Οι Cure στην Αθήνα του 1985

Στις 17 Ιουλίου οι Cure, που για ένα μεγάλο φεγγάρι χρωμάτισαν τους ήχους του βρετανικού νέου κύματος, έρχονται στην Αθήνα στο πλαίσιο του Eject Festival 2019. 

Αφροδίτη Ερμίδη 17/07/2019 | 09:00

Με αυτή την αφορμή αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το βιβλίο «Rock in Athens ’85» (Εκδόσεις Στο Περιθώριο) τα οποία αναφέρονται στην εμφάνιση των Cure στη διάρκεια του «ελληνικού Γούντστοκ».

Στις 17 Ιουλίου οι Cure, που για ένα μεγάλο φεγγάρι χρωμάτισαν τους ήχους του βρετανικού νέου κύματος, έρχονται στην Αθήνα στο πλαίσιο του Eject Festival 2019. Με αυτή την αφορμή αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το βιβλίο «Rock in Athens ’85» (Εκδόσεις Στο Περιθώριο) τα οποία αναφέρονται στην εμφάνιση των Cure στη διάρκεια του «ελληνικού Γούντστοκ».

Datsun και «One hundred years»

[…] Η καλύτερη στιγμή του διήμερου, όμως, ήταν για μένα αδιαμφισβήτητα οι Cure. Ηταν μια μπάντα γεμάτη ζωντάνια (παρόλο που έπαιζαν σχεδόν ακίνητοι) που εκτέλεσε αριστοτεχνικά το πρόγραμμά της παίζοντας παλιά αλλά και καινούργια κομμάτια. Ο ήχος ήταν εξαιρετικός και τα πάντα πάνω στη σκηνή ρυθμισμένα στην εντέλεια. Μετά το συγκεκριμένο λάιβ, πολύς κόσμος έκανε στροφή προς τους Cure, κι έτσι ξεκίνησε η λεγόμενη «κιουρομανία». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής, ένα περιστατικό που μου συνέβη το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς. Ημουν στη Νέα Μάκρη και περπατούσα στον δρόμο, όταν άκουσα από το κασετόφωνο ενός αγροτικού (μάρκας Datsun) με καρπούζια το «One hundred years» – ένα καταθλιπτικό τραγούδι που οι Cure το είχαν παίξει με τόση ζωντάνια στο φεστιβάλ. Συνεχίζοντας τα της συναυλίας, καπάκι είχαν παίξει το «Walk», κάτι που έδωσε τροφή για ένα λογοπαίγνιο. Συγκεκριμένα, θυμάμαι ότι μετά το πέρας της συναυλίας, γυρνάγαμε με τα πόδια σπίτι ξεθεωμένοι και λέγαμε χαριτολογώντας: «Θα περπατήσουμε (walk) μέχρι το σπίτι και έτσι όπως πάμε θα κάνουμε εκατό χρόνια (one hundred years) να φτάσουμε…».

Ταξιάρχης Λιάσκας 

Cur-iosity killed  the glasses

Προλάβαμε τα τελευταία τρία ή τέσσερα τραγούδια των Talk Talk και την ώρα που έδυε ο ήλιος βγήκαν οι Cure. Λίγα μέτρα πιο πέρα ανεβασμένος πάνω στη μάντρα που χωρίζει τον στίβο από το υπόλοιπο κοίλο του σταδίου, καθόταν ο Νίκος ο «Λαγός», ιδρυτικό μέλος των Last Drive και φίωλος μας. Εκείνο το διάστημα ο Νίκος είχε φάει κόλλημα με τους Cure και είχε πιάσει θέση πάνω στο τοιχάκι ώστε να μην τον ενοχλήσει κανένας. Ομως τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα θέλουμε…

Ο κόσμος που πέρναγε κάτω από το τοιχάκι είχε πυκνώσει και επικρατούσε το αδιαχώρητο. Υπήρχαν στιγμές που δυσκολευόσουν να αναπνεύσεις. Τη στιγμή που έβγαιναν οι Cure στη σκηνή μια κοπέλα που πέρναγε από κάτω λιποθύμησε. Ενας νεαρός που ήθελε να το παίξει ιππότης αμέσως προσφέρθηκε να τη βοηθήσει και αντί να απευθυνθεί σε κάποιον διπλανό του απευθύνθηκε στον «Λαγό» που καθόταν αφοσιωμένος στο τοιχάκι.

– Ρε μεγάλε, κατέβα να με βοηθήσεις με την κοπέλα. […]

– Καλά, ρε φίλε, από τόσες χιλιάδες κόσμου που είναι εδώ, σ’ εμένα βρήκες να απευθυνθείς; 

Ο «Λαγός» δεν ήταν ο δραστήριος τύπος που θα έπαιρνε την υπόθεση πάνω του, δεν ήταν όμως και κανένα κάθαρμα που αδιαφορεί για τον συνάνθρωπό του. Πολύ απλά ήταν δοσμένος στη συναυλία και είχε κι ένα δίκιο, γιατί ένιωσε ότι ο άλλος ήθελε να τον επιστρατεύσει με το στανιό. Ο άλλος […], ο «ιππότης», παρεξηγήθηκε! Θεώρησε απαράδεκτη την απάντηση του «Λαγού» και ξαφνικά έδωσε ένα σάλτο και του έσκασε ένα χαστούκι στο πρόσωπο που ήταν όλο δικό του. Ολα έγιναν σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Ο «Λαγός» αιφνιδιάστηκε, έτσι ανυποψίαστος που ήταν, είδε αστεράκια, του έπεσαν τα γυαλιά κι έσπασαν, ποδοπατήθηκαν από τον κόσμο που περνούσε […]. Οπως καταλαβαίνετε, ξενέρωσε με τη μία. Ετσι, σχεδόν τυφλός –είχε αρκετή μυωπία–, δεν μπόρεσε να δει τη συναυλία και η βραδιά του πήγε στράφι.

Οι Cure ήταν υπέροχοι. Με το λάιβ τους απέδειξαν ότι ήταν πραγματικά καλοί μουσικοί και όχι κάποιο προϊόν ευφυούς ηχοληψίας και παραγωγής.

Γιάννης Γ. Μπαζός

May The Cure bless us 

[…] Οσο για τους Cure ανήκα στην κατηγορία εκείνων που δεν γνώριζαν και πολλά για την μπάντα – ή μάλλον γνώριζα λίγα περισσότερα από όσα ο μέσος Ελληνας που μάθαινε τα νέα από την τηλεόραση και τα βιντεοκλίπ. Τους είχα ακούσει στο ραδιόφωνο αλλά και σε σπίτια φίλων, σε δισκάδικα, σε μπαρ των Εξαρχείων κ.λπ. Αν δεν στρώσεις κώλο, όμως, για να ακούσεις σοβαρά έναν δίσκο μόνος σου, αν δεν δεις μια μπάντα να παίζει ζωντανά μπροστά σου, δεν τη μαθαίνεις σε βάθος.

[…] Εκείνο το βράδυ διαπίστωσα ότι οι Cure σε καμία περίπτωση δεν ήταν εκείνη η σκοτεινή, βαρετή μπάντα που λανθασμένα πίστευα («now we are more cheerful» είχε δηλώσει ο ίδιος ο Σμιθ πριν από το λάιβ, προετοιμάζοντας κατά κάποιον τρόπο τους θεατές της Αθήνας). Και ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν άλλο ένα συγκρότημα του νέου ροκ που ξεπήδησε από τις στάχτες του πανκ αλλά δεν είχε, δήθεν, τα κουράγια να είναι άγριο, πολιτικοποιημένο και απειλητικό.

Είδα μια καλοκουρδισμένη, ζωηρή μπάντα. Ακουσα τρομερές κιθάρες και υπέροχα τραγούδια. Το ένιωσα ότι ήταν κάτι μεγάλο αυτό που έβλεπα. Κι ας έμελλε να περάσουν αρκετά χρόνια για να συνειδητοποιήσω το ταλέντο του Ρόμπερτ Σμιθ, ο οποίος εκείνο το βράδυ του 1985 δεν μας έδειξε ούτε τις μισές του δυνατότητες.

Σήμερα, τριάντα τρία χρόνια μετά κι έχοντας δει όλες τις συναυλίες των Cure στην Ελλάδα, κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνο το υπέροχο βράδυ στην Αθήνα νιώθω ότι βίωσα μία μοναδική εμπειρία, παρακολουθώντας έστω και από απόσταση, κουρασμένος, διψασμένος και μουσικά ανέτοιμος, μία από τις μεγαλύτερες μπάντες από καταβολής ροκ. Αυτή η τρομερή παρέα Βρετανών που έκαναν άνω κάτω την παγκόσμια μουσική σκηνή, ειδικά εκείνη την περίοδο, έκανε μια εντυπωσιακή –αισθητικά, μουσικά, εκφραστικά– στροφή. Είδα, όμως, κι έναν ήρωα της ροκ μυθολογίας, τον μοναδικό Ρόμπερτ Σμιθ, σε μια από τις καλύτερες φάσεις της ζωής του. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Την ιστορία αυτή για την πρώτη μου συνάντηση με τους Cure την είπα σε πολλούς νέους και παλιούς φίλους, σε γνωστούς και σε αγνώστους, στη σύζυγό μου και, πρόσφατα, στα δύο παιδιά μου. Και κάθε φορά που το κάνω αυτό, νιώθω την ευλογία του ροκ –τη μοναδική «θρησκεία» που πίστεψα– και τη χάρη των Cure να με φωτίζουν.

Θανάσης Αντωνίου

INF0

Το βιβλίο «Rock in Athens ’85 – Φωτογραφικές αποτυπώσεις ενός ηχητικού μύθου» με φωτογραφίες του Γιώργου Τουρκοβασίλη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Στο Περιθώριο

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.