χωρίς να εξασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας και χωρίς να διασφαλιστεί η ποιότητα του τηλεοπτικού προϊόντος που παράγεται, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει δώρα στους καναλάρχες».

Ολος αυτός ο εργαζόµενος κόσµος στον χώρο του πολιτισµού –ηθοποιοί, σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, τεχνικοί κ.ά.– χωρίς τις τηλεοπτικές σειρές, όπως το ζήσαµε την περίοδο της οικονοµικής κρίσης, θα είχε πέσει σε αναξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Με το ΕΚΟΜΕ δόθηκε ώθηση στην οπτικοακουστική παραγωγή και η ντόπια παραγωγή έκανε επανεκκίνηση. Αντί όµως να ενισχυθούν τα κριτήρια της εγχώριας παραγωγής, συρρικνώνονται και ένα χρήσιµο εργαλείο ανάπτυξης χάνει τον ρόλο για τον οποίο δηµιουργήθηκε, µεταβαλλόµενο σε όργανο εξυπηρέτησης των ιδιοκτητών τηλεοπτικών σταθµών, οι οποίοι µε τη σειρά τους συνεχίζουν να παρέχουν αφειδώς τη στήριξή τους στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.