Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν την Κρήτη

Αγγλικές και γερμανικές μυστικές υπηρεσίες διαγωνίστηκαν σε γκάφες σχετικά με τον τρόπο και τα σημεία επίθεσης. Μάλεμε, Σούδα, Γαλατάς, αεροδρόμια Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Για τους Συμμάχους 4.123 νεκροί, για τους Γερμανούς 4.041. Ηταν η τελευταία επιχείρηση Γερμανών αλεξιπτωτιστών.

NewsRoom 20/05/2019 | 19:32

Kαθώς ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εξαπλωνόταν από την ηπειρωτική Ευρώπη στα Βαλκάνια, η προφανής στρατηγική θέση της Κρήτης για τον έλεγχο της νοτιοανατολικής Μεσογείου ενέταξε το νησί στους ευρύτερους στρατη γικούς σχεδιασμούς των Αγγλων.

Η θέση της Κρήτης παρείχε στο βρετανικό ναυτικό τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου και πολλά λιμάνια όπου ο βρετανικός στόλος μπορούσε να διαμοιράζει τον ελλιμενισμό των πλοίων του για λόγους ασφαλείας, ενώ ταυτό χρονα επέτρεπε στη βρετανική αεροπορία (RAF) να βομ βαρδίζει τις πετρελαιοπηγές του Πλοέστι στη Ρουμανία που αποτελούσαν σταθμό ανεφοδιασμού του Αξονα. Με την Κρήτη υπό τον έλεγχο των Συμμάχων, η νοτιοανατο λική πτέρυγα των δυνάμεων του Αξονα ήταν επισφαλής, πράγμα που δυνητικά μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επικείμενη επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα», δηλαδή την ει σβολή στη Σοβιετική Ενωση που είχε προγραμματιστεί για τις 22 Ιουνίου 1941.

Γι’ αυτούς τους λόγους, στρατιωτικές δυνάμεις των Βρετα νών βρίσκονταν ήδη στην Κρήτη από την περίοδο της ιτα λικής εισβολής στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940. Οταν πέντε μήνες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί ει σέβαλαν στην Ελλάδα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εξελί χθηκαν πολύ γρήγορα.

Στις 19 Απριλίου 1941 οι δρόμοι υποχώρησης στην Ηπειρο και την Αλβανία δέχτηκαν ολοήμερο βομβαρδισμό από την ιταλική και τη γερμανική αεροπορία. Η δύναμη των Γερμα νών (LSSAH), η οποία μέχρι τότε είχε φτάσει στα Γρεβενά, κινήθηκε προς τα δυτικά και κατέλαβε τη διάβαση του Με τσόβου, αποκόπτοντας με αυτή την κίνηση την οδό υποχώρησης του ελληνικού στρατού. Ετσι, την επόμενη μέρα, 20 Απριλίου, ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου υπέγραψε με τον διοικητή της LSSAH Ζεπ Ντίντριχ πρωτόκολλο ανακωχής, με το οποίο σταματούσε κάθε εχθροπραξία μεταξύ Ελλά δας και Γερμανίας από τις 18.00 της ίδιας μέρας.

Οσοι στρατιώτες της Κοινοπολιτείας βρίσκονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα μεταφέρθηκαν μέσω Βόλου και Πει ραιά από το βρετανικό ναυτικό νοτιότερα στην Αίγυπτο και την Κρήτη, όπου ενίσχυσαν την υπάρχουσα στρατιω τική δύναμη των 14.000 αντρών.

Στις 30 Απριλίου ο Νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ διορίστηκε διοικητής των συμμαχικών δυνά μεων στην Κρήτη. Τον Μάιο του 1941 η άμυνα αποτελού νταν από περίπου 9.000 Ελληνες: τρία τάγματα της V Με ραρχίας του ελληνικού στρατού (η υπόλοιπη μεραρχία είχε μεταφερθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα για να αντιμετωπί σει τη γερμανική εισβολή), την κρητική χωροφυλακή (δύ ναμη τάγματος), τη φρουρά Ηρακλείου (τάγμα άμυνας, με ταφορών και διοικητικής μέριμνας) και υπολείμματα του 12ου και του 20ού ελληνικού τμήματος στρατού που μετά την κατάρρευση του μετώπου κατέληξαν στην Κρήτη υπόβρετανική διοίκηση. Τις ελληνικές δυνάμεις του νησιού συ μπλήρωναν οι σπουδαστές της Ακαδημίας της Χωροφυλα κής και οι στρατιώτες των κέντρων εκπαίδευσης νεοσυλ λέκτων Πελοποννήσου, οι οποίοι αντικαθιστούσαν τους εκπαιδευμένους στρατιώτες που είχαν σταλεί να πολεμή σουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αυτές οι δυνάμεις ήταν ήδη οργανωμένες σε συντάγματα και για πρακτικούς λόγους αποφασίστηκε να διατηρηθεί η υπάρχουσα οργάνωση των ελληνικών μονάδων και απλώς να ενισχυθούν με όσους έμπειρους άντρες έφθαναν από την ηπειρωτική χώρα.

Το στρατιωτικό απόσπασμα της Βρετανικής Κοινοπο λιτείας αποτελούνταν από την αρχική βρετανική φρουρά και 25.000 ακόμη στρατιώτες που είχαν εγκαταλείψει την ηπειρωτική χώρα. Αυτοί οι 25.000 στρατιώτες ήταν ένα μείγ μα από ακέραιες μονάδες με δική τους διοίκηση και άλλες, φτιαγμένες από στρατιώτες διάφορων μονάδων οι περισ σότεροι των οποίων δεν είχαν βαρύ εξοπλισμό.

Οι μονάδεςκλειδιά ήταν η 2η νεοζηλανδική Μεραρχία (εκτός από την 6η Ταξιαρχία και τη διοίκηση του τμήμα τος που είχε σταλεί στην Αίγυπτο), η αυστραλιανή 19η Τα ξιαρχία και η βρετανική 14η Ταξιαρχία Πεζικού. Οι συμμα χικές δυνάμεις είχαν στη διάθεσή τους έξι άρματα μάχης τύπου Cruiser Mk Ι. Υπήρχαν ακόμη περίπου 85 πυροβό λα διαφόρων διαμετρημάτων. Πολλά από αυτά ήταν ιταλι κά που είχαν περιέλθει σε ελληνικά χέρια και δεν διέθεταν στόχαστρα βομβαρδισμού.

Οι Γερμανοί μόλις κατέλαβαν την ηπειρωτική Ελλάδα άρχισαν συνεχείς βομβαρδισμούς του νησιού, αναγκάζο ντας τη RAF να μεταφέρει τα αεροσκάφη της στην Αλεξάν δρεια. Ετσι η γερμανική αεροπορία (Λουφτβάφε) απέκτησε την απόλυτη αεροπορική υπεροχή. Παρ’ όλα αυτά, η Κρή τη παρέμενε απειλή και θα έπρεπε τελικά να κατακτηθεί.

Στην επιχείρηση δόθηκε το κωδικό όνομα «Ερμής»

Οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές του «Ερμή» Στις 25 Απριλίου ο Αδόλφος Χίτλερ υπέγραψε τη διαταγή για την εισβολή στην Κρήτη. Οι δυνάμεις του βρετανικού ναυτικού με κέντρο την Αλεξάνδρεια διατηρούσαν τον έλεγχο του θαλάσσιου χώρου γύρω από την Κρήτη, έτσι κάθε αμφίβια επίθεση θα ήταν παρακινδυνευμένη. Ετσι οι Γερμανοί με δεδομένη την από αέρος υπεροχή αποφά σισαν εισβολή από αέρος.

Αυτή θα ήταν η πρώτη πραγμα τικά μεγάλης κλίμακας αεροπορική εισβολή. Οι Γερμανοί είχαν χρησιμοποιήσει αλεξιπτωτιστές και ανεμοπλάνα – σε πολύ μικρότερη κλίμακα– στην εισβολή στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες, στη Νορβηγία αλλά και την ηπειρωτική Ελλάδα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση Γερμανοί αλεξι πτωτιστές είχαν σταλεί να καταλάβουν τη γέφυρα της διώ ρυγας της Κορίνθου, την οποία οι Βρετανοί σκαπανείς ετοι μάζονταν να ανατινάξουν. Η γέφυρα υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια της σύρραξης, πράγμα που καθυστέρησε τη γερμανική προέλαση και έδωσε στους Συμμάχους χρόνο να μεταφέρουν 18.000 στρατιώτες στην Κρήτη και 23.000 ακόμη στην Αίγυπτο, με κόστος όμως την απώλεια μεγά λου τμήματος του βαρέος οπλισμού.

Οι Γερμανοί αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το σώμα των αλεξιπτωτιστών (Fallschirmjäger) για να καταληφτούν θέσειςκλειδιά του νησιού, συμπεριλαμβανομένων και αε ροδρομίων, τα οποία μετέπειτα θα μπορούσαν να χρησι μοποιηθούν για μεταφορά προμηθειών και πολεμοφοδί ων από αέρος. Για την πραγματοποίηση της επίθεσης το 11ο Αερομεταφερόμενο Σώμα (XI Fliegerkorps) θα έπρεπε να συνεργαστεί με την 7η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, η οποία και θα έριχνε τους άντρες της με αλεξίπτωτα και ανεμοπλάνα, ακολουθούμενη από την 22η Μεραρχία Αερα πόβασης όταν τα αεροδρόμια θα ήταν ασφαλή. Η επίθεση ήταν αρχικά προγραμματισμένη για τις 16 Μαΐου, αναβλή θηκε όμως για τις 20 του μηνός και η 5η Ορεινή Μεραρχία αντικατέστησε την 22η Μεραρχία.

Κατασκοπεία: μια αλυσίδα σφαλμάτων

Οι Αγγλοι ήταν ενήμεροι για την επίθεση, αφού είχαν υπο κλέψει πολλά σήματα των Γερμανών μέσω του αγγλικού δικτύου αποκρυπτογράφησης Ultra, το οποίο έσπαγε τα κωδικοποιημένα μηνύματα των Γερμανών. Μια γερμανι κή ασύρματη συσκευή αποστολής κρυπτογραφημένων μηνυμάτων Enigma είχε πέσει στα χέρια των Πολωνών κι αυτοί, λίγες μέρες προτού η πατρίδα τους καταληφτεί από τους ναζί, την έδωσαν στους Αγγλους για ανάλυση. Ετσι δό θηκε η ευκαιρία στους Αγγλους κρυπτογράφους να σπά σουν τον μηχανισμό της.

Παρ’ όλα αυτά και οι δύο αντίπαλοι έπεσαν έξω στις προ βλέψεις τους. Ο Νεοζηλανδός στρατηγός Φράιμπεργκ (από τους λιγότερο ικανούς του συμμαχικού στρατοπέδου) ορ γάνωσε την άμυνα του νησιού αναμένοντας ναυτική από βαση, καθώς οι μεταφραστές του παραπλανήθηκαν από τα συμφραζόμενα. Στην αρχή οι Βρετανοί πίστεψαν πως η πληροφορία για τη σχεδιαζόμενη κατάληψη του νησιού ήταν παραπλανητική και πως ο στόχος μπορεί να ήταν η Κύ προς ή η Συρία, ανοίγοντας δρόμο προς το Ιράκ, με αφορ μή τον αγγλοϊρακινό πόλεμο (231 Μαΐου 1941). Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ στις 3 Μαΐου πίστευε πως η επίθεση είχε παρα πλανητικό χαρακτήρα.

Πάντως η επίθεση αναμενόταν από τον Βορρά και η άμυ να στήθηκε στις βόρειες ακτές και στα λιμάνια του Ηρακλεί ου και του Ρεθύμνου (που περιλάμβαναν και από ένα πρω τόγονο αεροδρόμιο), στον κόλπο της Σούδας και στην ακτή των Χανίων έως τη δυτική άκρη όπου βρισκόταν η ακτή και το αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Ο Γερμανός ναύαρχος Βίλχελμ φον Κανάρις, αρχηγός της Αμπβερ (υπηρεσία πληροφοριών του στρατού), αρχικά ανέ φερε ότι υπήρχαν μόνο 5.000 Βρετανοί στρατιώτες στην Κρήτη και καθόλου ελληνικές δυνάμεις, αφού ο βασιλιάς Γε ώργιος Β΄ και η ακολουθία του είχαν εγκαταλείψει την Ελ λάδα μέσω Κρήτης με τη συνοδεία Ελλήνων και κοινοπο λιτειακών στρατιωτών. Είχε επίσης την πληροφορία πως ο λαός της Κρήτης έτρεφε αντιμοναρχικά αισθήματα και ως εκ τούτου θα υποδεχόταν τους Γερμανούς με κάποια συμπά θεια ή έστω ουδετερότητα. Ο Φρίντριχ φον ντερ Χάινε –δι οικητής του 3ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών– επιβεβαιώ νει ότι στην ενημέρωση που έκανε ο πτέραρχος Στουντέντ στους αξιωματικούς των αλεξιπτωτιστών στην Αθήνα ανέ φερε ότι υπήρχαν ένοπλες ομάδες Κρητικών φιλικές προς τους Γερμανούς και οι οποίες θα αποκάλυπταν την ταυτότη τά τους με το σύνθημα «Major Bock!» (Ταγματάρχης Μποκ).

Το τριπλό χτύπημα – Η διάταξη δυνάμεων

Οι Γερμανοί θα χτυπούσαν σε τρία μέτωπα. Στο Μάλεμε θα χτυπούσε η ομάδα κρούσης «Κομήτης» υπό τον Οϊγκεν Μάιντλ, στον κάμπο της Αγυιάς, στη Σούδα, στα Χανιά και στο Ρέθυμνο η ομάδα «Αρης» υπό τον Βίλχελμ Σούσμαν και στην περιοχή του Ηρακλείου η ομάδα «Ωρίων» υπό τον Μπρούνο Μπράουερ.

Το σύνολο των δυνάμεων που διέθεσαν οι Γερμανοί για την κατάληψη της Κρήτης ανερχόταν σε 22.750 άντρες, 1.370 αεροσκάφη και 70 σκάφη για τη μεταφορά αποβατι κών δυνάμεων και εφοδίων που υποστηρίζονταν από μικρό αριθμό αντιτορπιλικών και τορπιλακάτων, ενώ ένα ενισχυ μένο ιταλικό σύνταγμα (ύστερα από αίτηση του Μουσολί νι) θα αποβιβαζόταν στις ανατολικές ακτές του νησιού. Η ενέργεια όμως αυτή πραγματοποιήθηκε στα τέλη Μαΐου 1941, όταν πια η τύχη του νησιού είχε ήδη κριθεί.

Στρατηγείο Δυνάμεων Κρήτης (υποστράτηγος Φράι μπεργκ) στο χωριό Αγ. Ματθαίος, 3 χλμ. βόρεια των Χανίων. Τομέας Μάλεμε – Αγυιάς: Διοικητής ταξίαρχος Πάτικ. Το μέας Χανίων – Σούδας: Διοικητής υποστράτηγος Ουέστον. Τομέας Ρεθύμνου – Γεωργιουπόλεως: Διοικητής ταξίαρχος Βάζεϊ. Τομέας Ηρακλείου: Διοικητής ταξίαρχος Τσάπελ.

Τελικά η συνολική στρατιωτική δύναμη της Κρήτης ανερ χόταν σε περίπου 31.500 Βρετανούς (1.512 αξιωματικοί και 29.978 οπλίτες) και περίπου 11.500 Ελληνες (474 αξιωματι κοί και 10.976 οπλίτες).

Ημέρα πρώτη – 20 Μαΐου 1941

Ο Φρίντριχ φον ντερ Χάινε, διοικητής του 3ου Συντάγμα τος Αλεξιπτωτιστών, θυμάται: «Προς το τέλος του Απριλί ου 1941 όλη η δύναμη των Γερμανών αλεξιπτωτιστών μετα φέρθηκε σιδηροδρομικά μέσω Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας (που ήταν σύμμαχοι του Αξονα) στην Ελλάδα».

Εν τω μεταξύ στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 1941 στο ξενο δοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» ο πτέραρχος Στουντέντ εξέ θεσε αναλυτικά στους αξιωματικούς το σχέδιό του για την κατάληψη της Κρήτης. Οι αξιωματικοί δεν γνώριζαν την αποστολή και κατάλαβαν τον προορισμό τους όταν μπαί νοντας στην αίθουσα συνεδριάσεων αντίκρισαν στημέ νο τον τεράστιο χάρτη του νησιού. Το νησί της Κρήτης θα δεχόταν επίθεση ταυτόχρονα σε τέσσερα διαφορετι κά σημεία, αρχίζοντας από δυτικά προς ανατολικά. Το σύνταγμα εφόδου θα έπεφτε στα δυτικά προκειμένου να καταλάβει το αεροδρόμιο του Μάλεμε, το 3ο Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών θα έπεφτε για να καταλάβει τα Χανιά, το 2ο Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών θα καταλάμβανε το Ρέ θυμνο και το παραπλήσιο αεροδρόμιο και το 1ο Σύνταγμα θα έπεφτε στις Γούρνες για να καταλάβει το Ηράκλειο. Το πρωί της 20ής Μαΐου, με το πρώτο φως της μέρας, η Λουφτβάφε άρχισε να βομβαρδίζει με σφοδρότητα τις θέ σεις των υπερασπιστών του νησιού, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις χερσαίες επιχειρήσεις. Δύο ώρες αργότερα, στις 8 π.μ., άρχισε η κατά κύματα ρίψη των αλεξιπτωτιστών και η προσγείωση των πρώτων ανεμοπλάνων στη δυτική Κρήτη. Τα γερμανικά αεροπλάνα σκίασαν τον ουρανό. Το κομβόι ήταν τόσο μεγάλο που όταν τα πρώτα αεροπλάνα χτυπούσαν ήδη την Κρήτη, οι κάτοικοι του Γυθείου έβλεπαν ακόμη αεροπλάνα να περνούν. Οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις απάντησαν με αντιαεροπορικά πυρά, ενώ οι μονάδες πεζικού χτυπούσαν και εξουδετέρωναν τους αλεξιπτωτιστές στον αέρα και στο έδαφος.

Στο Μάλεμε η ομάδα «Κομήτης» υπό τον υποστράτηγο Μάιντλ προσγείωσε 50 ανεμοπλάνα στην ξερή κοίτη και κατέλαβε τη γέφυρα του ποταμού Ταυρωνίτη και το στρα τόπεδο της RAF, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει το αερο δρόμιο. Μέχρι τις απογευματινές ώρες η μάχη για το Υψω μα 107, που δέσποζε πάνω από το αεροδρόμιο, ήταν σκληρή, με τρεις μονάδες Νεοζηλανδών να προτάσσουν σθεναρή άμυνα. Οι απώλειες που είχαν υποστεί οι δυνάμεις του 22ου Τάγματος Πεζικού των αμυνομένων στο Υψωμα 107 έκανε τον διοικητή τους, αντισυνταγματάρχη Αντριου, να αμφιβάλλει για το πόσο μπορούσε να αντέξει νέα γερμα νική επίθεση την επόμενη μέρα, ζήτησε ενισχύσεις, αλλά οι γραμμές επικοινωνίας με το 20ό και το 23ο Τάγμα των Νεοζηλανδών είχαν κοπεί και έτσι αποφάσισε μέσα στη νύ χτα να αποσυρθεί από το ύψωμα. Δυτικά του Μάλεμε, στο Κολυμπάρι, η ελληνική Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απέ κρουσε με επιτυχία τους Γερμανούς, αλλά οι απώλειές της και η έλλειψη πυρομαχικών την ανάγκασαν να συμπτυχθεί σε νέα τοποθεσία.

Την επόμενη ημέρα, 21/5/1941, οι Γερμανοί κατέλαβαν το αφύλακτο Υψωμα 107 και απέκτησαν τον έλεγχο της ακτής του Μάλεμε και του παράλληλου σε αυτήν αεροδιάδρομου. Η «εύκολη» αυτή κατάληψη του Υψώματος 107 έκρινε στην ουσία και τη μάχη της Κρήτης. Ο στρατηγός Φράιμπεργκ έδωσε το απόγευμα διαταγή για ανακατάληψη του αερο δρομίου, με αντεπίθεση το βράδυ της 21ης προς 22η Μαΐου. Ομως το 2/7 τάγμα Αυστραλών που έπρεπε να κινηθεί 29 χλμ. βόρεια για να υποστηρίξει και να ενωθεί με το 20ό τάγμα των Νεοζηλανδών άργησε να προωθηθεί λόγω των γερμανικών βομβαρδισμών και τελικά η αντεπίθεση άρ χισε στις 3 τα ξημερώματα και απέτυχε γιατί με το πρώτο φως οι Γερμανοί είχαν πλέον αεροπορική υποστήριξη. Ενα κομβόι από 20 καΐκια συνοδευόμενα από την ιταλική τορ πιλάκατο «Lupo» προσπάθησε να αποβιβάσει γερμανικά στρατεύματα στην παραλία του Μάλεμε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, αλλά απωθήθηκαν από το βρετανικό ναυτικό. Τελικά μόνο ένα καΐκι αποβίβασε τρεις αξιωματικούς και 110 Γερμανούς στρατιώτες στο ακρωτήριο Σπάθα, ενώ ένα κότερο που επιχείρησε στο Ακρωτήρι έγινε αντιληπτό από την ακτοφυλακή, με αποτέλεσμα να γλιτώσει μόνο ένας Γερμανός στρατιώτης.

Μάχη σε Χανιά, Γαλατά, Αγυιά

Ανατολικότερα, στην περιοχή της Αγυιάς διεξήχθησαν σφο δροί αγώνες ολόκληρη τη μέρα, με το 6ο Ελληνικό Σύνταγ μα Πεζικού, που κατείχε τα υψώματα νότια του χωριού Γα λατά και βρέθηκε μέσα στη ζώνη προσγείωσης του όγκου των Γερμανών αλεξιπτωτιστών της ομάδας «Αρης», να δέ χεται αλλεπάλληλες επιθέσεις. Ο διοικητής, ο υποδιοικη τής, ένας διοικητής λόχου και πολλοί διμοιρίτες του συ ντάγματος ήταν μεταξύ των πρώτων νεκρών. Ο άνισος αγώνας υποχρέωσε το σύνταγμα σε σύμπτυξη προς τον Γαλατά. Οι Γερμανοί παρά τις σοβαρές απώλειες κατάφε ραν να σταθεροποιηθούν στην περιοχή των φυλακών της Αγυιάς και απώθησαν την αντεπίθεση ενός νεοζηλανδέζικου τάγματος το ίδιο βράδυ. Η επίθεση για την κατάληψη της Σούδας και των Χανίων απέτυχε με μεγάλες απώλειες για τους αλεξιπτωτιστές, αναγκάζοντας τους Γερμανούς – περίμεναν αντεπίθεση από τους Βρετανούς την νύχτα– να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και να οργανωθούν αμυ ντικά στην περιοχή των φυλακών Αγυιάς.

Σε Ρέθυμνο και Ηράκλειο

Τις απογευματινές ώρες 161 μεταφορικά αεροσκάφη πραγ ματοποίησαν ρίψη αλεξιπτωτιστών και στρατιωτικού υλι κού στην περιοχή του Ρεθύμνου. Ενα τμήμα αλεξιπτωτι στών, αφού κατέλαβε τα χωριά Περιβόλια και Καστελάκια, κινήθηκε προς το Ρέθυμνο, αποκρούστηκε όμως από το Τάγμα Οπλιτών Χωροφυλακής, με σημαντικές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Ελληνες και Αυστραλοί απέκρου σαν με επιτυχία την επίθεση σε έναν λόφο δυτικά του αε ροδρομίου του Ρεθύμνου, συλλαμβάνοντας μάλιστα 80 αιχ μαλώτους. Παρά τις σοβαρές απώλειές τους, που ανήλθαν στο ένα τρίτο της δύναμής τους, οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το χωριό Αμπελάκια και έναν λόφο ανατολι κά του αεροδρομίου. 

Στον Τομέα Ηρακλείου η επίθεση της ομάδας «Ωρίων» ξε κίνησε στις 15.00, με την πόλη του Ηρακλείου να δέχεται για μία ώρα σφοδρό βομβαρδισμό που προκάλεσε σοβα ρές καταστροφές. Η ρίψη των αλεξιπτωτιστών έγινε στις 16.00, χωρίς όμως να έχουν αεροπορική υποστήριξη, γεγο νός που ήταν αποφασιστικής σημασίας για την τύχη των γερμανικών τμημάτων. Το τάγμα αλεξιπτωτιστών που είχε ως στόχο την κατάληψη του αεροδρομίου εξοντώθηκε από δυνάμεις Βρετανών και Αυστραλών, ενώ ταυτόχρονα δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών (μειωμένης δύναμης) υποχρεώ θηκαν να καθηλωθούν αμυνόμενα στις επιθέσεις που δέ χτηκαν από ένοπλους πολίτες, χωροφύλακες και οπλίτες του 7ου Ελληνικού Συντάγματος Πεζικού.

Ημέρα δεύτερη – 22 Μαΐου 1941

Την επόμενη μέρα, 22/5/1941, οι αμυνόμενοι οργάνωσαν νυ χτερινή αντεπίθεση στο Μάλεμε, στην οποία θα λάμβαναν μέρος το 20ό Τάγμα Νεοζηλανδών και το 28ό Τάγμα Μαο ρί. Ομως ο σχεδιασμός δεν ήταν καλός και χάθηκε το πλεο νέκτημα της νυχτερινής επίθεσης. Το πρωί οι συμμαχικές δυνάμεις σφυροκοπήθηκαν από τα Στούκας και τις δυνά μεις των Γερμανών αλεξιπτωτιστών που πλέον είχαν οχυ ρωθεί. Ετσι οι Σύμμαχοι έχασαν την ευκαιρία να ανακτή σουν το αεροδρόμιο και αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν ανατολικότερα ώστε να μην αποκοπούν. Αυτό αποδείχθη κε ολέθριο για την άμυνα του νησιού. Οι Γερμανοί μπορού σαν πλέον να ανεφοδιάζονται από αέρος και πολύ γρήγο ρα άλλαξαν οι συσχετισμοί, αφού σε λίγες ώρες είχαν στη διάθεσή τους πυροβόλα όπλα αλλά και πολλές στρατιωτι κές μοτοσικλέτες με τις οποίες μπορούσαν να κινούνται γρήγορα και ευέλικτα, ενώνοντας τις μονάδες τους και χτυπώντας στα αδύνατα σημεία της αμυντικής διάταξης.

23 - 27 Μαΐου 1941

Μάχες συνεχίζονταν στον θαλάσσιο χώρο του νησιού, όπου ο συμμαχικός στόλος αντιμετώπιζε τις προσπάθειες των Γερμανών να αποβιβάσουν στρατεύματα από θαλάσσης. Στα στενά της Κάσου και της Μήλου γίνονταν ναυμαχίες, όπως και στον δίαυλο των Κυθήρων, με τους Συμμάχους να έχουν μεγάλες απώλειες από τις αεροπορικές επιθέ σεις αλλά να καταφέρνουν να αποκρούσουν τη ναυτική απόβαση στο νησί.

Στις 24 Μαΐου βομβαρδίστηκαν οι συμμαχικές θέσεις στο Καστέλι και οι Γερμανοί (95 Gebirgs Pioneer Batallion) προω θήθηκαν στον συνοικισμό. Αυτές οι αεροπορικές επιθέσεις έδωσαν την ευκαιρία σε Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που είχαν συλληφθεί στις 20 Μαΐου να δραπετεύσουν, σκοτώνο ντας και αιχμαλωτίζοντας με τη σειρά τους πολλούς Νεο ζηλανδούς αξιωματικούς που διοικούσαν το 1ο Σύνταγμα του ελληνικού στρατού. Οι Ελληνες πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση, αλλά με 600 όπλα και λίγες σφαίρες για 1.000 στρατιώτες δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τους Γερμανούς. Οι μάχες με τα απομεινάρια του 1ου Ελληνικού Συντάγμα τος συνεχίστηκαν μέχρι τις 26 Μαΐου, εμποδίζοντας τους Γερμανούς να προσγειώσουν ενισχύσεις.

Στις 26 Μαΐου η πίεση κορυφώθηκε, αφού άρχισαν σφο δροί βομβαρδισμοί με αεροσκάφη Στούκας. Την επόμε νη μέρα (27 Μαΐου 1941) παραδόθηκε η πόλη των Χανίων.

Στις 28 Μαΐου οι Γερμανοί κατόρθωσαν να πλεύσουν στον κόλπο του Κίσσαμου και να αποβιβάσουν δύο τανκς (Panzer II), τα οποία προωθήθηκαν στον Πλάτανο, όπου ενώθηκαν με μια μονάδα μοτοσικλετιστών, μια μηχανο κίνητη μονάδα πυροβολικού, μια μονάδα αντιμετώπισης τεθωρακισμένων και ένα τάγμα ανιχνευτών, χτυπώντας την κύρια οδό διαφυγής των Αγγλων, την παραλιακή οδό Ρεθύμνου-Ηρακλείου.

Τη νύχτα 26ης προς 27η Μαΐου προσγειώθηκαν στη Σού δα η 7η και η 8η Μοίρα Αγγλων κομάντο, που είχαν εντολή να ενεργήσουν στα μετόπισθεν των Γερμανών, δίνοντας χρόνο στην εκκένωση του νησιού από τους Συμμάχους. Η επιχείρηση των κομάντο επρόκειτο να γίνει το βράδυ της 25ης Μαΐου, αλλά αναβλήθηκε λόγω κακών καιρικών συν θηκών, πράγμα που σημαίνει ότι τουλάχιστον από τις 23 24 Μαΐου υπήρχαν σκέψεις για αποχώρηση των συμμαχι κών στρατευμάτων.

Το πρωί της 27ης Μαΐου το 28ό Τάγμα Μαορί (Νεοζη λανδοί) και τα 2/7 και 2/8 Τάγματα Αυστραλών αναγκάστη καν να επιτεθούν με τις λόγχες για να απελευθερώσουν μέρος του δρόμου Σούδας – Χανίων που είχαν αποκόψει οι Γερμανοί (114 Ορεινό Σύνταγμα), όμως ήδη στο Λονδί νο ο στρατηγός Γουέιβελ ενημέρωνε τον Ουίνστον Τσόρ τσιλ πως η μάχη είχε πλέον χαθεί και διατάχθηκε η εκκέ νωση του νησιού.

Υπήρξε και ιταλική εμπλοκή, καθώς ο ιταλικός στόλος από τα Δωδεκάνησα εμφανίστηκε στην ανατολική πλευ ρά του νησιού και αποβιβάστηκε στη Σητεία για να ενωθεί με τους Γερμανούς στην Ιεράπετρα. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι οι Αγγλοι θα επιχειρήσουν απόβαση στο βορειοανατολικό μέρος του νησιού, αλλά οι Βρετανοί ήταν απασχολημένοι να φυγαδεύουν τη φρουρά του νησιού.

Υποχώρηση και εκκένωση

Οι Γερμανοί ύστερα από άγριες και φονικές μάχες απώθη σαν τελικά τις δυνάμεις των Συμμάχων και των Ελλήνων προς τον νότο με την υποστήριξη αεροπορίας και πυροβο λικού και με αλλεπάλληλα κύματα μοτοσικλετιστών και μο νάδων ορεινών καταδρομών. Το ορεινό έδαφος της Κρήτης δεν ευνοούσε την ανάπτυξη τεθωρακισμένων. Οι φρουρές της Σούδας ακολούθησαν τον δρόμο προς Βιτσιλόκουμο, βόρεια των Σφακίων. Στα μισά του δρόμου, κοντά στο χω ριό Ασκύφου, υπήρχε ένα μεγάλο πλάτωμα όπου μπορού σαν να πέσουν αλεξιπτωτιστές.

Εκεί o στρατός φύλαγε την περίμετρο ώστε να μην επι χειρήσουν οι Γερμανοί και κοπεί ο δρόμος υποχώρησης. Το 5ο Σύνταγμα Νεοζηλανδών ανέκοψε το 141ο Ορεινό Σύνταγμα των Γερμανών που επιχείρησε ελιγμό περικύ κλωσης. Στο χωριό Στύλος οι Νεοζηλανδοί αναγκάστη καν να δώσουν μάχες οπισθοφυλακής, κρατώντας ανοι χτό τον δρόμο της υποχώρησης προς τα Σφακιά. Παρ’ όλα αυτά, στην τοποθεσία Αγιοι Πάντες αποκόπηκαν δύο αγ γλικές μονάδες κομάντο (Layforce) οι οποίες και αποδε κατίστηκαν. Γλίτωσαν μόνον ο διοικητής Ρόμπερτ Λέικοκ και ο υπασπιστής του –και μετέπειτα λογοτέχνης– Εβελιν Βο, οι οποίοι διέφυγαν με ένα τανκ. Από τους 800 Αγγλους κομάντο που στάλθηκαν στο νησί, μόνο 179 άντρες γλίτω σαν τη ζωή τους.

Από την 28η Μαΐου έως την 1η Ιουνίου τα στρατεύματα επιβιβάζονταν σε πλοία με προορισμό την Αίγυπτο. Από τα Σφακιά αποχώρησαν 6.000 άντρες και η νηοπομπή υπέφε ρε μεγάλες απώλειες από τις επιθέσεις των Στούκας. Από το Ηράκλειο αποχώρησαν 4.000 άντρες το βράδυ της 28ης Μαΐου, ενώ το επόμενο βράδυ αποχώρησαν 1.500 και το μεθεπόμενο 4.000 άντρες. Από τους 32.000 άντρες των Αγγλων που βρίσκονταν στο νησί, αποχώρησαν οι 18.600. Ενώ 12.000 Αγγλοι, Σύμμαχοι και Ελληνες στρατιώτες βρί σκονταν ακόμη στο νησί την 1η Ιουνίου, όταν η Κρήτη πέ ρασε στον πλήρη έλεγχο των Γερμανών.

Παράδοση και απολογισμός θυμάτων

Ο ταξίαρχος Τσάπελ, διοικητής του Ηρακλείου, υποχρεώ θηκε να παραδώσει την πόλη αναχωρώντας το βράδυ της 28ης Μαΐου. Το Ρέθυμνο παραδόθηκε το βράδυ της 30ής Μαΐου. Την 1η Ιουνίου οι 5.000 άντρες που βρίσκονταν στα Σφακιά παραδόθηκαν. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1941 του λάχιστον 500 άντρες της Κοινοπολιτείας παρέμεναν στο νησί, κρύβονταν μαζί με τους αντάρτες και παρενοχλού σαν τους Γερμανούς με κάθε δυνατό τρόπο.

Οι μάχες που δόθηκαν στην Κρήτη ήταν φονικότατες, και οι απώλειες –και των δύο πλευρών– ήταν τεράστιες.

Για τους Συμμάχους: 3.579 νεκροί, 1.918 τραυματίες και 12.254 αιχμάλωτοι. Για τους Ελληνες: 544 νεκροί, 5.225 αιχμάλωτοι. Για τους Γερμανούς: 4.041 νεκροί, 2.640 τραυμα τίες, 17 αιχμάλωτοι.

Το επίλεκτο σώμα των Γερμανών αλεξιπτωτιστών απο δεκατίστηκε και στο υπόλοιπο του πολέμου δεν ξαναχρη σιμοποιήθηκαν αλεξιπτωτιστές. Αντίθετα, οι Σύμμαχοι δημιούργησαν σώματα αλεξιπτωτιστών, τα οποία όμως έπεφταν με βαρύ οπλισμό και δεν περίμεναν τον ανεξάρ τητο φωριαμό με τα όπλα τους. Τέτοια σώματα συμμετεί χαν στη Σικελία, στην απόβαση της Νορμανδίας και στην απελευθέρωση των Κάτω Χωρών.

Στην Κρήτη οι Γερμανοί συνάντησαν για πρώτη φορά αντίσταση από ντόπιο πληθυσμό. Η αρχική έκπληξή τους μετατράπηκε σε οργή καθώς περνούσαν οι μέρες και έτσι όταν επικράτησαν πήραν την εκδίκησή τους με μαζικές εκτελέσεις, όπως στο χωριό Αλικιανός όπου εκτέλεσαν 195 πατριώτες (ΙούνιοςΑύγουστος 1941) και στο χωριό Κοντομαρί (25 πατριώτες – 2 Ιουνίου 1941). Το χωριό Κάν δανος ξεθεμελιώθηκε και εκτελέστηκαν 180 πατριώτες (3 Ιουνίου 1941), εγκαινιάζοντας μια αιματηρή παράδο ση που θα συνεχιζόταν με τα 20 χωριά της Ιεράπετρας και 500 εκτελεσμένους πατριώτες (Σεπτέμβριος 1943), τα Ανώγεια (Αύγουστος 1944) και τα εννιά χωριά της πε- διάδας Αμαρίου με τους 165 εκτελεσμένους πατριώτες.

Στη μάχη της Κρήτης εντοπίστηκαν –εκ των υστέρων–τα εξής λάθη: Πρώτον, δεν καταστράφηκαν τα αεροδρόμια, παρά την πρόταση του Νεοζηλανδού διοικητή Φράιμπεργκ. Δεύτερον, δεν προβλέφτηκε η ρίψη αλεξιπτωτιστών αλλά αναμενόταν ναυτική απόβαση. Τρίτον, ο πενιχρός εξοπλισμός (μικρή δύναμη πυροβολικού και μόνο έξι τεθωρακισμένα). Τέταρτον, η διαρκής εναλλαγή διοικητών (από το φθινόπωρο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 άλλαξαν στο νησί επτά διοικητές). Πέμπτον, ανύπαρκτη αεροπορική δύναμη των Συμμάχων. Εκτον, ο πληθυσμός ήταν αφοπλισμένος από το καθεστώς Μεταξά.

Παρά τη γενναιότητα των μαχητών, η μάχη της Κρήτης δεν καθυστέρησε την εισβολή στη Σοβιετική Ενωση (επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα»). Ο σχεδιασμός των δύο επι-χειρήσεων ήταν ανεξάρτητος και απλώς έπρεπε η κατάληψη της Κρήτης να έχει ολοκληρωθεί μέσα στον μήνα Μάιο. Η επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» καθυστέρησε λόγω της παρατεταμένης άνοιξης και των πλημμυρών που έγιναν στην Πολωνία

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.