Θάνος Σαρρής
06/10/2021, 10:00

Ο τσιγγάνος που από τη λάσπη έφτασε στη La Liga

Εγκατέλειψε το σχολείο, ζει χωρίς κινητό και ξόδεψε τον πρώτο του μισθό για να γεμίσει τρία ταξί με δώρα για τα παιδιά του. Ο Φάλι Χιμένες Χάρκε έκανε φέτος πρεμιέρα στη Λα Λίγκα και η ιστορία του δεν αφορά μόνο το ποδόσφαιρο.

Θάνος Σαρρής 06/10/2021 | 10:00

Είναι από εκείνες τις ιστορίες ζωής, που θαρρείς και μόνο ο αθλητισμός μπορεί να ζωντανέψει. Ο Ράφαελ Χιμένες Χάρκε, ή απλώς Φάλι, είναι περήφανος για την τσιγγάνικη καταγωγή του, δεν βγήκε ποτέ να την κρύψει ή να τη μασκαρέψει. Δεν ξέχασε όμως ποτέ και όσα πέρασε για να καταφέρει στα 28 του, να παίζει βασικός στην Primera Division, φορώντας τη φανέλα της Κάντιθ. Eίναι αρκετοί εκείνοι οι ποδοσφαιριστές που έχουν καταγωγή ρομά, όπως ο Αντρέα Πίρλο και ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς. Ο 28χρονος αμυντικός όμως δεν είχε απλά την καταγωγή. Όλη η ζωή του, όπως τονίζει κι ο ίδιος, ήταν στη φτώχεια και την ανέχεια. Μέχρι που το ποδόσφαιρο, του έδωσε τη δυνατότητα να ξεφύγει, να χτίσει μια διαφορετική ζωή, χωρίς ποτέ να ξεχάσει τις ρίζες του και χωρίς να ντρέπεται να μιλήσει γι' αυτές.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην El Mundo, ο Ράφαελ φώτισε συγκεκριμένες πτυχές της ζωής του, την οποία έχτισε στα λόγια του Αντόνιο Ματσάδο. Φτιάχνοντας ο ίδιος τον δρόμο που βαδίζει. Όπως λέει και ο ίδιος, «το ότι είμαι τσιγγάνος είναι το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη ποτέ».

Ένα παιδί που απέκτησε παιδί

Ο Φάλι ήταν 14 ετών, όταν οι γονείς του χώρισαν. Εκείνος ήταν στις ακαδημίες της Βιγιαρεάλ, προσπαθώντας να φέρει μερικά χρήματα στο σπίτι για να εξασφαλίσουν το φαγητό τους, το οποίο ήταν εξαρτημένο από τα μικροπράγματα που πουλούσαν οι γονείς του στον δρόμο. Δύο χρόνια αργότερα, στα 16 παντρεύτηκε τη σύζυγό του, η οποία ήταν 14. Οι οικογένειές τους δεν διατηρούσαν και τις καλύτερες των σχέσεων, οπότε ήταν ένας γάμος με δυσκολίες. Ωστόσο, η παρουσία της συζύγου του ήταν εκείνη που τον βοήθησε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, να συγκεντρωθεί στο ποδόσφαιρο και να αφήσει τους περισπασμούς ολοκληρωτικά στο παρελθόν Στο μεταξύ, είχε ήδη εγκαταλείψει το σχολείο. Και την επόμενη χρονιά, έπρεπε ήδη να σκέφτεται το πώς θα ταΐσει το δικό του παιδί. Έπλενε πιάτα, για να τα καταφέρει. Όπως, όμως, θυμάται τώρα, πάντα στην κοινότητά του βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Μια κατσαρόλα φαγητό και όλοι τριγύρω, για να κοιμηθούν με γεμάτα στομάχια.

Έχοντας περάσει από τη δεύτερη ομάδα της Λεβάντε, την Ουρακάν και τη Χιμνάστικ, πήρε τα πρώτα του «σοβαρά» χρήματα όταν το 2016 πήρε μεταγραφή για τη δεύτερη ομάδα Μπαρτσελόνα. Το πρώτο που έκανε, ήταν να πάει σε ένα κατάστημα παιχνιδιών και να γεμίσει τρία ταξί με παιχνίδια για τα παιδιά του. «Με έβλεπαν σαν να είμαι τρελός. Και θυμήθηκα εκείνα τα χρόνια που περνούσα από τα καταστήματα και δεν μπορούσα να αγοράσω ούτε μια κούκλα. Το μόνο που έλεγα στα κορίτσια ήταν "αυτά είναι για τους βασιλιάδες"», τονίζει χαρακτηριστικά. Καταλάβαινε πως δεν ήταν σωστό, όμως όλες οι μέρες που δεν είχε τη δυνατότητα να παρέχει στα παιδιά του ό,τι είχαν τα παιδιά των συμπαικτών του, πέρασαν μπροστά από τα μάτια του. Η λαχτάρα ήταν μεγάλη. Στην Μπαρτσελόνα Β, βρήκε τους παίκτες να χορεύουν στα αποδυτήρια ενώ ήταν τελευταίοι. Ξεκίνησε να... τα σπάει και έγινε ηγέτης στην πορεία προς την επόμενη κατηγορία.

Μια διαφορετική ζωή για τα παιδιά του

Για τα παιδιά του ονειρεύεται να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία ως προς τη μάθηση, να μην εγκαταλείψουν το σχολείο όπως εκείνος. Και είναι σίγουρος ότι θα τους δώσει την ευκαιρία να το πράξουν. Άλλωστε, θυμάται ο ίδιος το πόσο άβολα αισθανόταν όταν οι δικές του βασικές ελλείψεις τον εξέθεταν ή όταν η κόρη του ζητούσε μια βοήθεια για τα μαθήματά της και δεν μπορούσε να της τη δώσει. Στη Λεβάντε συνάντησε τον Χουάνμα, ο οποίος αποδείχθηκε σε κάτι παραπάνω από σημαντικό συμπαίκτη. Ήταν εκείνος που κάθισε υπομονετικά μαζί του, βοηθώντας τον να μάθει να μιλάει δημόσια, να χρησιμοποιεί σωστές λέξεις και εκφράσεις. Ακόμα και τώρα, βέβαια, υπάρχουν φορές που κάνει λάθη, όμως δεν ντρέπεται. Του θυμίζουν από πού ξεκίνησε και πού έφτασε. Όταν πήγε στην Νάστικ ντε Ταραγόνα για να υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, ήταν η πρώτη φορά που είδε τον πατέρα του να βάζει περισσότερο από δέκα ευρώ βενζίνη. Το ντεπόζιτο ήταν τρύπιο, με αποτέλεσμα να χρειαστούν πολλές ώρες για να ολοκληρώσουν τη διαδρομή. Και αναγκάστηκε να ζητήσει από τον πρόεδρο της μελλοντικής του ομάδας μια μικρή προκαταβολή, για να καταφέρουν να επιστρέψουν.

Ο Φάλι φορά ακόμα τα ρούχα από τα πολυκαταστήματα που αγόραζε πάντα, γνωρίζοντας καλά πως η καριέρα του ποδοσφαιριστή είναι πολύ σύντομη και ένα συμβόλαιο μπορεί να τελειώσει από τη μία μέρα στην άλλη. Σκέφτεται συνεχώς πως όταν το όνειρο τελειώσει, η οικογένειά του πρέπει να συνεχίσει να έχει ένα πιάτο φαγητό. Ο πατέρας του, άλλωστε, συνεχίζει να πουλά μικροαντικείμενα από κι από εκεί, τη στιγμή που η μητέρα του τράβηξε ξεχωριστό δρόμο, δουλεύοντας το δικό της μπαρ.

Χωρίς Social Media, χωρίς κινητό

O Φάλι δεν σταματά να εκπλήσσει τα Media με την ειλικρίνεια και την απλότητα στις δηλώσεις του. Όταν είχε ερωτηθεί από το Onda Cero για την πρώτη φορά που ο κόσμος στο «Ραμόν ντε Καράνθα» τραγούδησε το όνομά του, απάντησε: «Με βάση το πόσο κακός είμαι, εξεπλάγην. Προέρχομαι από τη λάσπη και δεν έχω συνηθίσει σε τέτοια. Έπαιζα μπάλα με 500 ακόμα τσιγγάνους, που ήταν ξαδέρφια μου. Αυτά μου έδωσαν κουράγιο». Δεν ακούει, όμως, μόνο τους οπαδούς της ομάδας του να τον αποθεώνουν. Κάποτε, ένας ποδοσφαιριστής του είπε «μην κάνεις γυφτιές», επειδή θεώρησε ότι έπεσε στο έδαφος. «Τι είναι γυφτιά για σένα;», του απάντησε συνεχίζοντας το παιχνίδι. Άκουσε κι άλλους, να του λένε «φύγε από εδώ γύφτε» κι έφτασε στο συμπέρασμα ότι συχνά οι παίκτες στις χαμηλότερες κατηγορίες δείχνουν μεγαλύτερο σεβασμό. Γιατί; «Επειδή είναι και εκείνοι στη λάσπη. Πιστεύουμε ότι επειδή παίζουμε στην Primera είμαστε βασιλιάδες. Είμαστε απλά άνθρωποι», τονίζει χαρακτηριστικά στην El Mundo.

Στα 28 του, με ένα επαγγελματικό συμβόλαιο, βασικός σε 11άδα ομάδας της Primera, ο Φάλι Χιμένες συνεχίζει αν ζει χωρίς κινητό. Για την ακρίβεια, όποτε χρειάζεται, χρησιμοποιεί αυτό της συζύγου του. Δεν έχει social media και μόνο στις αποστολές, κουβαλά μαζί του ένα τάμπλετ. Εξοργίζεται με τον κόσμο που βγαίνει για φαγητό και αποβλακώνεται στα κινητά, ενώ σε κείνους που του λένε ότι λόγω της ιστορίας που κουβαλά, θα έκανε πάταγο στα Social media, απαντά: «Ο κόσμος ξέρει ότι αν με συναντήσει στον δρόμο, θα μείνω εκεί για να του μιλήσω. Δεν έχω κανένα πρόβλημα». Ξέρει, άλλωστε, ότι όταν οι προβολείς της δημοσιότητας σβήσουν, θα είναι έτοιμος να παλέψει ξανά. «Ζω κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μου. Κάθε δευτερόλεπτο που περνά, ξέρω ότι δεν έρχεται πίσω. Μακάρι να είχα δύο εκατομμύρια στην τράπεζα. Πιθανόν να το έβλεπα αλλιώς. Αλλά πρέπει να παλέψω όπως κάθε άνθρωπος».

Η πανδημία του κορονοϊού τον βρήκε κλεισμένο σε ένα διαμέρισμα, σαν θηρίο σε κλουβί. Είχε πολλές μεταπτώσεις, σκέφτηκε μέχρι και να παρατήσει το ποδόσφαιρο. Επέστρεψε, όμως, δυνατός. Το ισπανικό Movistar έφτιαξε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, το οποίο προβλήθηκε πριν από λίγο καιρό. Ο τίτλος του; Ο «Τιτάνας του Κάντιθ». «Το πιο σημαντικό πράγμα για εμένα είναι να έχει φαγητό η οικογένειά μου», απαντά ο ίδιος. Σίγουρα όχι η πιο συνηθισμένη απάντηση από επαγγελματία ποδοσφαιριστή...

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr