Ο ν. Κεραμέως – Χρυσοχοϊδη «σκάλωσε» στα πανεπιστήμια

Η κυβερνητική πολιτική της πυροδότησης της έντασης και της ακραίας πόλωσης, αντί να επιβάλει την κοινωνική ειρήνη και να επαναφέρει το πανεπιστήμιο σε ομαλή λειτουργία, τίναξε το σύστημα στον αέρα

Γιάννης Μυλόπουλος 08/04/2021 | 07:32

Ο ν. Κεραμέως – Χρυσοχοίδη που ψηφίστηκε τον χειμώνα είναι ένας νόμος που μεταξύ άλλων προβλέπει:

  • την παγκοσμίως πρωτότυπη για πανεπιστήμια ρύθμιση της ίδρυσης ειδικών αστυνομικών μονάδων που θα εγκατασταθούν μόνιμα εντός των ΑΕΙ, 
  • την ηλεκτρονική παρακολούθηση της πανεπιστημιακής ζωής, 
  • την αναβίωση πειθαρχικών διώξεων με κυβερνητική παρέμβαση, 
  • τη διαγραφή χιλιάδων φοιτητών που για διάφορους λόγους, οικονομικούς, οικογενειακούς, επαγγελματικούς, υγείας κλπ καθυστερούν τις σπουδές τους, καθώς και 
  • τη θεσμοθέτηση βάσης εισαγωγής για τις πανελλαδικές εξετάσεις, προκειμένου να στερηθούν το δικαίωμα των σπουδών στο δημόσιο πανεπιστήμιο 25.000 υποψήφιοι ετησίως, οι οποίοι θα κατευθυνθούν, εν είδει πελατείας, στα αδιαβάθμητα και εκτός συστήματος εισαγωγικών εξετάσεων ιδιωτικά κολέγια. Τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχίων των οποίων φρόντισε προηγουμένως η κυβέρνηση να αναγνωρίσει ως ισότιμα με εκείνα των πανεπιστημίων.

Είναι προφανές ότι ο νόμος αυτός θα ξεσήκωνε φοιτητές, διδάσκοντες και εργαζόμενους στα πανεπιστήμια, τα οποία εδώ και 2 μήνες βρίσκονται σε αναβρασμό. Το πρώτο σημείο σύγκρουσης μεταξύ κυβέρνησης και πανεπιστημίων είναι η πρόβλεψη εγκατάστασης εντός των ιδρυμάτων ειδικών αστυνομικών δυνάμεων, που όπως ανακοινώθηκε, πρόκειται να υλοποιηθεί εντός Απριλίου.

Το ΑΠΘ, το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, στο οποίο ο πρύτανης προέρχεται πολιτικά από τον χώρο της ΝΔ και ήταν ο πρώτος και μάλλον και ο μόνος πρύτανης που τάχθηκε εξ αρχής αναφανδόν υπέρ της εγκατάστασης αστυνομικών δυνάμεων στα πανεπιστήμια, προκρίθηκε ως προνομιακό ίδρυμα για την εμπέδωση της δοκιμαστικής εφαρμογής του νόμου.

Έτσι, με την πρώτη εμφάνιση διαμαρτυρόμενων φοιτητών ο πρύτανης, χωρίς να προσπαθήσει να αξιοποιήσει την πανεπιστημιακή φύλαξη προκειμένου να θωρακίσει το κτίριο διοίκησης από τυχόν καταλήψεις, όπως γινόταν κατ’ επανάληψη στο παρελθόν κι ακόμη χωρίς να προσπαθήσει να συζητήσει μαζί τους, επιστρατεύοντας τον διάλογο ως μέσο συνεννόησης και επίλυσης διαφορών, απευθύνθηκε κατ’ ευθείαν στην εισαγγελία, ζητώντας αστυνομική συνδρομή.

Η πρώτη αστυνομική εισβολή στο ΑΠΘ έγινε λίγη ώρα μετά και ήταν εξαιρετικά βίαιη, όπως όλοι είδαν στις τηλεοράσεις. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι οι πρυτανικές αρχές, απούσες κατά την αστυνομική επιχείρηση, δεν εμπόδισαν την άχρηστη άσκηση βίας και το χειρότερο, δεν φρόντισαν να παραλάβουν το κτίριο διοίκησης μόλις εκκενώθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με αποτέλεσμα αυτό να καταληφθεί και πάλι από τους εξαγριωμένους, λόγω βίαιης καταστολής, φοιτητές.

Δηλαδή η αστυνομία ήρθε, έδειρε, προσήγαγε και συνέλαβε δεκάδες φοιτητές και φοιτήτριες κι έφυγε, αφήνοντας το κτίριο ελεύθερο για την επόμενη κατάληψη.

Η δεύτερη αυτή κατάληψη κράτησε 2,5 βδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων έγιναν πολλές προσπάθειες εκπροσώπων της Συγκλήτου αλλά και καθηγητών, ποτέ όμως των ίδιων των πρυτανικών αρχών, για ειρηνική και συναινετική διευθέτησή της.

Την ημέρα τέλος που οι φοιτητές είχαν από βραδύς αποφασίσει να εγκαταλείψουν ειρηνικά την κατάληψη και ενώ είχαν φροντίσει να ενημερώσουν μέλη της Συγκλήτου, που με τη σειρά τους ενημέρωσαν τον πρύτανη, νωρίς τα χαράματα, έγινε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση εισβολής στο ΑΠΘ, με πάνοπλες αστυνομικές δυνάμεις από εδάφους και αέρος. Οι οποίες εκκένωσαν βίαια την κατάληψη, προσήγαγαν και συνέλαβαν και πάλι φοιτητές και φοιτήτριες, παραμένοντας εντός του πανεπιστημίου επί διήμερο, προκειμένου, υποτίθεται, να διασφαλίσουν την ομαλή του μετάβαση σε φάση λειτουργίας.

Επειδή όμως, όπως είναι γνωστό, η βία φέρνει βία και επειδή το ξύλο δεν είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος για να συνετιστούν νέοι και μορφωμένοι άνθρωποι, οι φοιτητές αντί να διαλυθούν, κατέλαβαν τη Σχολή Θετικών Επιστημών αυτή τη φορά, εντός της οποίας παραμένουν μέχρι και σήμερα.

Αυτή όμως δεν είναι η μόνη συνέπεια της αστυνομικής βίας. Το πανεπιστήμιο ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αναβρασμό, με τις πρυτανικές αρχές να μην μπορούν ούτε να επιβληθούν, ούτε και να διοικήσουν. Ο έλεγχος έχει χαθεί εντελώς και τα νυχτερινά πάρτι των εξεγερμένων φοιτητών κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε υγειονομικές βόμβες, εν μέσω τρίτου και σφοδρού κύματος πανδημίας, με τη διοίκηση του πανεπιστημίου απούσα από κάθε προσπάθεια υγειονομικής παρέμβασης.

Η κυβερνητική πολιτική της πυροδότησης της έντασης και της ακραίας πόλωσης, αντί να επιβάλει την κοινωνική ειρήνη και να επαναφέρει το πανεπιστήμιο σε ομαλή λειτουργία, τίναξε το σύστημα στον αέρα. Τόσο, που είναι αφελής όποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι όλα έγιναν για να προκληθεί τεχνητά η ανάγκη εγκατάστασης μόνιμων αστυνομικών δυνάμεων στο ΑΠΘ.

Και να αυτοεκπληρωθεί έτσι η κυβερνητική προφητεία που θέλει τους φοιτητές να ασκούνται σε παράνομες και εγκληματικές πράξεις και γι’ αυτό να χρειάζονται μόνιμες δυνάμεις καταστολής, εγκατεστημένες εντός των ΑΕΙ, προκειμένου αυτά να μπορούν να λειτουργούν κανονικά.

Υπάρχει όμως, ευτυχώς και το αντίθετο παράδειγμα. 

Στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου οι φοιτητές διαμαρτυρόμενοι για το νόμο επίσης προχώρησαν σε κατάληψη, ο πρύτανης, παρά τις κυβερνητικές πιέσεις να καλέσει αστυνομία, επέμεινε σε ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος. 

Θεωρώντας το ζήτημα ενδοπανεπιστημιακό και εκδηλώνοντας δημοκρατικό ήθος, συζήτησε επίμονα με τους φοιτητές του, αναζητώντας κοινό τόπο συναίνεσης. Ο διάλογος άνοιξε τον δρόμο της συνεννόησης, με αποτέλεσμα η κατάληψη να τερματιστεί ειρηνικά, χωρίς βία, χωρίς υλικές ζημιές και χωρίς να προκληθεί μείζων αναταραχή. 

Το πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σήμερα λειτουργεί ομαλά, σε αντίθεση με το ΑΠΘ, στο οποίο η βία της αστυνομίας απαντήθηκε με τη βία της συνέχισης των καταλήψεων.

Ίδια ακριβώς εμπειρία προέκυψε και στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Στο οποίο ο πρύτανης, ενεργώντας κι αυτός με ακαδημαϊκό πνεύμα, δεν υπέκυψε στις κυβερνητικές πιέσεις και δεν κάλεσε αστυνομία για να διαλυθεί βίαια η φοιτητική διαμαρτυρία. Με αποτέλεσμα και στο πανεπιστήμιο Θράκης η κατάληψη να τερματιστεί ειρηνικά και συναινετικά, χωρίς βία, συλλήψεις και υλικές ζημιές.

Είναι γνωστό ότι βασική αρχή της επιτυχημένης διοίκησης, ειδικά όταν πρόκειται για εκπαιδευτικό ίδρυμα, είναι η εμπέδωση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, μεταξύ διοικητών και διοικούμενων. Αν αυτή η σχέση εμπιστοσύνης διαρραγεί, τότε το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να διοικηθεί.

Υπάρχουν λοιπόν σήμερα δύο διακριτές αντιλήψεις που δοκιμάζονται στα πανεπιστήμια. 

Η μια είναι αυτή της κυβέρνησης, την οποία ενστερνίζονται και υποστηρίζουν, όπως αποδείχθηκε και οι πρυτανικές αρχές του ΑΠΘ. Σύμφωνα με αυτήν η ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης των φοιτητών, χάριν των οποίων, ειρήσθω εν παρόδω, υπάρχουν τα πανεπιστήμια, αντιμετωπίζονται ως εγκληματικές πράξεις που πρέπει να παταχθούν μέσω αστυνομικής βίας και καταστολής.
Σύμφωνα με την άλλη, την προοδευτική και δημοκρατική αντίληψη, οι φοιτητές δεν είναι ούτε παραβατικοί ούτε παρακρατικοί. Είναι νέοι που το αίμα τους βράζει και έχουν κάθε λόγο να διαμαρτύρονται, αμφισβητώντας τις σημερινές εξαιρετικά δυσοίωνες και δυσμενείς γι’ αυτούς συνθήκες και ονειρευόμενοι ένα καλύτερο αύριο.

Σε αυτό το χαρακτηριστικό των νέων, άλλωστε, να αμφισβητούν και να θέλουν να υπερβούν το κατεστημένο, οφείλουμε την εξέλιξη των κοινωνιών και την πρόοδο της ανθρωπότητας.

ΟΙ δύο αντιλήψεις συγκρούστηκαν στο πεδίο των πανεπιστημίων και για πρώτη φορά έχουμε καταγεγραμμένα συγκριτικά αποτελέσματα της εφαρμογής τους. 

Η συντηρητική και αντιδραστική αντίληψη της καταστολής απέτυχε να οδηγήσει σε ομαλή λειτουργία το ΑΠΘ, σε αντίθεση με την προοδευτική και δημοκρατική αντίληψη, η οποία επιτρέπει στα δύο πανεπιστήμια όπου δοκιμάστηκε, να λειτουργούν σήμερα σε ομαλές συνθήκες.

Διατηρώντας συγχρόνως στους κόλπους τους την αμφισβήτηση και την κριτική απέναντι σε ένα νόμο ο οποίος όπως αποδείχθηκε, θα μείνει ανεφάρμοστος.

Γιατί στο ΑΠΘ, εκεί που δοκιμάστηκε η αρχή στην οποία ο νόμος στηρίζεται, της διοίκησης δηλαδή των πανεπιστημίων με το φόβο της αστυνομίας, απέτυχε παταγωδώς να διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη.

Πηγή: TVXS