Οι πολιτικές πλευρές της προανακριτικής

Μεθοδεύεται, με λιγότερο ή περισσότερο άγαρμπο τρόπο, η θεσμική περιθωριοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ

Κύρκος Δοξιάδης 06/11/2019 | 07:32

Η επιχειρηματολογία που ακούγεται εκατέρωθεν για τη νομιμότητα της εξαίρεσης του Παύλου Πολάκη και του Δημήτρη Τζανακόπουλου από την προανακριτική επιτροπή της Βουλής επικεντρώνεται κυρίως στο αν είναι αρμόδια για να αποφασίσει –κατά πλειοψηφία– η ίδια η επιτροπή και όχι τα κόμματα που ορίζουν ποιοι τα εκπροσωπούν σε αυτήν. Το καθαρά νομικό επιχείρημα υπέρ της εξαίρεσης είναι πολύ συζητήσιμο ούτως ή άλλως.

Οπως υποστήριξε σε εκπομπή της ΕΡΤ ο Σταύρος Κοντονής, από αυστηρά νομικής πλευράς η υπόθεση Novartis και η υπόθεση Παπαγγελόπουλου είναι ξεχωριστές, και κατά συνέπεια το επιχείρημα ότι οι Πολάκης και Τζανακόπουλος θα κληθούν ως μάρτυρες για την πρώτη υπόθεση δεν επαρκεί για τον αποκλεισμό τους από την προανακριτική της δεύτερης.

Ας δούμε λοιπόν λίγο τις πολιτικές διαστάσεις του ζητήματος. Τούτες μπορούμε να πούμε ότι διακρίνονται σε δύο ειδών. Από τη μια πρόκειται για τους πολιτικούς συσχετισμούς και τις κινήσεις τακτικής των κομμάτων στην τρέχουσα συγκυρία. Και από την άλλη έχουμε να κάνουμε με τις θέσεις των κύριων πολιτικών αντιπάλων στο πεδίο των δημοκρατικών θεσμών, ως προς την ιδεολογική τους στόχευση και τις στρατηγικές τους επιδιώξεις.

Στο πρώτο, αυτό βέβαια που αρχικά τραβάει την προσοχή μας είναι ότι όλη η ιστορία της εξαίρεσης των δύο βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε από πρόταση του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Ως προς τα κίνητρα του εν λόγω κόμματος, τούτα είναι προφανή. Η πιθανή εμπλοκή στελεχών του στην υπόθεση Novartis είναι κάτι που το καθιστά τουλάχιστον το ίδιο με τη Ν.Δ. επιρρεπές στην προσπάθεια παρακώλυσης ή καθυστέρησης της διαδικασίας με κάθε μέσο. Σε επίπεδο συσχετισμών και τακτικών κινήσεων, δεδομένου ότι επρόκειτο για ενέργεια που ήταν απολύτως βέβαιο ότι θα προξενούσε τη σφοδρή αντίδραση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και όχι μόνο, η πρόταση του ΚΙΝ.ΑΛΛ. σηματοδοτεί την πιθανότητα έναρξης νέας φάσης ως προς τον ρόλο του κόμματος της ελάσσονος «αντιπολίτευσης» (ο όρος ίσως σε εισαγωγικά, πλέον) στο πολιτικό σκηνικό.

Ανεξάρτητα από τα κίνητρα, μια τέτοια κίνηση αναπόφευκτα ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι το ΚΙΝ.ΑΛΛ. αναλαμβάνει έναν άχαρο ρόλο «βαστάζου» του κυβερνώντος κόμματος που διεκπεραιώνει τις «βρόμικες δουλειές του αφεντικού». Η αδεξιότητα της ενέργειας διαφάνηκε και στην αντίδραση σημαίνοντος και παλαιού στελέχους του Κινήματος που έσπευσε δημόσια να διαχωρίσει τη θέση του.

Μεγαλύτερη πολιτική σημασία προφανώς έχει ο χειρισμός του θέματος από την πλευρά της Ν.Δ. Μετά την αρχική πρωτοβουλία του ΚΙΝ.ΑΛΛ., η κυβερνητική πλειοψηφία «πήρε επάνω της» το όλο ζήτημα και σταθερά επιδεικνύει αδιαλλαξία σε αυτό (μέχρι Δευτέρα πρωί που γράφονται τούτες οι σειρές – πιθανή, και αναπάντεχη ομολογουμένως, αν ισχύει, εξαίρεση αποτελεί ο Μάκης Βορίδης, που, σύμφωνα με πληροφορίες της «Αυγής», εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του, μιλώντας για «κίνηση μπούμερανγκ», ενοχλημένος ίσως, υποθέτουμε, επειδή πρόκειται για πρωτοβουλία του ΚΙΝ.ΑΛΛ.).

Ο Χάρης Καστανίδης, αναφερόμενος στην πρόταση για εξαίρεση, μίλησε για «αντικοινοβουλευτική ενέργεια». Για την αδιαλλαξία της Ν.Δ., εγώ θα χρησιμοποιήσω τον όρο «αντιδημοκρατική στάση» – με τη βαθύτερη σημασία της έννοιας. Πρόκειται για στάση που χαρακτηρίζει γενικά το κυβερνών κόμμα ως προς το πώς αντιλαμβάνεται τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς σε ιδεολογικό και στρατηγικό επίπεδο.

Οσο ήταν στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, ο όρος «αριστερή παρένθεση» δεν εξέφραζε απλώς την επιθυμία «να τελειώνουμε με δαύτους» όσο το δυνατόν συντομότερα. Ηταν κι ένας περιγραφικός χαρακτηρισμός που πρόδιδε την αμηχανία των καθεστωτικών δυνάμεων απέναντι στην κατάσταση να κυβερνάται η χώρα από ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το αδιαμφισβήτητο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η αμηχανία παραμένει. Ο όρος που ίσως τώρα χρησιμοποιείται είναι «αριστερή παραφωνία» – που πρέπει πάση θυσία να εκλείψει από το κοινοβουλευτικό τοπίο. Μεθοδεύεται κατά συνέπεια, με λιγότερο ή περισσότερο άγαρμπο τρόπο, η θεσμική περιθωριοποίησή του.

Σε αυτή τη μεθόδευση αποκαλύπτονται οι δύο κεντρικές διαστάσεις της ιδεολογίας της Ν.Δ. και της στρατηγικής της προοπτικής. Ως προς τις ακροδεξιές ιδεοληψίες και στοχεύσεις, η ριζοσπαστική Αριστερά ως ισχυρή αντιπολίτευση είναι το φάντασμα της ισχυρής Αριστεράς του εμφυλιακού και μετεμφυλιακού παρελθόντος – τηρουμένων των αναλογιών βέβαια. Κάτι σαν το πτώμα του αντάρτη που ανακαλύπτουν οι αστοί μέσα στο χιόνι παραμονή Πρωτοχρονιάς 1977 στην ταινία του Αγγελόπουλου «Οι κυνηγοί».

Ως προς τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και θεωρία, η ύπαρξη και μόνον μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς –πόσο μάλλον κοινοβουλευτικά ισχυρής– είναι λογικά ανεπίτρεπτη. Σύμφωνα με το θατσερικό δόγμα «δεν υπάρχει εναλλακτική», η ριζοσπαστική Αριστερά είναι η «εναλλακτική» που «δεν (θα έπρεπε να) υπάρχει».

*Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.