Ο Τάκης Σπυριδάκης αναχώρησε για τον «Κήπο του Θεού» του

Μια ιστορία από τα γυρίσματα της μοναδικής μεγάλου μήκους ταινίας σκηνοθετημένης από τον καλό ηθοποιό, που πέθανε σήμερα στα 61 του χρόνια

Αντώνης Μποσκοΐτης 14/09/2019 | 20:32

Είναι καλοκαίρι του 1994 και ο Ανδρέας Ταρνανάς, δάσκαλος στη σχολή κινηματογράφου της Χατζίκου, μας ειδοποιεί ότι χρειάζεται κάποιους από μας, από τους μαθητές του, για να παίξουν/εμφανιστούν σε μία μεγάλου μήκους κινηματογραφική ταινία. Άλλο που δεν θέλουμε, ειδικά οι πρωτοετείς, να δούμε δηλαδή από κοντά πως γυρίζεται μία ταινία επαγγελματικών προδιαγραφών με τα πάντα κανονικά: Πλήρες συνεργείο, τεχνικό εξοπλισμό και έναν σκηνοθέτη επικεφαλής. Η χαρά είναι διπλάσια όταν μαθαίνουμε πως σκηνοθέτης θα είναι ο ηθοποιός Τάκης Σπυριδάκης! Ο Σπυριδάκης! Ο Μπαλούρδος της «Λούφας και Παραλλαγής» του Περάκη, ο Ανδρέας της «Γλυκιάς συμμορίας» του Νικολαΐδη, ένας ηθοποιός κάπως σαν σύμβολο για τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο από τη δεκαετία του 1980 και μετά. 

Το γύρισμα δρομολογείται μια μέρα του Αυγούστου με καύσωνα μεσ' στο παλιό εργοστάσιο της Λένορμαν. Για τις ανάγκες της ταινίας, ένα μεγάλο μέρος του χώρου έχει μετατραπεί σε φυλακή, απ' όπου θα ξεκινήσει μια υποτιθέμενη εξέγερση των κρατούμενων. Κι εμείς, πολύ απλά, θα είμαστε οι κρατούμενοι. Ο Τάκης είναι από ώρα στο set, καθόλου αγχωμένος. Ίσα - ίσα που κάνει χαβαλέ με τα μέλη του συνεργείου, τους ηθοποιούς και τους κομπάρσους του. «Τι ωραία εικόνα για σκηνοθέτη» σκέφτομαι, όσο τον παρατηρώ που δείχνει να περνάει καλά. 

Τάκης Μόσχος - Τάκης Σπυριδάκης στα γυρίσματα της «Γλυκιάς συμμορίας» (1984) του Νίκου Νικολαΐδη

Τα φώτα ανάβουν. Και τι φώτα! Κάτι τεράστια ετζεμάι που σε κάνουν να λιώνεις μαζί με τη ζέστη της εποχής. Όταν βρίσκω το θράσος και ρωτάω τον Τάκη πόση ώρα θα διαρκέσει το γύρισμα, λες κι έχω κάτι καλύτερο να κάνω, εκείνος βάζει τα γέλια, εκεί που θα μπορούσε να με ξεχέσει πατώκορφα. «Αργά το βράδυ θα έχουμε τελειώσει» μου λέει. Η κατάσταση δυσχεραίνει όταν έρχεται η Σοφία Ζούμπερη, η ενδυματολόγος, κουβαλώντας με το επιτελείο της μαύρες σακούλες. Μας βάζουν όλους σε μια σειρά, ανοίγουν τις σακούλες και αρχίζουν να προβάρουν πάνω μας τα ρούχα για τη σκηνή. Δεν θες να φορούσες τέτοια ρούχα με καύσωνα έξω και τα ετζεμάι μέσα! Ήταν κάτι γιδοπροβιές που τις περνάγαμε απ' τα χέρια μας σαν γιλέκα, ενώ από κάτω φορούσαμε- αν θυμάμαι καλά τώρα- μαύρες αθλητικές φόρμες. Μου περνάει η σκέψη να την κάνω με ελαφρά...Απ' την άλλη, όμως, δεν θέλω να εκθέσω τον δάσκαλο μας και επίσης ξέρω πως όταν ξεκινήσει το γύρισμα κι ακούσω το φιλμ να ρολλάρει μεσ' στο σασί, θα τα ξεχάσω όλα.

Έλα όμως που το γύρισμα αργεί δραματικά να ξεκινήσει. Εμείς καθόμαστε ντυμένοι σαν τσοπάνηδες, καταϊδρωμένοι. Τα πλαστικά ποτηράκια με κρύο νερό, καφέδες και αναψυκτικά πλημμυρίζουν το χώρο. Σίγουρα θα χρειαστεί γερό σκούπισμα πριν ο Σπυριδάκης πει τη λέξη «Μοτέρ». Σε κάποια στιγμή, ο σκηνοθέτης με ξεχωρίζει από το σμάρι. «Εσύ θα είσαι ανεβασμένος πάνω σε ένα βαρέλι» μου λέει, «και θα δώσεις την εκκίνηση για την εξέγερση»! Ενθουσιασμένος για την αναβάθμιση μου, αφού απέκτησα και ρολάκι, τον ρωτάω πώς ακριβώς θα δώσω την εκκίνηση. «Φωνάζεις δυνατά;» με ρωτάει και μετά αρχίζει να μου εξηγεί: «Δεν θα κάνεις τίποτα ιδιαίτερο! Θα φωνάξεις απλά πολλές φορές τη λέξη ''Άκυρο''». Καλό μου ακούγεται αυτό! Πάω μόνος μου σε μια γωνιά κι αρχίζω να φωνάζω «Άκυρο» και ξανά «Άκυρο», σαν να φοβάμαι ότι θα ξεχάσω από το τρακ το ρόλο μου...

Πραγματικά η σκηνή γυρίστηκε αργά, μετά τις 9 - 10 το βράδυ, αλλά ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Είχε γίνει σημαντική προεργασία, ώστε προφανώς να μη χανόταν κι άλλος χρόνος. Τα πάντα ήταν έτοιμα κι εγώ ανεβασμένος πάνω σ' ένα μεγάλο βαρέλι και με τη μια γροθιά υψωμένη, παγωμένη στον αέρα, περίμενα ν' ακούσω το χτύπημα της κλακέτας για να φωνάξω «Άκυρο». Κι όταν το έκανα, έγινε το έλα να δεις! Φωτιές πετάγονταν, άνθρωποι έτρεχαν εδώ κι εκεί, ο Ταρνανάς - εξεγερμένος κι αυτός, κλοτσούσε ένα άλλο βαρέλι -, δυνατές φωνές ακούγονταν από παντού. Πωρώθηκα τόσο, συνεπαρμένος από την αληθοφάνεια του γυρίσματος, ώστε δεν το είπα μόνο μία φορά το «Άκυρο». Καθ' όλη τη διάρκεια της σκηνής, μέχρι ο Τάκης να πει το «Στοπ», είχα εισέλθει σε μία κατάσταση ομαδικού πανικού, φωνάζοντας ασταμάτητα «Άκυρο».

Ήταν μια πολύ δύσκολη σκηνή, σχεδόν υπερπαραγωγή για τα δικά μας δεδομένα, που δεν μπορώ αν θυμηθώ αν βγήκε μια κι έξω ή αν έγιναν κι άλλες λήψεις. Το μόνο που θυμάμαι καλά, πάντως, είναι που έπιασα τον Τάκη και τον ρώτησα τι είδε σε μένα και μ' έβαλε να κάνω τον...leader των εξεγερμένων. «Έχεις τα μακριά μαλλιά εσύ, ρε» μου απάντησε, πράγμα που με εξέπληξε, εφόσον πίστευα μέχρι εκείνη τη στιγμή πως περισσότερο έφερνα στον John Lennon παρά σε αγριεμένο φυλακόβιο. Τέλος πάντων, η σκηνή πήγε καλά, ο Τάκης ήταν ευχαριστημένος, σχεδόν πανευτυχής θα έλεγα, και απίστευτα cool.

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ: Ο Ταρνανάς, ο πάντα ανατρεπτικός δάσκαλος, είχε την ιδέα να μη βγάλουμε τις προβιές και να πάμε, έτσι όπως ήμασταν, για φαΐ στα παρακείμενα GOODY'S. Μερικοί μάλιστα είχαν και φυσεκλίκια περασμένα στη μέση τους...Το κάναμε! Όταν εισβάλλαμε στο ταχυφαγείο, το οποίο ήταν τίγκα στους νεολαίους και στις οικογένειες, οι άνθρωποι πετάχτηκαν απάνω! Άλλοι έκαναν τον σταυρό τους, άλλοι ήρθαν με άγριες διαθέσεις προς το μέρος μας, άλλοι πάλι είχαν ξεκαρδιστεί, γιατί κάτι θα κατάλαβαν. Κι εμείς σαν να μην τρέχει τίποτα, πλησιάσαμε στα ταμεία για να κάνουμε τις παραγγελίες μας. Στο ίδιο φαγάδικο ήρθαν λίγο αργότερα ο Σπυριδάκης με κάποια μέλη του συνεργείου του. «Δεν σας πιστεύω! Τι κάνετε εδώ, ρε τρελοκομεία;»...Να προσπαθεί να πνίξει τα γέλια του και ταυτόχρονα να δηλώνει τις ευχαριστίες του: «Σ' ευχαριστώ, Ανδρέα, για τη διαθεσιμότητα σου» έλεγε του Ταρνανά, «και για τα παιδιά που μου έφερες»...

Τα επόμενα χρόνια τον Σπυριδάκη τον συναντούσα περιστασιακά, πότε σε φιλικά σπίτια, πότε σε κάποιο γύρισμα, πότε στη «Ροζαλία» ή σε κάποιο καφέ στα Εξάρχεια. Φίλοι δεν γίναμε ποτέ, αλλά πάντα θυμόμασταν το γύρισμα της ταινίας του και, μάλιστα, όποτε ήταν και κάποιος άλλος παρών, με σύστηνε ως: «Αυτός εδώ είχε παίξει στην ταινία μου»...Αχ, ρε συ Τάκη...Η ταινία ονομάστηκε «Ο Κήπος του Θεού», χαρακτηρίστηκε «κοινωνική αλληγορική περιπέτεια» και, πέραν του Σπυριδάκη, που επίσης έπαιζε μέσα, και τον Βαγγέλη Μουρίκη, όλοι οι άλλοι ηθοποιοί δεν ήταν αυτό που λέμε «πρώτα ονόματα» για εκείνη την εποχή τουλάχιστον. Θυμάμαι πόσο είχα σκάσει που δεν κατάφερα να είμαι στην πρώτη προβολή της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Η ανταμοιβή ήταν μεγάλη, πάντως, σαν έμαθα πως σάρωσε τα βραβεία - πάνω από πέντε βραβεία και τιμητικές διακρίσεις είχε αποσπάσει «Ο Κήπος του Θεού»!

Το παράδοξο είναι πως η ταινία προβλήθηκε κάποια στιγμή από την κρατική τηλεόραση- στις αρχές του 2000 πρέπει να ήταν- όταν και την «έγραψα» σε κασέτα VHS. Κι εκεί κατάλαβα πως δεν πρέπει να παραμυθιάζεσαι με το κομπαρσιλίκι στο σινεμά. Τρόμαξα να μ' αναγνωρίσω, ίσα που φαινόμουν στη σκηνή, για την οποία κόντεψα τότε να βγάλω τη...μπέμπελη. Ήταν ότι πιο αστείο μου'χε συμβεί εκείνο το διάστημα! Κι όταν ξανάδα μετά από λίγο καιρό τον Τάκη, τον ρώτησα με κάθε χιουμοριστική διάθεση: «Καλά, ρε συ, γιατί ενώ μόνο εγώ είχα φωνάξει ''Άκυρο'', στη σκηνή ακούγονται να λένε ''Άκυρο'' και οι άλλοι;»...«Για να γινόταν πιο πιστευτό» μου απάντησε και βάλαμε πάλι τα γέλια.

Τελικά, δεν υπάρχει κανένα άλλο άκυρο εκτός απ' αυτού του θανάτου. Ο Τάκης Σπυριδάκης δεν είναι πια κοντά μας. Ξέραμε την τελευταία τριετία πως παλεύει με τον καρκίνο κι αυτός, αλλά θέλαμε να πιστεύουμε πως το θαύμα θα γίνει στην περίπτωση του και δεν θα τον κλάψουμε, όπως τον κλαίμε σήμερα. Αν ο θάνατος του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα πριν από μερικές μέρες σηματοδότησε το τέλος της νιότης στη σχέση μας με το ελληνικό τραγούδι, η απώλεια του Τάκη Σπυριδάκη σηματοδοτεί το τέλος της νιότης στην αντίστοιχη σχέση μας με το ελληνικό σινεμά. Και το λέω αυτό τώρα δίχως ίχνος υπερβολής, απλά διότι έτσι είναι.

Τα θερμά μου συλλυπητήρια στην οικογένεια του. Είναι μια απώλεια για όλους μας σήμερα, τους έχοντες και μη έχοντες σχέση με τον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Τάκης Σπυριδάκης «έφυγε» νέος, μόλις 61 ετών, πάνω στην ακμή μιας δεύτερης μεγάλης καριέρας στην τηλεόραση. Εκείνος τώρα ξεκουράζεται στον «Κήπο του Θεού» του κι εμείς μένουμε εδώ, πίσω, να τον θυμόμαστε και να τον περιέχουμε με ένα μειδίαμα πικρίας κάθε φορά που θα τον βλέπουμε ως Μπαλούρδο στη «Λούφα και Παραλλαγή». Και όχι μόνο...

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.