Newsroom

Newsroom

Ο ΣΥΝ, Ο Μητρόπουλος και το “ρήγμα” που κινδυνεύει να γίνει φράγμα

Τις τελευταίες βδομάδες γίναμε μάρτυρες ενός ιδιότυπου σκηνικού στους κόλπους της Συριζικής Αριστεράς που είχε τα χαρακτηριστά ριάλιτι σόου και…

mitropoulos

Τις τελευταίες βδομάδες γίναμε μάρτυρες ενός ιδιότυπου σκηνικού στους κόλπους της Συριζικής Αριστεράς που είχε τα χαρακτηριστά ριάλιτι σόου και αφορούσε την αναζήτηση προσώπου για τη θέση του υποψήφιου περιφερειάρχη Αττικής στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές. Το ριάλιτι αυτό που θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί “The Candidate” [1] είχε όλες τις προϋποθέσεις (ίντριγκες, ανατροπές, αγωνία κ.λπ.) για να γίνει μεγάλη επιτυχία, όπως και έγινε καθώς σε μεγάλο βαθμό, όλο το προηγούμενο διάστημα ο χώρος αυτός ασχολούνταν αποκλειστικά με αυτή την υπόθεση, ενώ είχαν πάρει φωτιά και τα διάφορα επίσημα ή ανεπίσημα (μπλόγκς) μήντια που αναφέρονται στη συγκεκριμένη αριστερά. Το ριάλιτι τελικά έληξε άσχημα καθώς δεν κατέστη δυνατό να υπάρξει μία κοινώς αποδεκτή υποψηφιότητα και ο χώρος βγήκε τριχοτομημένος, με το ένα τμήμα να στηρίζει την υποψηφιότητα του Αλέξη Μητρόπουλου, ένα άλλο αυτή του Αλαβάνου, ενώ ένα τρίτο καμία από τις δύο.

Αν και η διαδικασία που οδήγησε σε αυτή την κατάληξη είναι από μόνη της ενδεικτική για την κατάσταση και τις αδυναμίες αυτού του χώρου και χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης, στο παρόν κείμενο θα επικεντρωθούμε στα πολιτικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για να αιτιολογηθεί η υποψηφιότητα του, πρώην πλέον, στελέχους του ΠΑΣΟΚ Α. Μητρόπουλου καθώς είναι χαρακτηριστικά της σύγχυσης που διακρίνει τη συγκεκριμένη Αριστερά αναφορικά με τη νέα συγκυρία που διαμορφώνει το Μνημόνιο, τη φύση του ΠΑΣΟΚ αλλά και τις προϋποθέσεις διεμβολισμού του από την Αριστερά στην κατεύθυνση της ρήξης με την κυβερνητική πολιτική.

Οι λόγοι που επικαλούνται όσοι υποστηρίζουν την υποψηφιότητα του Μητρόπουλου είναι πως αποτελεί μία αριστερή διαφοροποίηση ενός στελεχικού δυναμικού του ΠΑΣΟΚ, στην κατεύθυνση απόρριψης του Μνημονίου, που έχει τη δυνατότητα λόγω της υψηλής δημοσιότητας και δημοφιλίας του συγκεκριμένου προσώπου, να καταγράψει ένα υψηλό ποσοστό στις εκλογές, που θα σηματοδοτεί μία σοβαρή απονομιμοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής. Ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις πρόκλησης ενός ρήγματος στο ΠΑΣΟΚ, δίνοντας τη δυνατότητα στην Αριστερά να συνευρεθεί με σημαντικό τμήμα του μηχανισμού και της βάσης του κόμματος αυτού, για πρώτη φορά μετά τη ρήξη που σημειώθηκε το 1989 ανάμεσα στους δύο χώρους. Με αυτό το σκεπτικό η επιλογή αυτή εμφανίζεται ως η μόνη ικανή να δημιουργήσει ουσιαστικά αναχώματα στην κυβέρνηση και η μη αποδοχή της δεν αναδεικνύει παρά τα σεχταριστικά αντανακλαστικά μεγάλου μέρους της Αριστεράς.

Η λογική αυτή εμφανίζει ομολογουμένως μία εσωτερική συνοχή, στηρίζεται όμως σε ορισμένες υποθέσεις οι οποίες ελέγχονται για τη βασιμότητα τους στη συγκεκριμένη περίοδο. Η πρώτη υπόθεση είναι πως η βασική μαζική διαχωριστική γραμμή της περιόδου είναι η αποδοχή ή απόρριψη του μνημονίου. Στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης μπορεί να συγκροτηθεί μία πλατιά πολιτική συμμαχία στη βάση και μόνο απόρριψης του Μνημονίου. Όποιος διεκδικεί περισσότερες προϋποθέσεις για μία τέτοια συμμαχία δεν είναι παρά σεχταριστής, αθεράπευτος φετιχιστής του “πλαισίου”. Η δεύτερη υπόθεση αφορά τη θέση που θέλει την Αριστερά να μπορεί να βρεθεί και να προσεταιρισθεί τον κόσμο – ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ με τη στήριξη υποψηφίων προερχόμενων από τον κομματικό μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ, που διαφωνούν με το μνημόνιο. Η άποψη αυτή δέχεται πως υπάρχει ένα τέτοιο τμήμα του μηχανισμού που διατηρεί οργανικές σχέσεις με τους ψηφοφόρους και άρα η συνεργασία μαζί του θα δώσει πρόσβαση στην Αριστερά σε αυτούς τους ψηφοφόρους. Τέλος η τρίτη υπόθεση θέλει τον Μητρόπουλο και τα στελέχη από το ΠΑΣΟΚ (τις λεγόμενες πασοκογεννείς δυνάμεις) που τον στηρίζουν να είναι τα κατάλληλα πρόσωπα για να υπηρετήσουν την παραπάνω στρατηγική “ρηγμάτωσης” του ΠΑΣΟΚ, παρά τις “ιδιαιτερότητες” που τους χαρακτηρίζουν. Ας διερευνήσουμε περισσότερο τη βασιμότητα αυτών των υποθέσεων.

Το μνημόνιο και η μαζική διαχωριστική γραμμή

Για να απαντήσουμε στο κατά πόσο η απόρριψη του μνημονίου συνιστά τη μαζική διαχωριστική γραμμή πάνω στην οποία η Αριστερά οφείλει στη νέα περίοδο να διεκδικήσει να συγκροτήσει πολιτικές συμμαχίες (τονίζουμε το πολιτικές σκόπιμα σε αντιδιαστολή με το κοινωνικές), θα πρέπει πρώτα να επισημάνουμε ορισμένα στοιχεία για το χαρακτήρα της κρίσης και των πολιτικών που εφαρμόζονται, καθώς αποτελούν το πλαίσιο και τα όρια των δυναμικών των όποιων εναλλακτικών διεκδικούν να αντικαταστήσουν την κυβερνητική πολιτική. Η τρέχουσα κρίση του ελληνικού καπιταλισμού δεν αφορά μία προσωρινή εμπλοκή ή κάποιες δυσλειτουργίες ενός κατά τα άλλα λειτουργικού μοντέλου συσσώρευσης. Πρόκειται αντίθετα για μία συστημική κρίση που αναδεικνύει πως το μέχρι τώρα αρκετά επιτυχημένο από καπιταλιστικής σκοπιάς, πρότυπο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, έχει εξαντλήσει τη δυναμική του. Η έξοδος από την κρίση στο δεδομένο πλαίσιο διεθνών συσχετισμών (ΟΝΕ και Ε.Ε.) προϋποθέτει τη μαζική εκκαθάριση του συστήματος από τα μη παραγωγικά κεφάλαια, τη μαζική υποβάθμιση-πτώχευση της εργασίας με στόχο την αποκατάσταση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού. Όλα αυτά σηματοδοτούν τη διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου της μεταπολίτευσης, πάνω στο οποίο η αστική τάξη οικοδόμησε την ηγεμονία της. Περιττό να σημειωθεί πως οι πολιτικές αυτές δεν απορρέουν από κάποια “ιδεολογική” εμμονή της κυβέρνησης Παπανδρέου και του αστικού μπλοκ εξουσίας, στην κατεύθυνση της αφαίρεσης των εργατικών κεκτημένων όπως προστάζει η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία. Είναι απολύτως απαραίτητες για να ξανασταθεί ο ελληνικός καπιταλισμός στα πόδια του και για αυτό δεν τίθενται σε διαπραγμάτευση. Έτσι εξηγείται η ενότητα και η ομοψυχία σύσσωμου του αστικού πολιτικού προσωπικού και κομμάτων άλλα και των ιδεολογικών μηχανισμών στην υλοποίηση τους, η αδιαλλαξία της κυβέρνησης παρά το πολιτικό κόστος. Η εχθρότητα που άγγιξε τα όρια της συνταγματικής εκτροπής που συνάντησαν όσες δυνάμεις, έστω και συμβολικά, προσπάθησαν να σπάσουν τη προσπάθεια διαμόρφωσης συναίνεσης (βλέπε ΚΚΕ τον Μάιο).

Η παραπάνω ανάλυση καθιστά σαφές πως βιώνουμε μία δραματική αλλαγή στους όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης, σε σχέση με την περίοδο πριν τη χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας. Στην προηγούμενη συγκυρία, της δυναμικής ανάπτυξης του συστήματος, η αστική ηγεμονία ήταν πρακτικά αδιαμφισβήτητη. Το σύστημα υπόσχονταν και ως ένα ορισμένο βαθμό προσέφερε δυνατότητες ενσωμάτωσης, στην πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων. Η Αριστερά και το όποιο κίνημα περιορίστηκαν στη διεκδίκηση μεγαλύτερου μέρους μία όλο και διευρυνόμενης πίτας, για λογαριασμό των εργαζομένων. Είτε στη μετριοπαθή-ρεφορμιστική της εκδοχή μέσω τακτικών θεσμικής προώθησης και προτάσεων, είτε στην αντικαπιταλιστική της εκδοχή μέσω πιο μαχητικών, διεκδικητικών πρακτικών. Αυτό διαμόρφωνε ένα σχετικά σταθερό πλαίσιο δράσης και συμμαχιών για την Αριστερά. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αναδεικνύει και να προωθεί τα διάφορα λαϊκά και εργατικά αιτήματα, γεγονός που αρκούσε να της προσφέρει συγκεκριμένα κοινωνικά ακροατήρια και πολιτικό ρόλο, ως του διαμεσολαβητή κοινωνικών συμφερόντων στο σύστημα εξουσίας και το κράτος, είτε θεσμικά, είτε μαχητικά. Στη νέα συνθήκη όμως που διαμορφώνει η χρεοκοπία και το μνημόνιο αυτή η δυνατότητα δεν υφίσταται πλέον. Το παραμικρό αίτημα της όποιας λαϊκής ομάδας συναντά την κατηγορηματική άρνηση του κράτους και της κυβέρνησης καθώς δοκιμάζει τα όρια αντοχής του συστήματος. Από αυτή την άποψη η Αριστερά δεν μπορεί να συνεχίσει να πολιτεύεται όπως πριν, ως το μεγάφωνο των λαϊκών και εργατικών αιτημάτων προς το κράτος. Εάν θέλει να είναι συνεπής υποστηρικτής αυτών των αιτημάτων πρέπει να τα εντάξει σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, που να είναι σε θέση να τα υλοποιήσει στην παρούσα συγκυρία της δομικής κρίσης. Χρειάζεται λοιπόν η Αριστερά να παρουσιάσει μία πειστική και συνολική αφήγηση που θα μπορεί να απαντήσει στα εκβιαστικά διλήμματα που βάζει η κυβέρνηση και το κράτος.

Μέχρι στιγμής μόνο η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της εμφανίζουν ένα συνεκτικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της κρίσης, το οποίο βέβαια σηματοδοτεί τεράστιες θυσίες από τη μεριά των εργαζομένων. Ο κόσμος έχει κατανοήσει το βάθος του προβλήματος, με αποτέλεσμα να αποδέχεται ως αναγκαίο κακό τις πολιτικές της κυβέρνησης, παρόλο που δυσφορεί με τις συνέπειες τους. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη αγώνων ενάντια σε αυτές τις πολιτικές, είναι η διαμόρφωση μίας πειστικής εναλλακτικής για την οποία αξίζει κάποιος να συγκρουστεί και να επωμιστεί το κόστος αυτής της σύγκρουσης. Από αυτή την άποψη η απλή απόρριψη του μνημονίου, η άρνηση χωρίς κατάφαση δεν είναι αρκετή διότι δεν είναι πειστική. Η άρνηση των πολιτικών που προβλέπει η συμφωνία με την τρόικα εάν δεν συνοδεύεται από πειστικές απαντήσεις στα ζητήματα της αντιμετώπισης της χρεοκοπίας, η οποία εμφανίζεται ως συντριβή για τους μισθούς και τις συντάξεις, για το ρόλο του ευρώ που παρουσιάζεται ως αντικειμενικά θετικό για τα λαϊκά συμφέροντα, την αμφισβήτηση των ενιαίων συμφερόντων στα πλαίσια της “εθνικής” οικονομίας κ.λπ., δεν μπορεί να συμβάλει στην απεμπλοκή πλατιών εργατικών στρωμάτων από την αστική ηγεμονία. Είναι απολύτως απαραίτητο για την Αριστερά να καταλήξει σύντομα για αυτά τα ζητήματα, αλλιώς κινδυνεύει να τεθεί εκτός συγκυρίας. Η προώθηση προσώπων όπως ο Μητρόπουλος που απορρίπτουν το μνημόνιο στα πλαίσια μίας στρατηγικής πίεσης της κυβέρνησης να αλλάξει πολιτική και να επανέλθει στις προεκλογικές της εξαγγελίες[2], στο βαθμό που δεν καταθέτει ένα πρόγραμμα απάντησης στα πολύ υπαρκτά προβλήματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν οι κυβερνητικές πολιτικές, μπορεί να καταγράψει εκλογικά μία δυσαρέσκεια στις αυτές πολιτικές. Με κόστος όμως τη δημιουργία σύγχυσης τόσο στους κόλπους της Αριστεράς, όσο και ευρύτερα στην κοινωνία, για τον τρόπο και τις προϋποθέσεις αντιμετώπισης της κρίσης σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Τους απαραίτητους όρους για το ξεδίπλωμα αγώνων που θα είναι σε θέση να εμποδίσουν την κατεδάφιση των εργατικών δικαιωμάτων. Η όποια εκλογική επιτυχία σε αυτά τα πλαίσια, δεν θα συνιστά παρά ένα επικοινωνιακό συμβάν, εύκολα διαχειρίσιμο από την κυβέρνηση (την επομένη των εκλογών θα εξαφανιστεί από τη δημόσια συζήτηση), που θα λειτουργεί παρηγορητικά αλλά και εκτονωτικά για το κόσμο, καθώς του δόθηκε η ευκαιρία να εκφράσει τη δυσαρέσκεια του. Διευκολύνεται έτσι η νομιμοποίηση του συστήματος, καθώς επιτρέπει την εκδήλωση της δυσαρέσκειας, χωρίς βέβαια να επιφέρει καμία ουσιαστική αλλαγή στην εφαρμοσμένη πολιτική. Όσοι επιμένουν να τονίζουν τη σπουδαιότητα μίας αντικυβερνητικής εκλογικής καταγραφής, με αυτούς τους όρους, παραγνωρίζουν αυτή την ιδιότυπη λειτουργία επιβεβαίωσης της αστική ηγεμονίας που επιτελεί το εκλογικό σύστημα. Ακριβώς στα πλαίσια αυτής της λειτουργίας, γινόμαστε μάρτυρες τις τελευταίες μέρες μίας αντιμνημονιακής πλειοδοσίας από όλους σχεδόν του υποψηφίους, ακόμη και του ΠΑΣΟΚ. Έτσι ο Μητρόπουλος έχει να ανταγωνιστεί με πολλούς για την αντιμνημονιακή ψήφο και οι διαφορές μεταξύ τους καθίστανται εξαιρετικά δυσδιάκριτες.

Τα παραπάνω δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως υποβάθμιση της αναγκαιότητας να καταγραφεί και στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές μία σαφής αντικυβερνητική αποδοκιμασία. Μία τέτοια συνθήκη θα επέτεινε το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης και θα διαμόρφωνε εν δυνάμει καλύτερους όρους ξεδιπλώματος των αγώνων. Ωστόσο αυτό δεν μπορεί να επιδιώκεται με κόστος την αδυναμία της Αριστεράς να διατηρήσει τη συνοχή της και να παρουσιάσει μία συνεπή και συνολική αντιπρόταση απέναντι στο μνημόνιο. Είναι τραγελαφικό για ένα χώρο να διεκδικεί συμμαχίες με άλλους χώρους, χωρίς πρώτα να έχει εξασφαλίσει την ενότητα του δικού του στρατοπέδου. Και χωρίς μία ξεκάθαρη λογική για το τι αποσκοπεί από την εν λόγω συμμαχία. Δεν αναδεικνύει παρά την αναγωγή της τακτικής σε στρατηγική (συμμαχία με κάθε κόστος) και είναι συνταγή υποταγής στους επίδοξους συμμάχους και όχι διεκδίκησης της ηγεμονίας στα πλαίσια της συμμαχίας. Σε αυτό το σημείο καλό είναι να θυμηθούμε τη συμβουλή του Λένιν στην αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας που μετέπειτα συγκρότησε το ΚΚΙ, το 1919, αναφορικά με την αντιμετώπιση της δεξιάς πτέρυγας:

“Διασπαστείτε από τον Τουράτι (ηγέτη της δεξιάς) για να μπορείτε να ενωθείτε με τον Τουράτι”.

Εξηγώντας πως προτού διεκδικήσει η Αριστερά την τακτική συμμαχία με τη Δεξιά του ΣΚΙ, πρέπει πρώτα να έχει ξεκαθαρίσει ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά μαζί της. Εάν λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε θέση να καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα απάντησης στην κρίση, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη συνοχή του, θα μπορούσε να διεκδικήσει και την τακτική, εκλογική συμμαχία ακόμη και με στελέχη που διαφοροποιούνται από το ΠΑΣΟΚ. Μόνο τότε τέτοιου τύπου κινήσεις θα μπορούσαν να αποφέρουν κέρδος, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τους κινδύνους.

Το ρήγμα στο ΠΑΣΟΚ

Η δεύτερη στόχευση που υποτίθεται πως εξυπηρετεί η υποψηφιότητα Μητρόπουλου, είναι αυτή της “ρηγμάτωσης” του ΠΑΣΟΚ. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, οι πολιτικές του μνημονίου διαμορφώνουν για πρώτη φορά, από το 1985, τις προϋποθέσεις για ένα ρήγμα στο ΠΑΣΟΚ, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται η δυνατότητα στην Αριστερά να συνευρεθεί με προνομιακούς όρους, με ένα σημαντικό τμήμα της βάσης και των ψηφοφόρων αυτού του κόμματος. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η Αριστερά πρέπει να συμμαχήσει και να ενθαρρύνει τμήματα του κομματικού μηχανισμού που διαφοροποιούνται με την κυβερνητική πολιτική. Μέσω αυτών των στελεχών θα μπορέσει να απευθυνθεί στη μεγάλη δεξαμενή των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, αυτή η λογική παραγνωρίζει τις δραματικές αλλαγές που επέφερε η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στη σοσιαλδημοκρατία, τόσο στη σχέση της με την κοινωνική της βάση όσο και στη φύση του ίδιου του κομματικού της μηχανισμού.

Λόγω περιορισμών χώρου δεν θα κάνουμε μία εκτεταμένη ανάλυση της σοσιαλφιλελεύθερης μετάλλαξης της σοσιαλδημοκρατίας εδώ. Αξίζει όμως να επισημάνουμε πως η επί σχεδόν 3 δεκαετίες οργάνωση και επιβολή του νεοφιλελευθερισμού από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα έφερε σε επανειλημμένη σύγκρουση με τη παραδοσιακή κοινωνική τους βάση, τα πλατιά εργατικά και λαϊκά στρώματα. Προκειμένου να περιφρουρήσουν την νεοφιλελεύθερη στρατηγική από τις αντιδράσεις, τα κόμματα αυτά γνώρισαν ριζικές αλλαγές στη δομή και τη στελέχωσή τους. Η οργανική σχέση που διατηρούσαν με την κοινωνική βάση τους, μέσω ισχυρών οργανωτικών δεσμών, ως μαζικά κόμματα καταστράφηκε και μετασχηματίστηκε σε σχέση καθαρά εκλογικής εκπροσώπησης με τη διαμεσολάβηση των μήντια (μερική εξαίρεση αποτελούν τα συνδικάτα). Από αυτή την άποψη λειτουργούν περισσότερο ως τόπος-θέση στο αστικό πολιτικό σύστημα, διαμέσου της οποίας συγκεκριμένες κοινωνικές μερίδες αποκτούν πρόσβαση, έστω και στρεβλή, στην κυβερνητική εξουσία και το κράτος. Αυτό είχε ως συνέπεια η κομματική βάση να συρρικνωθεί, οι κομματικές διαδικασίας να περιοριστούν στο ελάχιστο της εκλογικής αντιπροσώπων για το συνέδριο κάθε 4 χρόνια. Ο κομματικός μηχανισμός συγχωνεύτηκε με το κράτος και τα μέλη του και στελέχη του να περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις διάφορες κρατικές γραφειοκρατίες (κεντρική κυβέρνηση, δήμοι, ΔΕΚΟ, συνδικαλιστική γραφειοκρατία). Η συγκολλητική ουσία αυτού του μηχανισμού δεν είναι μία ορισμένη ιδεολογική κοινότητα αλλά τα πολύ υλικά συμφέροντα που απορρέουν από την κατάληψη και διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας. Έτσι εξηγείται η διατήρηση της συνοχής του κομματικού μηχανισμού όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις αντιδράσεις, ακόμη και σήμερα, την εποχή του ΔΝΤ. Η οργανωτική συρρίκνωση, η κρατικοποίηση και η εξαφάνιση της όποια δημοκρατίας προκειμένου να περιφρουρηθούν οι νεοφιλελεύθερες επιλογές, είχαν ως συνέπεια την αδυναμία διαμόρφωσης στο εσωτερικό τους μαζικών αριστερών τάσεων και αντιπολιτεύσεων. Η όποια κριτική στις επιλογές της ηγεσίας μπορούσε να γίνει μόνο έξω από αυτά τα κόμματα και όχι εντός τους. Αυτή είναι η αιτία που άτομα όπως ο Λαφοντάιν στη Γερμανία ή ο Μελανσόν στη Γαλλία, που διαφώνησαν με τη νεοφιλελεύθερη στροφή, συγκρότησαν νέους πολιτικούς σχηματισμούς στη βάση του παραδοσιακού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος που εγκατέλειψε η επίσημη σοσιαλδημοκρατία.

Στα πλαίσια της παραπάνω ανάλυσης καθίσταται σαφές πως δεν υπάρχει κάποιο τμήμα του μηχανισμού αυτή τη στιγμή στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που να είναι σε θέση να προσφέρει μία προνομιακή σχέση, πολιτική ή και εκλογική, με μαζικά τμήματα των ψηφοφόρων αυτών των κομμάτων. Η απεύθυνση σε αυτούς τους ανθρώπους, από τη μεριά της Αριστεράς, δεν μπορεί παρά να γίνει στη βάση της μακροπρόθεσμης πολιτικής συγκρότησης με άξονα ένα πολιτικό πρόγραμμα που αναδεικνύει τα ταξικά τους συμφέροντα και που έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τις κυβερνητικές πολιτικές και τα κόμματα που τις στηρίζουν. Δεν υπάρχει η δυνατότητα για την Αριστερά να “κόψει δρόμο” και να αποφύγει το μακρύ και δύσβατο μονοπάτι διαμόρφωσης ενός κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ δυνάμεων, μέσα από τον προσεταιρισμό μίας δήθεν συγκροτημένης πασοκικής βάσης που θα της προσφέρουν κάποια δυσαρεστημένα στελέχη του μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ. Το ζήτημα δεν είναι εάν η Αριστερά πρέπει να διεκδικεί να κερδίσει κόσμο που ψήφιζε ΠΑΣΟΚ, αλλά σε ποια πολιτική βάση και με ποιο σκοπό. Η συνεύρεση της Αριστεράς με τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την εκ νέου πολιτική και οργανωτική τους συγκρότηση, στα πλαίσια των αγώνων που έχουμε μπροστά μας για την υπεράσπιση των εργατικών κατακτήσεων και θα γίνει στη βάση της επαναπολιτικοποίησης αυτού του κόσμου, μετά την αποπολιτικοποίηση και την ιδιώτευση που τον οδήγησε η δεξιά μετατόπιση και ο εκφυλισμός της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και η υποχώρηση του κινήματος. Εάν προκειμένου να καταφέρει αυτή την περιβόητη συνάντηση η Αριστερά, καλείται να γίνει το “πραγματικό” ΠΑΣΟΚ στη θέση του μεταλλαγμένου ΠΑΣΟΚ, τότε τα ίχνη που θα αφήσει στην ταξική πάλη είναι αυτά που αφήνει το… κυβερνών ΠΑΣΟΚ. Στα παραπάνω που αφορούν ορισμένες γενικές παρατηρήσεις για τη μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας θα πρέπει να προσθέσουμε κάποιες σημαντικές ιδιαιτερότητες που αφορούν ειδικά το ΠΑΣΟΚ και σχετίζονται με το πελατειακό σύστημα και τη διαφθορά και αγγίζουν και τον Μητρόπουλο και τις “πασοκογενείς” δυνάμεις που τον στηρίζουν.

Οι ιδιαιτερότητες του Μητρόπουλου

Σημαντικό μέρος των ενστάσεων που συνόδευσαν την υποψηφιότητα του Μητρόπουλου και τη συνεργασία με τις προερχόμενες από το ΠΑΣΟΚ δυνάμεις που τον στηρίζουν, αφορούσε την οργανική συμμετοχή αυτών των στελεχών στον κομματικό και κρατικό μηχανισμό όλα τα προηγούμενα χρόνια, το γεγονός πως υπήρξαν τμήμα του δικτύου πελατειακών σχέσεων που οικοδόμησε το κόμμα αυτό ή ότι εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους για υλικό όφελος.[3] Η απάντηση που έδωσαν ορισμένοι σε αυτές τις ενστάσεις μας εξέπληξαν ιδιαίτερα αρνητικά[4]. Σύμφωνα με αυτή τη λογική είναι μάταιο να αναζητούνται στελέχη του ΠΑΣΟΚ χωρίς “σκιές” για συνεργασία, γιατί τέτοια δεν υπάρχουν. Και πως αυτό μόνο ως πρόσχημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μη συναντηθεί ποτέ η Αριστερά με τους διαφωνούντες του κόμματος αυτού, κάτι που είναι ένα από τα βασικά επίδικα της περιόδου. Ομολογουμένως μας σόκαρε αυτός ο αξιακός σχετικισμός και ο πολιτικός μακιαβελισμός από δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς καθώς είμαστε, της μάλλον ξεπερασμένης άποψης πως η Αριστερά θα πρέπει να προεικονίζει στη λειτουργία και τη δράση της στοιχεία της άλλης κοινωνίας την οποία επαγγέλλεται και διεκδικεί. Ωστόσο στο σημείο αυτό θέλουμε να επιμείνουμε στην κεντρική πολιτική σημασία που έχουν στη σημερινή συγκυρία τα ζητήματα του πελατειακού κράτους και της διαφθοράς, ώστε να καθιστούν προβληματική αυτή την τοποθέτηση και από καθαρά εργαλειακή-χρησιμοθηρική σκοπιά.

Μία από τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι το λεγόμενο πελατειακό κράτος και η εκτεταμένη διαφθορά. Τα φαινόμενα αυτά δεν περιορίζονται μόνο στο κόμμα αυτό αλλά υποτίθεται πως διαπερνούν όλη την ελληνική κοινωνία. Είναι όμως γενικά παραδεκτό πως το ΠΑΣΟΚ ευθύνεται για τη γιγάντωση τους. Σε αντίθεση με αναλύσεις του συρμού που εντοπίζουν τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις στο πολιτισμικό DNA των Ελλήνων καλό είναι να θυμηθούμε ορισμένα βασικά συμπεράσματα της μαρξικής παράδοσης για το κράτος, τα κόμματα και τη σχέση τους με τις κοινωνικές τάξεις. Το κράτος λοιπόν είναι η συμπύκνωση ταξικών αντιθέσεων και η αποκρυστάλλωση ενός ορισμένου ιστορικού συσχετισμού δυνάμεων. Η ταξική πάλη το διαπερνά οριζόντια με αποτέλεσμα οι υποτελείς τάξεις να δύνανται να κατοχυρώσουν “θέσεις” μέσα σε αυτό που να αντανακλούν τα συμφέροντα τους, μέχρι του σημείου βέβαια που δεν αμφισβητούνται οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προέκυψε το κοινωνικό κράτος μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Ωστόσο στην Ελλάδα η δημιουργία του κοινωνικού κράτους συντελεσθεί πολύ αργά, τη δεκαετία του 80 και ήταν εξαρχής περιορισμένη. Ποτέ ο ελληνικός καπιταλισμός δεν παραχώρησε ένα ευρωπαϊκού επιπέδου κοινωνικό κράτος και αυτό είναι δείγμα της σχετικής αδυναμίας του ελληνικού εργατικού κινήματος, που προέκυψε από την ιστορική ήττα του εμφυλίου. Ήττα που μόνο μερικά αντέστρεψε η κινηματική ανάταση της μεταπολίτευσης. Το κενό λοιπόν που άφησε η ατελής συγκρότηση του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα ήρθε να το καλύψει το πελατειακό σύστημα και η διαφθορά. Πατώντας πάνω βέβαια σε προηγούμενες μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης πάνω στις οποίες δομούνταν τα πολιτικά κόμματα, μέχρι τη μεταπολίτευση όπου και μετασχηματίζονται σε μαζικά κόμματα δυτικού τύπου. Οι πελατειακές σχέσεις και αυτό που καταγράφηκε ως γενικευμένη διαφθορά ήταν ο τρόπος που προσέφερε το σύστημα σε τμήματα των υποτελών τάξεων, να ικανοποιήσουν συγκεκριμένες ανάγκες και συμφέροντα που το λειψό κοινωνικό κράτος αδυνατούσε να εξυπηρετήσει. Παράγοντας ταυτόχρονα κοινωνική εκτόνωση και πολιτική νομιμοποίηση.

Ωστόσο αυτή η συνθήκη δεν υπήρξε ουδέτερη, με την έννοια πως και οι υποτελείς τάξεις “βολεύονταν” και οι κυρίαρχες οικοδομούσαν συναίνεση που εξασφάλιζε την κοινωνική ειρήνη. Πρόκειται για μία βαθιά αντιδραστική κατάσταση για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Οι πελατειακές σχέσεις και η εκτεταμένη διαφθορά μπορεί να έδιναν τη δυνατότητα σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και προνόμια, το κόστος όμως ήταν η πολιτική απαλλοτρίωση, η οργανωτική αποδιάρθρωση και η ενσωμάτωση. Μέσα από τις διαδικασίες του συλλογικού και του ατομικού μεταμορφισμού που περιγράφει ο Γκράμσι, οι κυρίαρχες τάξεις ενσωματώνουν τμήματα της πρωτοπορίας και την ηγεσία των υποτελών τάξεων με αποτέλεσμα να τις αποδιαρθρώνουν και να εμποδίζουν τη συγκρότηση τους σε ανταγωνιστικά συλλογικά πολιτικά υποκείμενα. Οι πελατειακές σχέσεις και η διαφθορά επιτελούν ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Έτσι στην περίπτωση της Ελλάδας, η ανεξάρτητη συλλογική διεκδίκηση από τη μεριά των εργαζομένων και άλλων λαϊκών στρωμάτων έχασε έδαφος υπέρ διαδικασιών ατομικής διαπραγμάτευσης και πολιτικής υπαγωγής στους εκάστοτε κυβερνώντες. Για όλους αυτούς τους λόγους η Αριστερά δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια μπροστά σε τέτοια φαινόμενα, πόσο μάλλον να στηρίζει και να αναδεικνύει πρόσωπα που ήταν οργανικό τμήμα αυτού του συστήματος και να τα εμφανίζει ως πρωταθλητές των λαϊκών συμφερόντων, για πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη. Η θέση της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι αξιωματικά και στην καθημερινή πρακτική της, ανταγωνιστική απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις και σε πρόσωπα που τις εξέθρεψαν και τις στηρίζουν.

Στη συγκυρία της κρίσης που διανύουμε και που η αστική τάξη επαναδιαπραγματεύεται του όρους του κοινωνικού συμβολαίου σε βάρος της εργασίας, μπαίνουν στο στόχαστρο και οι πελατειακές σχέσεις και η διαφθορά. Όχι όμως από τη σκοπιά της αντικατάστασης τους με ένα βελτιωμένο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που θα προσφέρει άμεσα και ισότιμα υπηρεσίες σε όσους τις χρειάζονται. Αλλά ως προσπάθεια συμπίεσης των λαϊκών διεκδικήσεων, με το ψαλίδισμα τόσο των επίσημων καναλιών ικανοποίησης τους (κοινωνικές υπηρεσίες κλπ), όσο και των “ανεπίσημων” (πελατειακές σχέσεις, προνομιακή πρόσβαση στο κράτος κ.λπ.). Η καμπάνια που έχει εξαπολυθεί του τελευταίους μήνες από την κυβέρνηση και τα κανάλια δεν έχει να κάνει με κάποια κάθαρση του δημοσίου από τη διαφθορά. Αντίθετα στοχεύει στη νομιμοποίηση της περιοριστικής πολιτικής μέσα από τη δημιουργία αισθημάτων συλλογικής ευθύνης (όλοι κάποια στιγμή αξιοποιήσαμε το πελατειακό σύστημα, άρα είμαστε υπεύθυνοι για τη χρεοκοπία), τη στοχοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων για το υπερχρεωμένο δημόσιο και τις ελλιπείς υπηρεσίες και την κινητοποίηση εκείνων των τμημάτων του πληθυσμού που ήταν αποκομμένα από αυτό το σύστημα, ενάντια σε αυτούς που η κυβέρνηση θέλει να χτυπήσει και βαφτίζει συντεχνίες. Με τη προπαγάνδα περί κάθαρσης η κυβέρνηση διεκδικεί να αναδιοργανώσει την αστική ηγεμονία σε δεξιά κατεύθυνση, σε βάρος της εργασίας. Έτσι η Αριστερά κινδυνεύει να βρεθεί στο καναβάτσο εάν δεν κατανοήσει τον κεντρικό ρόλο που παίζει η “αφήγηση” περί διαφθοράς στην τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση και στοιχηθεί πίσω από πρόσωπα που είναι ευάλωτα σε τέτοιες κριτικές. Αξίζει εδώ να υπενθυμίσουμε τις περιπτώσεις χωρών που βίωσαν αντίστοιχη κρίση με αυτή της Ελλάδας και τις συνέπειες που είχε αυτή στο πολιτικό προσωπικό τους. Η εμπειρία δείχνει πως η κρίση ξέβρασε όλο το προηγούμενο προσωπικό που είχε ταυτισθεί με τη διαφθορά και ανέδειξε νέα πρόσωπα ή πολιτικούς σχηματισμούς οι οποίοι δεν ήταν μέρος του πολιτικού κατεστημένου που δημιούργησε την κρίση (Βενεζουέλα, Βολιβία, Εκουαδόρ κλπ).

Επίλογος

Ανακεφαλαιώνοντας, η επιλογή Μητρόπουλου από το Συνασπισμό για την περιφέρεια Αττικής δεν υπηρετεί κανέναν από τους στόχους που διεκδικούν οι απολογητές της. Θυσιάζει την αναγκαιότητα διαμόρφωσης ενός συνεκτικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος απέναντι στην κρίση, που είναι το μόνο που μπορεί να αντιπαρατεθεί με τα εκβιαστικά διλήμματα της κυβέρνησης, διχάζει το στρατόπεδο της Αριστεράς. Ενώ σε καμία περίπτωση δεν διαμορφώνει όρους “συνάντησης” της Αριστεράς με τη σοσιαλδημοκρατική βάση. Τέτοια βάση, όπως τη φαντασιώνονται αυτοί οι σύντροφοι δεν υπάρχει και σίγουρα δεν θα τη συγκροτήσει ο Μητρόπουλος και οι συν αυτώ, που αποτέλεσαν για χρόνια οργανικό στοιχείο του κομματικού και κρατικού μηχανισμού. Θυμίζουμε πως ο Λαφονταίν, όταν διαφώνησε με τις επιλογές της κομματικής ηγεσίας στην πρώτη κυβέρνηση Σρέντερ το 1997, αμέσως διαχώρισε τη θέση του και παραιτήθηκε, δεν διατέλεσε επί χρόνια στέλεχος κυβερνήσεων που εφάρμοζαν στην πράξη πολιτικές που αργότερα κατήγγειλαν στα λόγια.

Οι μόνοι λόγοι που μπορούμε να σκεφτούμε γι αυτή την επιλογή σχετίζονται με την αγωνία της ηγεσίας του ΣΥΝ να καταγράψει με κάθε κόστος μία, έστω και πρόσκαιρη, εκλογική-επικοινωνιακή επιτυχία, για να αντισταθμίσει την αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγας τον Ιούνιο και να κερδίσει πόντους στην εσωκομματική αντιπαράθεση και σε αυτή στον ΣΥΡΙΖΑ και την αμφισβήτηση που δέχεται από τον Αλαβάνο και τις δυνάμεις του Μετώπου Α.Α. Είναι όμως και ενδεικτική για το πως αντιλαμβάνεται την αριστερή πολιτική η εν λόγω ηγεσία. Και γι αυτούς τους συντρόφους του ΡΙΖΑ που προσπαθούν να επενδύσουν μία κοντόθωρη επικοινωνιακή και ψηφοθηρική επιλογή με ευφάνταστα σχέδια περί “ρηγμάτωσης” του ΠΑΣΟΚ και απονομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής τους θυμίζουμε τη ρήση του Εκκλησιαστή από τον Μπωντριγιάρ:

“Η εικόνα δεν κρύβει την αλήθεια. Είναι η αλήθεια που κρύβει πως δεν υπάρχει καμία (αλήθεια). Η εικόνα είναι αλήθεια…”[5]

Επίμετρο

Γράφοντας αυτό το κείμενο πέσαμε πάνω σε ένα άρθρο στην Αυγή (21/09/2010 ) του Δημοσθένη Παπαδάτου[6] ο οποίος εγκαλεί όσους εντοπίζουν τη δημοφιλία του Μητρόπουλου απλά στην προνομιακή σχέση που έχει με τα κανάλια, για απλοϊκή προσέγγιση του φαινομένου των μήντια ως απλά μηχανισμών αστικής προπαγάνδας. Είναι ταυτόχρονα, μας ενημερώνει ο συγγραφέας και μέσα έκφρασης και διαμεσολάβησης κοινωνικών συμφερόντων. Ο Μητρόπουλος λοιπόν εκφράζει και τρόπον τινά “οργανώνει”, μέσω των καναλιών εργατικά και λαϊκά συμφέροντα. Εδώ ο αρθρογράφος της Αυγής αντικαθιστά μία απλοϊκή προσέγγιση των μήντια με μία ίσως πιο προβληματική. Γιατί η έκφραση και διαμεσολάβηση συμφερόντων των υποτελών τάξεων από τα μήντια δεν είναι μία ουδέτερη λειτουργία. Γίνεται με τέτοιους τρόπους ώστε σε τελική ανάλυση να τα υπαγάγει στις προτεραιότητες της κυρίαρχης πολιτικής ή και να τα ακυρώσει. Εμποδίζει τη συγκρότηση τους σε ανταγωνιστικό πολιτικό κίνημα και σχέδιο απέναντι στην αστική πολιτική, με το να τα εμφανίζει ως ελλείψεις, αβλεψίες, στρεβλώσεις αυτής της πολιτικής, που πρέπει να διορθωθούν. Εδώ ακριβώς έγκειται και η λειτουργία του Μητρόπουλου ως τηλε-εργατολόγου. Μπορεί να εξέφραζε τα διάφορα εργασιακά, ασφαλιστικά κ.λπ. αιτήματα ομάδων εργαζομένων, το έκανε όμως με τον τρόπο της επισήμανσης των αδικιών στην κυβέρνηση που πρέπει να τις διορθώσει ή με την προτροπή για τη διεκδίκηση τους μέσα από νομικά δικαστικά κανάλια, διαδικασία βέβαια ιδιαίτερα επωφελής για τον ίδιο και το δικηγορικό του γραφείο που τις προωθεί. Ουδέποτε ο Μητρόπουλος προέβαλε αυτά τα αιτήματα στα πλαίσια μίας ανταγωνιστικής πολιτικής απέναντι σε αυτή που εφάρμοζε το κόμμα του, με το οποίο άλλωστε δεν αποκόπηκε ποτέ. Με αυτό τον τρόπο λειτουργούσε ταυτόχρονα παρηγορητικά για του υφιστάμενους την αδικία και νομιμοποιητικά για το σύστημα, το οποίο εμφανίζονταν να παίρνει υπόψιν, ακόμη και να ικανοποιεί αιτήματα των ηττημένων της αγοράς. Μόνο με αυτούς τους όρους μπορούσε ο Μητρόπουλος να εμφανίζεται στα κανάλια και να “προωθεί” τα λαϊκά αιτήματα. Με τον τρόπο του Αυτιά. Ας αντιπαραβάλει ο αρθρογράφος της Αυγής την αντιμετώπιση του Μητρόπουλου από τα κανάλια με το μίσος που επιφυλάσσουν τα ίδια μέσα σε εκπροσώπους εργαζομένων που μαχητικά διεκδικούν τα δικαιώματα τους, σε αντιπαράθεση με την εκάστοτε κυβέρνηση. Η διαφορά νομίζουμε μιλάει από μόνη της.

Τέλος υπάρχει και ένα άλλο σημείο στο εν λόγω άρθρο που μας τράβηξε την προσοχή. Στην προσπάθειά του ο συγγραφέας να επιχειρηματολογήσει υπέρ της υποψηφιότητας Μητρόπουλου αναφέρεται στην ανάλυση του Μαρξ για το Λουδοβίκο Βοναπάρτη και ούτε λίγο ούτε πολύ, υποστηρίζει πως το “όνομα” Μητρόπουλος φέρει όλες τις προϋποθέσεις για να παίξει στη συγκυρία το ρόλο ενός τινί τρόπο αριστερού, αντιμνημονιακού Βοναπάρτη που λειτουργεί ως «ένα σύνθετο στοιχείο της κοινωνίας, στο οποίο συγκεκριμενοποιείται μια συλλογική θέληση, αποτρέποντας τον -ειδάλλως αναπόφευκτο- διασκορπισμό των επιμέρους βουλήσεων». Αν μη τι άλλο πρέπει να αναγνωρίσουμε στον συγγραφέα πως έχει πολύ ζωηρή φαντασία αν και πρέπει να παρατηρήσουμε πως αυτή η αναλογία δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική για τον Μητρόπουλο, καθώς ο Μαρξ περιέγραφε το Λουδοβίκο Βοναπάρτη ως μία μέτρια και αδιάφορη προσωπικότητα που εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών της ταξικής πάλης, έφτασε να παίζει αυτόν το ρόλο. Μιας και όμως ξεκίνησε τις αναλογίες των Συριζικών πεπραγμένων με πρόσωπα και καταστάσεις της Γαλλίας του Βοναπάρτη μας γεννήθηκε η εξής απορία: με ποίον ήρωα της περιόδου θα συνέκρινε τον Αλέκο Αλαβάνο; Μήπως με τον Αύγουστο Μπλανκί;

http://aformi.wordpress.com

Σημειώσεις
[1] Σε αναλογία με το “The Apprentice” που παρουσίαζε ο Κωστόπουλος στο σταθμό Αλφα πριν μερικά χρόνια.

[2] βλέπε συνέντευξή του στο MEGA.

[3] Ο Μητρόπουλος είναι από τους πιο πλούσιους δικηγόρους της Αθήνας λόγω της βιομηχανίας των εργατικών αγωγών που διαχειρίζονταν, ενώ έχει και καταδικαστική απόφαση και απάτη και υπεξαίρεση. Ο Χωραφάς υπήρξε γενικός γραμματέας στο Υπουργείο Άμυνας επί Τσοχαντζόπουλου κ.λπ..

[4] Βλέπε την ανακοίνωση της οργάνωσης Κόκκινο στο:

http://www.kokkino.org/index.php?option=com_content&view=article&id=1891…

[5] Jean Baudrillard Simulacra and Simulations Selected Writings Stanford; Stanford University Press, 1988.

[6] Τίνος το όνομα είναι ο Αλέξης Μητρόπουλος;

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=567873

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr

Τραγωδία στη Θεσσαλονίκη: Νεκρός ανασύρθηκε 77χρονος λουόμενος στην περιοχή της Νέας Καλλικράτειας

thalassa 3

Τραγωδία στη Θεσσαλονίκη: Νεκρός ανασύρθηκε 77χρονος λουόμενος στην περιοχή της Νέας Καλλικράτειας

Ο 77χρονος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο όχημα του ΕΚΑΒ στο Κέντρο Υγείας Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, όπου…