Οι «αόρατες» γυναίκες από τη Γεωργία

Η φωτογράφος Τατιάνα Μαυρομάτη και η εικαστικός και σκηνοθέτρια Λώρα Μαραγκουδάκη μιλούν για την έκθεση φωτογραφίας «Sunday women» στην γκαλερί Κάμιρος.

Παναγιώτης Φρούντζος 02/11/2021 | 15:02

«Τις Κυριακές οι περιοχές γύρω από την Οµόνοια, στην Αγίου Κωνσταντίνου, ζωντανεύουν από την παρουσία της γεωργιανής κοινότητας. Τα καφενεία, τα µαγαζιά µεταφοράς χρηµάτων, οι εκκλησίες, τα κοµµωτήρια, τα νυχάδικα, τα εστιατόρια αποτελούν δηµοφιλή σηµεία συνάντησης των Γεωργιανών γυναικών, µέρη συναισθηµατικής εκτόνωσης, κοινωνικοποίησης και ανταλλαγής χρήσιµων πληροφοριών» (απόσπασµα από τον οδηγό της έκθεσης). Mε αυτές τις γυναίκες –οι οποίες εργάζονται εσωτερικές ως φροντίστριες ή καθαρίστριες και την Κυριακή, την ηµέρα του ρεπό τους, βιώνουν τη δυνατότητα της κοινωνικής συναναστροφής και της αποτίναξης των εργασιακών δεσµών– ήρθαν σε επαφή η φωτογράφος Τατιάνα Μαυροµάτη και η εικαστικός και σκηνοθέτρια Λώρα Μαραγκουδάκη. Το φωτογραφικό αποτέλεσµα της συνάντησής τους µε τις «Γυναίκες της Κυριακής» εκτίθεται στην γκαλερί Κάµιρος µε την υποστήριξη του Ιδρύµατος Ρόζα Λούξεµπουργκ. Το Documento µίλησε µε τις δύο καλλιτέχνιδες σχετικά µε τις γυναίκες από τη Γεωργία, οι οποίες πλέον αποτελούν πυλώνα αρκετών ελληνικών οικογενειών.

Τι σηµαίνει ο τίτλος της έκθεσής σας «Sunday women» και πόσο χρονικό διάστηµα περάσατε µε τις γυναίκες από τη Γεωργία;

Ο τίτλος της έκθεσης παραπέµπει στη µία µέρα «ελευθερίας» που έχουν οι Γεωργιανές που δουλεύουν ως εσωτερικές οικιακές βοηθοί στα ελληνικά νοικοκυριά. Το ρεπό της Κυριακής είναι ζωτικής σηµασίας για τις γυναίκες: είναι µια µέρα δική τους, στη διάρκεια της οποίας αλλάζουν παραστάσεις, ξεφεύγουν από τη ρουτίνα της οικιακής εργασίας, συναντούν τις φίλες τους.

Ποιος ο λόγος που αποφασίσατε να ασχοληθείτε µε τις µετανάστριες από τη Γεωργία και γιατί επιλέξατε να εστιάσετε σε όσες δουλεύουν εσωτερικές;

«Στην αρχή γνώρισα τη Νίνο. Η Νίνο είναι η Γεωργιανή γειτόνισσά µου στο κέντρο της Αθήνας. Το όνοµα Νίνο είναι πολύ συνηθισµένο στη Γεωργία. Στη συνέχεια γνώρισα περισσότερες Γεωργιανές γυναίκες. Αρχισα να τις φωτογραφίζω καθώς έκανα παρέα µαζί τους και τα παιδιά µας έπαιζαν µαζί» (Τατιάνα Μαυροµάτη, «Μικρή Γεωργία» [2014-])

Η σχέση µας µε τις συµµετέχουσες της έκθεσης αναπτύχθηκε όταν συναντήθηκε η ζωή µας σε ένα καθηµερινό, πρακτικό επίπεδο µες στην πολυεθνική µας πόλη. Γνωρίζοντάς τες σε προσωπικό επίπεδο ήταν ξεκάθαρο ότι η εργασία που κάνουν ως οικιακές βοηθοί καθορίζει και την προσωπική και συλλογική τους ζωή εδώ στην Αθήνα. ∆εν επιλέξαµε να εστιάσουµε στις εσωτερικές, απλώς η συνθήκη της εσωτερικής εργασίας είναι αναπόσπαστο κοµµάτι της ζωής αυτών των γυναικών. Όλες κάποια στιγµή έχουν δουλέψει έτσι και για τις περισσότερες είναι η πιο συνηθισµένη µορφή εργασίας.

Λώρα Μαραγκουδάκη

Μέσω ποιας διαδικασίας ο οικιακός χώρος συλλογικοποιείται και ποια ψυχοσύνθεση αναπτύσσει µια γυναίκα που στερείται τα αυτονόητα της ιδιωτικότητάς της (και εξαιτίας της φύσης της εργασίας της);

Ο προσωπικός ελεύθερος χρόνος είναι περιορισµένος τόσο χρονικά (µε µόνο µία µέρα ρεπό στην καλύτερη των περιπτώσεων) όσο και χωροταξικά, αφού πολλές γυναίκες δεν έχουν δικό τους σπίτι και ζουν στο σπίτι του εργοδότη τους. Ετσι όταν κάποια έχει δικό της σπίτι συχνά –τις Κυριακές– φιλοξενεί τις φίλες και τους συγγενείς της που έχουν δώδεκα ώρες ρεπό και βγαίνουν για να συναντήσουν τους ανθρώπους τους και να ξεσκάσουν. Σε κάποιες περιπτώσεις γυναίκες που δουλεύουν εσωτερικές νοικιάζουν από κοινού ένα µικρό διαµέρισµα το οποίο αποκτά ζωή τις Κυριακές, όταν οι οικιακές εργάτριες το χρησιµοποιούν για να ξεκουραστούν την ηµέρα του ρεπό τους. Ταυτόχρονα είναι ένα ασφαλές µέρος για να µένουν σε περίοδο ανεργίας.

Ποια είναι η πρόσληψη που έχουν οι πρωταγωνίστριες της έκθεσής σας για την ελληνική κοινωνία;

Οι Γεωργιανές γυναίκες δουλεύουν µες στα σπίτια της ελληνικής οικογένειας κάνοντας την απαραίτητη και τροµερά σηµαντική εργασία της φροντίδας: φροντίδα του σπιτιού και των µελών της οικογένειας.

«Στην Ελλάδα οι επιλογές τους είναι πολύ περιορισµένες και αυτό γιατί οι περισσότερες δεν έχουν χαρτιά, εποµένως ζουν και δουλεύουν µε τον φόβο της σύλληψης και απέλασης από την αστυνοµία. Οι ίδιες στηρίζουν και στηρίζονται η µία στην άλλη, προσπαθώντας να βρουν δουλειές από στόµα σε στόµα, παρακάµπτοντας τα γραφεία ευρέσεως εργασίας τα οποία τις εκµεταλλεύονται οικονοµικά· ή όταν χρειάζεται να φύγουν από δουλειές όπου η εκµετάλλευση και η κακοποίηση των εργοδοτών είναι αβάσταχτες. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ύπαρξη της κοινότητας είναι καθοριστική» (απόσπασµα από τον οδηγό της έκθεσης).

Τατιάνα Μαυρομάτη

Το γεγονός ότι είναι χριστιανές κάνει πιο εύκολη την ενσωµάτωσή τους; Θεωρούν ότι πολιτισµικά βρίσκονται κοντά στον µέσο Ελληνα ή νιώθουν ότι η απόσταση που τις χωρίζει είναι χαώδης;

Αν και πολλές από αυτές τις γυναίκες αναφέρουν ότι ένιωθαν κάποια οικειότητα µε την ιδέα της Ελλάδας λόγω της συγγενικής θρησκευτικής τους ταυτότητας, οποιαδήποτε πολιτισµική σχέση επισκιάζεται από την τεράστια κοινωνικοπολιτική ανισότητα που ορίζει τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία. Παρότι ο ρόλος τους ως οικιακών εργατριών είναι πραγµατικά απαραίτητος για την εύρυθµη καθηµερινή λειτουργία της κοινωνίας, είναι νοµικά και κοινωνικά αποκλεισµένες, στερούµενες αναγνώρισης τόσο σε επίπεδο επίσηµης νοµιµοποίησης όσο και σε σχέση µε τον κοινωνικό ρόλο που επιτελούν. Αυτό είναι που δηµιουργεί την οποιαδήποτε απόσταση.

Υπάρχει ιεραρχική ταξινόµηση στην κοινότητα των µεταναστών;

Προσωπικά µας απασχολεί η ιεραρχική ταξινόµηση της «νοµιµότητας» που επιβάλλει το ίδιο µας το κράτος. Η έκθεση εστιάζει στις εµπειρίες των Γεωργιανών γυναικών, αλλά αντίστοιχες εµπειρίες έχουν και οι γυναίκες από τις Φιλιππίνες και την Αφρική που κάνουν την ίδια δουλειά στην Ελλάδα. Από τη µεριά µας εστιάζουµε στα κοινά τους: στους αποκλεισµούς που υφίστανται από την ελληνική κοινωνία και όχι στις διαφορές τους.

«Από τη δεκαετία του 1990 και µετά στην Ελλάδα γιγαντώθηκε µια άτυπη βιοµηχανία υπηρεσιών φροντίδας, πατώντας στην εργασία χιλιάδων µεταναστριών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης και τα Βαλκάνια, τις Φιλιππίνες και χώρες της Αφρικής. Νοικοκυριά που κάποιες δεκαετίες πριν δεν θα είχαν τη δυνατότητα να προσλάβουν µια οικιακή εργάτρια, µε τον µαζικό ερχοµό των µεταναστριών καθιέρωσαν την πρόσληψη “µιας γυναίκας” που θα βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού και κυρίως, θα φροντίζει τους ηλικιωµένους και τους αρρώστους, συχνά σε εικοσιτετράωρη βάση. Η ζήτηση γι’ αυτές τις υπηρεσίες είναι τεράστια. Οπως και η σηµασία αυτών των υπηρεσιών για την εύρυθµη λειτουργία της ελληνικής οικογένειας. ∆εκάδες γραφεία ευρέσεως εργασίας στο κέντρο της Αθήνας προµηθεύουν φτηνές οικιακές εργάτριες σε νοικοκυριά σε όλη τη χώρα, δηλαδή προµηθεύουν εργασία κοινωνικά και εργασιακά µη τυπική και υποτιµηµένη» (απόσπασµα από τον οδηγό της έκθεσης).

Πώς βλέπουν το µέλλον τους οι «Γυναίκες της Κυριακής»;

(Απόσπασµα από τον οδηγό της έκθεσης) «Η Ινγκα, η Τεόνα, η Νόνα, η Μανάνα και η Τσίουρη είναι πέντε διαφορετικές γυναίκες µε κοινές ιστορίες. Πολλές ήρθαν από την περιοχή του Ιµερέτι, µε πρωτεύουσα το Κουτάισι, το οποίο αποτελεί την κυριότερη δεξαµενή οικιακών εργατριών στη Γεωργία. Η διάλυση της Σοβιετικής Eνωσης ήταν ένα γεγονός που συµπύκνωσε τον ιστορικό χρόνο και άλλαξε µια για πάντα τις ζωές εκατοµµυρίων ανθρώπων. Οι µεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες έφυγαν από τη χώρα τους ως ύστατη λύση στο βιοποριστικό τέλµα που έφερε η κατάρρευση του σοβιετικού µπλοκ. Γενιές µετά η µετανάστευση µε σκοπό την οικιακή εργασία σε ευρωπαϊκές χώρες αποτελεί πια ακόµη και για τις νέες γυναίκες µοναδική βιώσιµη λύση για µια ανεξάρτητη και αξιοπρεπή ζωή».

«Τίποτε δεν µου λείπει. Μόνο η προσωπική µου ζωή µου λείπει. Τα χρόνια που δεν έζησα µε τους δικούς µου ανθρώπους» (Ινγκα).

«Οι οικογενειακοί δεσµοί κρατιούνται χρόνια τώρα µέσα από τις εβδοµαδιαίες επισκέψεις στα γραφεία Money Transfer, από το Skype και τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι µεγαλύτερες γυναίκες θρηνούν την απουσία τους από τη ζωή των παιδιών τους. Οι νεότερες ψάχνουν και δοκιµάζουν λύσεις για να έχουν τα παιδιά κοντά τους. Τα έφεραν στην Ελλάδα και προσπαθούν να ισορροπήσουν την οικογενειακή ζωή µέσα σε ένα εντατικό πρόγραµµα δύο και τριών δουλειών […]. Πολλές κόρες και εγγονές ακολούθησαν τις συγγενείς τους στην Αθήνα όταν ενηλικιώθηκαν. Προσπαθούν να ανταµώνουν από κοντά τις Κυριακές στα ρεπό τους, αλλά δεν είναι πάντα εφικτό, γιατί τα ρεπό τους διαφέρουν».

Το µέλλον της καθεµιάς από αυτές εξαρτάται από το αν θα καταφέρει να νοµιµοποιηθεί αλλά και από τον αριθµό εξαρτηµένων µελών από τον δικό τους µισθό εδώ στην Ελλάδα. Κάποιες (ειδικά µεγαλύτερες γυναίκες) στηρίζουν τις οικογένειες των παιδιών τους στη Γεωργία. Για τις νεότερες η νοµιµοποίηση είναι ζωτικής σηµασίας: µια ευκαιρία για µια λιγότερο δύσκολη ζωή.

INF0

H έκθεση «Sunday women» παρουσιάζεται στην γκαλερί Κάμιρος (Ιθάκης 32, Κυψέλη) με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. Δευτέρα έως Παρασκευή (19.30-23.00). Έως τις 4/11