Στη σκιά των πρόσφατων πολιτικών εξελίξεων και με αφορμή τον δημόσιο διάλογο που πυροδότησε η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα μέσω του συγγραφικού του έργου, καθίσταται αναγκαία μια βαθύτερη, οντολογική προσέγγιση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας.
Αν απομακρυνθούμε από την επιδερμική ανάλυση της μικροπολιτικής και υιοθετήσουμε μια φαινομενολογική στάση απέναντι στα δρώμενα, θα διαπιστώσουμε ότι τα πρόσωπα (ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Αλέξης Τσίπρας κ.ά.) δεν είναι παρά δρώντα υποκείμενα εντός μιας ευρύτερης, μεταφυσικής δομής που μπορούμε να ονομάσουμε «Σύστημα». Το Σύστημα αυτό δεν πρέπει να νοείται συνωμοσιολογικά, ως μια κλειστή ομάδα ανθρώπων που απεργάζεται σχέδια σε σκοτεινά δωμάτια, αλλά με την έννοια που του αποδίδει η συστημική θεωρία του Νίκλας Λούμαν. Δηλαδή ως μια αυτοποιητική οντότητα, η οποία αγωνίζεται αενάως για την αυτοσυντήρησή της, διαφοροποιούμενη από το περιβάλλον της και αντιδρώντας σε οτιδήποτε απειλεί την ομοιόστασή της.
Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη ελληνική τραγωδία δεν έγκειται στην ιδεολογική σύγκρουση, η οποία υπήρχε ανέκαθεν ως μια διαλεκτική εκκρεμότητα από την αρχαιότητα έως τα «μπλε και πράσινα καφενεία». Το πρόβλημα είναι δομικό και αφορά την «υγεία» του καπιταλιστικού ξενιστή. Ο καπιταλισμός, ως το κυρίαρχο οικονομικό και κοινωνικό παράδειγμα, απαιτεί ορισμένες θεμελιώδεις σταθερές για να λειτουργήσει: οικογένεια, κράτος, ασφάλεια δικαίου, προβλεψιμότητα, θεσμική λειτουργικότητα κτλ. Η κριτική που ασκείται στον Κυριάκο Μητσοτάκη, μέσα από το πρίσμα της συστημικής λογικής, δεν είναι ότι είναι υπερβολικά «καπιταλιστής», αλλά ότι η διακυβέρνησή του έχει μετατραπεί σε παρασιτική απέναντι στις ίδιες τις προϋποθέσεις του καπιταλισμού. Το Σύστημα, που στηρίζεται στην κίνηση και την ανανέωση (η γνωστή θεωρία περί δημιουργικής καταστροφής του Γιόζεφ Σουμπέτερ), βιώνει επί των ημερών του μια επικίνδυνη στασιμότητα, μια εντροπία που ισοδυναμεί με θάνατο.
Τα σκάνδαλα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, όπως η πρωτοφανής κατάρρευση και η κακοδιαχείριση στον ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν αποτελούν απλώς περιπτώσεις διοικητικής ανεπάρκειας ή οικονομικής ατασθαλίας. Συνιστούν οντολογικές ρωγμές στην αξιοπιστία του κράτους ως διαχειριστή των ευρωπαϊκών πόρων, δηλαδή των «καυσίμων» του συστήματος. Όταν ένας οργανισμός, επιφορτισμένος με την αγροτική πολιτική και τις επιδοτήσεις, μετατρέπεται σε πεδίο αδιαφανούς διανομής και θεσμικής παραλυσίας, το Σύστημα αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο όχι ως ηθικό, αλλά ως υπαρξιακό. Παρομοίως, το σκάνδαλο των υποκλοπών και η εργαλειοποίηση της ΕΥΠ δεν είναι απλώς μια δημοκρατική εκτροπή· είναι μια ένδειξη ότι η εξουσία έχει αρχίσει να τρέφεται από τις σάρκες των θεσμών που οφείλει να προστατεύει, δημιουργώντας ένα καθεστώς εσωτερικής σήψης. Αυτή η «τοξικότητα» που αποδίδεται στον Μητσοτάκη είναι, στην ουσία, η αντίδραση του οργανισμού σε ένα ξένο σώμα που, ενώ αρχικά υποσχέθηκε φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό, κατέληξε σε μια μορφή νεο-φεουδαρχικού συγκεντρωτισμού που μπλοκάρει τις αρτηρίες της αγοράς και της πολιτικής.
Εδώ ακριβώς εισέρχεται η λειτουργία του Αλέξη Τσίπρα, όχι ως του «Μεσσία» που θα λυτρώσει τη χώρα, αλλά ως της αναγκαίας δύναμης «αποσυμπίεσης». Στη θεωρία των κοινωνικών συστημάτων, η αντιπολίτευση (και κάθε αντιπολιτευτική κίνηση) και η εναλλαγή στην εξουσία δεν είναι απλώς δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά μηχανισμοί ανοσολογικής απόκρισης. Το Σύστημα, νιώθοντας ευάλωτο από τη στασιμότητα και την εσωτερική διάβρωση που προκαλεί η παραμονή μιας φθαρμένης εξουσίας, αναζητά την (επαν)εκκίνηση. Η επανεμφάνιση του Τσίπρα, με το βιβλίο του να λειτουργεί ως το εναρκτήριο λάκτισμα μιας διαδικασίας επανανομιμοποίησης (ή rebranding για τον ίδιο), είναι η απάντηση του Συστήματος στην ανάγκη για εκτόνωση μιας ακόμη λαϊκής οργής. Ο Τσίπρας χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για να απορροφήσει τους κραδασμούς της χρεοκοπίας και τώρα φαίνεται να προετοιμάζεται ως το αντίβαρο που ενδεχομένως θα αποκαταστήσει την ισορροπία, επιτρέποντας στο Σύστημα να επιβιώσει περαιτέρω. Δεν πρόκειται για ηρωισμό, αλλά για συστημική λειτουργικότητα. Ο Τσίπρας είναι η απάντηση του Συστήματος, όχι η απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της χώρας ούτε μέρος στα παιχνίδια εξουσίας.
Ωστόσο, η ανάλυση αυτή θα ήταν ελλιπής αν δεν συμπεριελάμβανε την παράμετρο της ανθρώπινης ελευθερίας και της διαγενεακής ευθύνης. Η αναφορά στον Κορνήλιο Καστοριάδη και στη «φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» είναι εδώ καίρια. Το Σύστημα και τα ΜΜΕ μπορεί να επιχειρούν να κατευθύνουν τις εξελίξεις, αλλά η ιστορία δεν είναι μια γραμμική διαδικασία προκαθορισμένη από άνωθεν εντολές. Η έννοια της γενιάς, όπως την αντιλαμβανόμαστε φιλοσοφικά, δεν είναι απλώς μια βιολογική διαδοχή, αλλά μια κοινότητα πεπρωμένου που καλείται να απαντήσει στα δικά της ερωτήματα. Η θέση ότι «η μόνη προϋπόθεση για να κάνεις σωστές επιλογές είναι να είσαι ελεύθερος» αντηχεί την υπαρξιακή αγωνία για αυτονομία. Κάθε γενιά φέρει το βάρος των επιλογών των προηγούμενων, αλλά διατηρεί, έστω και εν δυνάμει, τη δυνατότητα της ρήξης, της ικανότητας δηλαδή να ξεκινήσει κάτι νέο (natality κατά την Άρεντ).
Το παράδοξο της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής σκηνής είναι ότι, ενώ η κοινωνία (η νέα γενιά) αναζητά αυτή την ελευθερία και την αποδέσμευση από τα βαρίδια του παρελθόντος, το πολιτικό προσωπικό ανακυκλώνεται μέσα σε ρόλους προκαθορισμένους από τη συστημική αναγκαιότητα. Ο Μητσοτάκης και ο Τσίπρας δεν κρίνονται για τις προθέσεις τους (κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι συμβαίνει στο μυαλό του «Ηγεμόνα»), αλλά για τα φαινόμενα που παράγουν οι πράξεις τους. Η φαινομενολογική αυτή προσέγγιση μας απαλλάσσει από την ανάγκη ψυχολογικοποίησης της πολιτικής και μας εστιάζει στο αποτέλεσμα: ο Μητσοτάκης, ως φαινόμενο, έχει καταστεί πλέον εμπόδιο στην ομαλή ροή του συστημικού χρόνου. Η εμμονή στην εξουσία και η δημιουργία ενός στεγανού περιβάλλοντος (όπως αποδεικνύουν οι χειρισμοί στα θέματα διαφάνειας) προκαλούν ασφυξία. Το Σύστημα, που απεχθάνεται το κενό και τη στασιμότητα, θα τον αποβάλλει νομοτελειακά, όχι επειδή είναι «κακός», αλλά επειδή είναι πλέον δυσλειτουργικός.
Είναι κρίσιμο να κατανοήσουμε ότι η έννοια του «Συστήματος» εδώ λαμβάνει μεταφυσικές διαστάσεις. Είναι η χαιντεγκεριανή έννοια του «Gestell», το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα πάντα (άνθρωποι, πόροι, ιδέες κτλ.) μετατρέπονται σε απόθεμα προς χρήση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα ΜΜΕ δεν είναι απλοί υπηρέτες κάποιων αφεντάδων, αλλά οι ιμάντες μεταβίβασης της συστημικής βούλησης. Όταν το Σύστημα αποφασίσει ότι ο πραγματικός «σκλάβος» (και δεν είναι ο λαός· ο λαός στον καπιταλισμό είναι πόρος, είναι παραγωγικός παράγοντας) δεν εξυπηρετεί πλέον τον σκοπό της διαιώνισής του, η στήριξη αποσύρεται. Αυτό βλέπουμε να συμβαίνει σταδιακά με την αποδόμηση του αφηγήματος της «επιτελικότητας». Η κριτική που ασκείται πλέον στον Μητσοτάκη, ακόμη και από συστημικούς παράγοντες όπως ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, δεν είναι προσωπική διαμάχη, αλλά σύμπτωμα της συστημικής απόρριψης. Ο Σαμαράς, λειτουργώντας ως ένας άλλος πόλος του συστήματος, αρθρώνει αυτό που το συλλογικό ασυνείδητο της παράταξης αισθάνεται: ότι η παρέκκλιση από τις σταθερές (είτε αυτές είναι εθνικές είτε οικονομικές) απειλεί το όλο οικοδόμημα.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η ελληνική πολιτική σκηνή παρουσιάζει την εικόνα μιας τραγικής επανάληψης, όπου τα πρόσωπα απλώς εναλλάσσονται, εξυπηρετώντας την ανάγκη για την επιβίωση του οργανισμού. Ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης είναι απλά case studies, μελέτες περίπτωσης σε ένα εργαστήριο ιστορίας που λειτουργεί αδιάκοπα. Ο πρώτος πλήρωσε το τίμημα της προσαρμογής του ριζοσπαστισμού στον ρεαλισμό, ο δεύτερος πληρώνει το τίμημα της μετατροπής του φιλελευθερισμού σε καθεστωτισμό. Η επανεκκίνηση που επιζητά το Σύστημα είναι αναπόφευκτη. Το ερώτημα που παραμένει, και το οποίο αγγίζει τα όρια της πολιτικής φιλοσοφίας, είναι αν, μέσα σε αυτόν τον αέναο κύκλο της συστημικής αυτοσυντήρησης, υπάρχει χώρος για την αυθεντική ανθρώπινη παρέμβαση. Αν δηλαδή η επόμενη γενιά θα καταφέρει να σπάσει τον κύκλο και να ορίσει την ελευθερία της όχι ως επιλογή μεταξύ προκατασκευασμένων λύσεων, αλλά ως δημιουργία νέων νοημάτων και θεσμών. Ενός νέου… Συστήματος. Μέχρι τότε, θα παρακολουθούμε τη νομοτελειακή εναλλαγή των αρχηγών των ατάκτων, με το Σύστημα να παραμένει ο μόνος πραγματικός νικητής, επιβιώνοντας μέσα από τις κρίσεις που το ίδιο δημιουργεί.
ΥΓ: Εντελώς ερμηνευτικά, στο παρόν άρθρο οφείλεται μια επιπλέον εξήγηση για το τι είναι στην ουσία το «Σύστημα» (αν και θα χρειαζόταν εκτενέστερη ανάλυση επί του θέματος). Φως στην ερμηνεία, πιστεύω πως δίνει η μεταφυσική και η οντολογία, κατευθύνσεις της φιλοσοφίας που τις θεωρώ ως τις ευγενέστερες δημιουργίες της ανθρώπινης διάνοιας.
Το Σύστημα νοείται ως οντολογική, αυτοσυντηρούμενη δομή που υπερβαίνει πρόσωπα, θεσμούς, ελίτ, λαό κτλ., τα οποία λειτουργούν μόνο ως φορείς αναπαραγωγής του. Ως αυτοποιητική ολότητα, επεξεργάζεται το περιβάλλον με τρόπους που εξυπηρετούν τη συνέχισή του, ενώ η αλλαγή προκύπτει όχι από βουλήσεις δρώντων αλλά από εσωτερικές πιέσεις και λειτουργικές αναπροσαρμογές. Η πολιτική πράξη, συνεπώς, εντάσσεται σε ένα προδιαμορφωμένο πεδίο δυνατοτήτων, όπου οι δομές καθορίζουν τις μορφές της πραγματικότητας.
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια