Οι πρεσβευτές της ελπίδας

Η συλλογική μνήμη θα κρατήσει ζωντανούς τη Μαρίτσα Μαυραπίδου, τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, τον Ευστράτιο Δήμου, τον Διονύση Αρβανιτάκη και τον Γιάννη Μπεχράκη. Ωστόσο, η ζωή της ταραγμένης παραμεθορίου απειλεί να θάψει τη δράση τους κάτω από άναρθρες κραυγές σκοταδόψυχων και λερωμένα χέρια ελληνεμπόρων.

Νίκος Παπαδογιάννης 05/03/2019 | 16:11

Η κυρία Μαρίτσα Μαυραπίδου ήταν μία από τις παινεμένες γιαγιάδες της Λέσβου. Αντί να καθίσει στη γωνίτσα της και να ζήσει αδιάφορα γηρατειά όπως τόσοι και τόσοι ηλικιωμένοι σε αυτόν τον μάταιο τόπο, βοηθούσε τις ξεπαγιασμένες μανάδες και τα «μωρέλια» με το σκούρο δέρμα, τα μικρά παιδιά που ξεβράζονταν από το κύμα στις ακτές του νησιού. Τα τάιζε και τα ντάντευε και τα αγαπούσε σαν να ήταν δικά της εγγόνια. Που, κατά κάποιον τρόπο, ήταν. Γέννημα προσφύγων, από τα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας, στο πρόσωπο κάθε παιδιού έβλεπε τον εαυτό της, στο πρόσωπο κάθε μάνας τη μάνα της. Εφ’ όσον έχεις νιώσει τον ξεριζωμό στο πετσί σου, δεν ξεχνάς. Όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την επισκέφτηκε για να τη συγχαρεί, η μεγάλη κυρία της Λέσβου τον μάλωσε: «Γιατί μου λες μπράβο, γιε μου; Τι έκανα;» Η Μαρίτσα Μαυραπίδου από τη Σκάλα Συκαμιάς πέθανε στην τρυφερή ηλικία των 90 ετών, στις 16 Ιανουαρίου 2019.

 

Ο ιερέας Ευστράτιος Δήμου ίδρυσε την μη κυβερνητική οργάνωση «Αγκαλιά» το 2007 και δημιούργησε στη Λέσβο κέντρο περίθαλψης και ανακούφισης των προσφύγων που έφταναν στο νησί χωρίς στον ήλιο μοίρα - μια τεράστια, ζεστή, στοργική αγκαλιά. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι μετανάστες από δική τους επιλογή, αλλά παιδιά του πολέμου, που προσπαθούν να ξεφύγουν από τις σφαίρες», έλεγε στους φαιοχίτωνες που του ζητούσαν εξηγήσεις. «Καλό Σαμαρείτη», τον βάφτισε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ. Παρά τα προβλήματα υγείας που τον βασάνιζαν, βοήθησε δεκάδες χιλιάδες άτομα, όχι μόνο τους μάρτυρες της θάλασσας, αλλά και ντόπιους που αντιμετώπισαν οικονομικές δυσχέρειες. «Να αγωνίζεστε καθημερινά, για την ειρήνη και την αγάπη. Μόνο έτσι λεγόμαστε άνθρωποι», ήταν τα τελευταία του λόγια. Ο θαυμάσιος παπα-Στρατής της Καλλονής απεβίωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2015. Ήταν μόλις 57 χρονών.

 

Ο λιμενικός Κυριάκος Παπαδόπουλος ήταν η ζωντανή απάντηση σε όσους πιστεύουν ότι το ανθρώπινο πρόσωπο δεν συμβιβάζεται με τη στολή. Περιμάζεψε από τη θάλασσα χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες και έγινε έμβλημα του ανθρωπιστικού έργου της Ακτοφυλακής στη θαλάσσια μεθόριο, δασκαλεύοντας με τις πράξεις του όσους –ακόμα και συναδέλφους του- κάνουν τα στραβά μάτια. «Περίπου πέντε χιλιάδες», απάντησε, όταν ρωτήθηκε από τον καγκελάριο της Αυστρίας πόσους φουκαράδες είχε σώσει. «Είστε ένας αληθινός ήρωας», υποκλίθηκε ο Βέρνερ Φάιμαν. «Δεν έχουμε την πολυτέλεια της ανθρώπινης αδυναμίας», έλεγε ο σωτήρας των ναυαγών. «Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που χρειάζονται τη βοήθειά μας. Αργότερα θα πάμε παραπέρα να κλάψουμε». Ο κύριος Κυριάκος Παπαδόπουλος, γέννημα προσφυγικής οικογένειας από τη Νικομήδεια, έπαθε ανακοπή καρδιάς στις 10 Οκτωβρίου 2018 και εγκατέλειψε απροειδοποίητα αυτόν τον μάταιο κόσμο, στα 44 του.

 

Ο αρτοποιός Διονύσης Αρβανιτάκης  ζύμωνε ψωμί και το μοίραζε ο ίδιος με το φορτηγάκι του στους πεινασμένους πρόσφυγες που βρήκαν καταφύγιο στην Κω, σε αναζήτηση μίας καινούριας ζωής. Πριν ακόμη δημιουργηθούν δομές φιλοξενίας, ο ηλικιωμένος άνδρας βάλθηκε να ταϊσει τους ανθρώπους που έφταναν στο νησί με το στομάχι άδειο και τις αισθήσεις μουδιασμένες. Μικρός, πουλούσε κουλούρια στα Πατήσια, αλλά στη συνέχεια έφυγε μετανάστης στην Αυστραλία. Επιστρέφοντας στην Κω με κάποιο κομπόδεμα, το 1970, έφτιαξε επτά φούρνους που έμελλε να γίνουν η πηγή της ζωής. «Ποιος μπορεί να μείνει ασυγκίνητος, όταν βλέπει μικρά παιδιά να τρώνε χώμα; Όποιος δεν έχει πεινάσει είναι αδύνατο να μπει στη θέση αυτών των ανθρώπων», έλεγε. Παρασημοφορημένος από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κύριος Διονύσης Αρβανιτάκης αποχαιρέτισε για πάντα τις εγκόσμιες τραγωδίες στις 17 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 77 ετών.

 

Ο Γιάννης Μπεχράκης ήταν ο φωτογράφος των πολέμων, της εγκατάλειψης, των βομβαρδισμών, της προσφυγιάς. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες του τού χάρισαν βραβείο Πούλιτζερ και έφτασαν στα πέρατα της οικουμένης, ώστε να θυμίζουν ότι η δημοσιογραφία θα παραμείνει ζωντανή όσο υπάρχουν ζεστές καρδιές, ανήσυχες συνειδήσεις,ομαδικές ενοχές και υγρά μάτια. Για την ναυαγισμένη Ελλάδα του 21ου αιώνα, με τους γυρτούς ώμους και το ποτισμένο με μίσος βλέμμα, η κληρονομιά του είναι κολοσσιαία και δυσβάσταχτη.  «Φωτογραφίζω για να μη μπορεί να πει κανείς: “Δεν γνώριζα”», εξηγούσε όταν τον ρωτούσαν για ποιο λόγο ρίσκαρε τη ζωή του στα χαρακώματα και στις πολεμίστρες. Θα μπορούσε να γίνει θυρεός της χειμαζόμενης δημοσιογραφίας, αυτή η φράση του. Ο ακριβός μας Γιάννης Μπεχράκης παραδόθηκε στην καταραμένη αρρώστια στις 2 Μαρτίου 2019. Στα 58 του χρόνια.

Μέσα σε μερικούς μήνες, η τσακισμένη από την αδράνεια, την αδιαφορία και τη μισαλλοδοξία ελληνική κοινωνία έχασε την πονόψυχη γιαγιά της Συκαμιάς, τον σεμνεπίσεμνο παπά της Καλλονής, τον ηρωικό ακτοφύλακα του Αιγαίου, τον ακάματο αρτοποιό της Κω, τον ευαίσθητο φωτογράφο των μετώπων. Πέντε πρεσβευτές της ελπίδας, που άφησαν την πινακοθήκη μας φτωχότερη και τον τόπο μας παραδομένο στους ρατσιστές του «τίμιου» σταυρού και στους εγκληματίες της θάλασσας και των δρόμων. Πέντε αγίους.

Η συλλογική μνήμη θα κρατήσει ζωντανούς τη Μαρίτσα Μαυραπίδου, τον Κυριάκο Παπαδόπουλο, τον Ευστράτιο Δήμου, τον Διονύση Αρβανιτάκη και τον Γιάννη Μπεχράκη. Ωστόσο, η ζωή της ταραγμένης παραμεθορίου απειλεί να θάψει τη δράση τους κάτω από άναρθρες κραυγές σκοταδόψυχων και λερωμένα χέρια ελληνεμπόρων.

Τι σόι Θεός είναι αυτός που παίρνει τους καλύτερους και μας αφήνει ομήρους των χειρότερων, παπα-Στρατή μου; Μπορεί Εκείνος να χρειαζόταν αγγέλους, όπως συνηθίζουν να λένε για παρηγοριά οι θεοσεβούμενοι, αλλά εμείς τους χρειαζόμαστε ακόμα περισσότερο. Την επόμενη φορά, ας είναι κάποιος διάβολος, αυτός που θα σύρει τον χορό προς το φευγιό. Δόξα τω Θεώ, που αμφιβάλλω πια αν υπάρχει, από διαβόλους έχουμε περίσσευμα.