Ο Κώστας Βουτσάς πίστευε πως δεν θα πεθάνει ποτέ! Το ίδιο πίστευε και όλη η Ελλάδα!

Μνήμες από μία δημόσια συζήτηση χωρίς «φίλτρο» με τον αγαπημένο ηθοποιό, που έφυγε από τη ζωή σήμερα τα ξημερώματα.  

Αντώνης Μποσκοΐτης 26/02/2020 | 14:40

Ήταν η περίοδος που τότε, στο μέσο που εργαζόμουν, είχα αναλάβει μια σειρά συνεντεύξεων με βετεράνους ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο Κώστας Βουτσάς και. αν θυμάμαι καλά, δεν συνέτρεχαν λόγοι επικαιρότητας. Θα ήταν μία συνέντευξη αρχείου, απ' αυτές που εμένα ανέκαθεν μου άρεσε όχι μόνο να παίρνω, αλλά και να διαβάζω. Μέρες πριν είχα μιλήσει με τον Δημήτρη Μανιάτη που επίσης είχε συνομιλήσει μαζί του στα ΝΕΑ: «Να τον κάνεις τον Βουτσά» μου είχε πει, «είναι ωραίος τύπος ο Κώστας και θα αγαπηθείτε». Όσο και να χαιρόμουν, λοιπόν, γι' αυτή τη συνάντηση, σκεφτόμουν κάπου πως ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης είχε μιλήσει και μίλαγε παντού, από τα μεσημεριανάδικα μέχρι τα γνωστά κουτσομπολίστικα έντυπα, δηλώνοντας σταθερή την παρουσία του για μισό αιώνα και βάλε. Τι παραπάνω δηλαδή θα έλεγε σε μένα ή τι παραπάνω θα μπορούσα να του αποσπάσω;

Ήθελα πολύ, ωστόσο, να τον συναντήσω. Μέχρι σήμερα, βλέπεις, η μάνα μου θυμάται πως ήταν αρραβωνιασμένοι με τον συχωρεμένο τον πατέρα μου και τον είχαν συναντήσει παλικαράκι στο Βόλο το προϊστορικό πια 1960. Ο Βουτσάς μου θύμιζε πολύ τον πατέρα μου. Είχαν ακριβώς την ίδια ηλικία, το ίδιο σουλούπι σχεδόν και τα ίδια γαλανά μάτια. Η διαφορά ήταν πως τα καλαμπούρια του πατέρα μου έμεναν στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού, ενώ τα δικά του έφταναν απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας, κάνοντας τον έναν απ' τους δημοφιλείς ηθοποιούς, αλλά κι έναν απ' τους πιο αγαπητούς ανθρώπους. Το τελευταίο το διαπίστωσα απ' την πρώτη στιγμή! 

Αρχικά μιλήσαμε στο τηλέφωνο. «Πόσο θα μας πάρει; Ένα μισάωρο κι είσαι εντάξει» μου είχε πει, ευγενέστατα, μα και βαριεστημένα απ' τις πολλές συνεντεύξεις που προφανώς του ζητούσαν σε καθημερινή βάση. Προθυμοποιήθηκε, μάλιστα, να πάω να τον πάρω απ' το σπίτι του, αλλά να μην κάτσουμε μέσα και να με κεράσει έξω έναν καφέ. Ο Βουτσάς έμενε στο Κολωνάκι, όχι ψηλά όμως, σαν να ήταν θωρακισμένος στη ζώνη των απόμακρων «καλών Αθηναίων», δυο βήματα από τα «ταραχώδη» Εξάρχεια. Έμενε χαμηλά, προς το κέντρο της πόλης, δυο βήματα με τα πόδια από το «Παλλάς» στη Βουκουρεστίου. Έφτασα έξω απ' την πολυκατοικία του στην καθορισμένη ώρα - μια συνηθισμένη πολυκατοικία που δεν σου γέμιζε το μάτι - και χτύπησα το κουδούνι, σκεπτόμενος πως εδώ μένει ένας καλλιτέχνης που αγαπούν όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων και κοινωνικών τάξεων, δεξιοί κι αριστεροί, Κολωνακιώτες και Κερατσινιώτες, πλούσιοι και φτωχοί.  

Τον περίμενα να κατέβει. Αργούσε και ξαναβάρεσα μία το κουδούνι. Τον είδα ύστερα από λίγα λεπτά να κατεβαίνει βαρύς, ασθμαίνοντας, ανασαίνοντας με δυσκολία σχεδόν. «Μην ανησυχείς, έτσι είμαι πάντα» μου είπε αμέσως, «απλά τώρα με την άνοιξη, το άσθμα με ταλαιπωρεί λίγο παραπάνω». Μου έδειξε μια καφετέρια ακριβώς απέναντι απ' το σπίτι του και κατευθυνθήκαμε προς τα κει. Τη βρήκαμε κλειστή. Κοιταχτήκαμε με μικρή απογοήτευση. «Πάμε απάνω, στο σπίτι» απεφάνθη και ομολογώ πως χάρηκα, καθώς ήξερα πως μία συνέντευξη βγαίνει πάντα καλύτερη, όταν γίνεται στον προσωπικό χώρο του εκάστοτε συνεντευξιαζόμενου. Συν τοις άλλοις, ήθελα πολύ να έβλεπα και που έμενε ο Κώστας Βουτσάς, που περνούσε τις πιο πολλές ώρες του, όταν γύριζε κουρασμένος από το θέατρο ή από κάποια έξοδο με τους δικούς του ανθρώπους. 

Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες και πιθανώς να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία. Εκείνο που'χε σημασία εν προκειμένω ήταν πως μια μικρή απόσταση κάναμε ένα δεκάλεπτο για να τη διανύσουμε. Όχι για κανένα άλλο λόγο, μα από την αγάπη των ανθρώπων! Από την καλημέρα που αντάλλαξε με τον μαγαζάτορα κάτω απ' το σπίτι του και τις λίγες κουβέντες τους. Από τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, καθώς οι οδηγοί τους τον αναγνώριζαν! Από τα «Γεια σου, μεγάλε» και «Γεια σου, Κώστα», που άρχισαν ν' ακούγονται από παντού κι έφεραν σε αμηχανία μέχρι και μένα! Τον ίδιο καθόλου, πάντως, αφού τον έβλεπες πόσο το χαιρόταν και το γούσταρε με την ψυχή του! «Τι θα κάνατε, κύριε Βουτσά» τον ρώτησα, «αν μια μέρα βγαίνατε απ' το σπίτι σας και δεν υπήρχε όλο αυτό;» Κοντοστάθηκε, με κοίταξε κατάματα και απάντησε: «Είσαι τρελός; Θα'χω πεθάνει και δεν θα το ξέρω»...

Το περίμενα πιο εντυπωσιακό το διαμέρισμα του και μου άρεσε που το γραφείο του, εκεί που κάτσαμε τελικά, μου θύμισε πάλι τον πατέρα μου. Στο πάτωμα, σε μια γωνιά, σκόρπια παιδικά παιχνίδια του γιου του, του Φοίβου, που τότε ήταν μωρό. Απάνω στο γραφειάκι του και πίσω του, στη βιβλιοθήκη, πάρα πολλά βιβλία, μάλλον ατακτοποίητα. Σε μιαν άλλη γωνιά, χριστιανικά εικονίσματα. «Είστε πιστός, κύριε Βουτσά;» τον ρώτησα λίγο πριν ξεκινήσουμε. «Έχεις δει πολλά ελληνικά σπίτια χωρίς την εικόνα του Χριστού;» μου απάντησε.

Μου έκοψε μαχαίρι τον πληθυντικό. Φάνηκε πως δεν του άρεσαν τα «Κύριε Βουτσά», τα «σεις και τα σας». Ήθελε να μιλάμε με τα μικρά μας ονόματα σαν να είμαστε φίλοι που γνωριζόμαστε χρόνια. Και η αλήθεια είναι πως εγώ τον γνώριζα από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου, άλλοτε σαν Γαμπρό από το Λονδίνο με την α λα Beatles περούκα, άλλοτε με μαγιό να κάνει αστείο καμάκι στη Μάρθα Καραγιάννη, λόγω κωνσταντινουπολίτικης προφοράς, και άλλοτε με κοστουμάκι και γραβατούλα να συμμετέχει σε οργιώδη πάρτι με τη Ζωίτσα τη Λάσκαρη, την Καίτη Γώγου (έτσι λεγόταν η Κατερίνα στις παλιές ταινίες) και τον Βαγγέλη Βουλγαρίδη - τα οργισμένα νιάτα του Γιάννη Δαλιανίδη

Σύντομα ξεχάσαμε και οι δύο πως κάναμε συνέντευξη. Δεν ήταν άλλος ένας διάσημος που αξιωνόμουν να μου μιλήσει, αλλά ένας πραγματικός φίλος, που όλα τα προηγούμενα χρόνια μπορεί να μιλάγαμε από το τηλέφωνο ή μέσω emails και που για πρώτη φορά μας δινόταν η ευκαιρία να κάτσουμε τετ α τετ. Τέτοια οικειότητα σου χάριζε γενναιόδωρα αυτός ο άνθρωπος! Ως εκ τούτου, η μισή ώρα κύλησε δίχως να το καταλάβουμε. Κοίταζε κάθε τόσο το ρολόι του. «Άντε, κάτσε κι άλλη μισή ώρα» και μετά άλλη μισή και, να μην τα πολυλογώ, περάσαμε παρέα ένα ολόκληρο δίωρο, κάτι που ήμουν σίγουρος πως θα συνέβαινε. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας χτύπησε το τηλέφωνο του. Ήταν η Μάρθα Καραγιάννη, που άκουσα να την αποκαλεί «καρδούλα μου», «αγάπη μου», «κοριτσάκι μου», σαν να μην πέρασε μια μέρα από τα γυρίσματα τους στα πλατό της ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ. «Γιατί να γερνάνε οι άνθρωποι; Ας είναι! Τουλάχιστον αυτοί οι δύο έχουν ακόμη ο ένας τον άλλο, η σχέση τους υπερβαίνει το χρόνο» σκέφτηκα και έτσι έδιωξα κάθε στενόχωρη σκέψη. Μετά ο ίδιος θα μου έλεγε πως αυτό το τηλεφώνημα με την Καραγιάννη ήταν η αιτία που δεν είχε πολλή ώρα, αφού εκκρεμούσε κάποιο ραντεβού τους με την τότε Υπουργό Πολιτισμού, Λυδία Κονιόρδου

Είπαμε πάρα πολλά σε εκείνη τη συνέντευξη που δεν είχε κανένα «φίλτρο». Μίλησε ελεύθερα για τη ζωή του και για την καλλιτεχνική του πορεία. Για το πώς παιδάκι, μπαίνοντας στην εφηβεία, πούλαγε τσιγάρα με το κασελάκι και έκανε το λαμόγιο για τους παπατζήδες - καταστάσεις μιας άλλης εποχής, που κι αυτές τις βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες. Για το πώς ακόμη κρυβόταν απ' τους βομβαρδισμούς της Θεσσαλονίκης μεσ' στην Κατοχή. Αυτή πάλι είναι μία άλλη κατάσταση που την κατέγραψε η ιστορία του 20ου αι. στην Ελλάδα και που έκανε τον Κώστα Βουτσά να μισήσει τον πόλεμο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Εκείνα ακριβώς τα χρόνια, ο μικρός Κώστας, που λάτρευε τον αθλητισμό και το άλμα εις μήκος, θα γινόταν ΕΠΟΝίτης και θα μοίραζε παράνομες προκηρύξεις, τις οποίες μάλιστα έφτιαχνε ο, οικονομικά ευκατάστατος, κομμουνιστής πατέρας του

Μου μιλούσε με αγάπη για τα μπορντέλα και τις γυναίκες «ελευθέρων ηθών». Όπως μου τις περιέγραφε, ήρθε στο μυαλό μου μια φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα κι ένας πίνακας του Τουλούζ Λοτρέκ. Μόλις στα 12 του είχε την πρώτη του ολοκληρωμένη εμπειρία με ένα έφηβο κορίτσι, που η μητέρα του, λόγω φτώχειας, είχε βάλει να δουλέψει στο πορνείο. Ίσως γι' αυτό να υποδύθηκε με τόση επιτυχία τον χαριτωμένο γκομενιάρη μαγκάκο, που όλοι λατρέψαμε στις ταινίες του. Μέχρι και στη δραματική σχολή όταν μπήκε, το έκανε μόνο και μόνο για να βλέπει ωραία κορίτσια. Όσο για τη σχέση του με τον κινηματογράφο, αυτή περιοριζόταν στις προκηρύξεις που πήγαινε και πετούσε. 

Η σχέση του με το θέαμα και με την τέχνη της υποκριτικής θα ξεκινούσε τυχαία, όταν τον ανέβασαν στην ταράτσα μιας κατασκήνωσης για να κάνει έναν μεθυσμένο. Εκεί που πήρε το πρώτο του Όσκαρ, όπως μου είπε χαρακτηριστικά γι' αυτή την οριακή, τελικά, στιγμή στη ζωή του. Ύστερα ήρθαν τα μπουλούκια, η μεγάλη του Γένους Σχολή για κάθε παλιό θεατρίνο. Η γνωριμία του με τη Μαίρη Μεταξά, που έμελλε να γίνει η κινηματογραφική μητέρα του, η αξιαγάπητη καταπιεστική Κωνσταντινουπολίτισσα στο «Ανθρωπάκι» και στη «Νύχτα γάμου». Την αγάπησε σαν πραγματική μάνα του τη γυναίκα αυτή ο Βουτσάς κι όταν πέθανε στα 75 της, το 1987, αβοήθητη και ξεχασμένη σχεδόν, εκείνος ήταν δίπλα της. Τον θυμάμαι να μου λέει πως αν δεν είχε χάσει σχεδόν ταυτόχρονα και τον αγαπημένο του αδερφό, ενδεχομένως το πένθος για τη Μεταξά να το περνούσε πολύ πιο δύσκολα.

Κώστας Βουτσάς - Αντώνης Μποσκοΐτης (φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν για το LIFO.gr)

Άκουσα πολλές ιστορίες με τον ίδιο δίπλα σε μεγάλους κωμικούς, όχι μόνο πρωταγωνιστές. Ιστορίες που δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν σε μία συνέντευξη. Μία, όμως, την κατέγραψα: Είχαν παράσταση σαν μπουλούκι στη Χίο. Εκείνος 20 χρονών και δίπλα του, πάνω στο καράβι, ο θηριώδης Κώστας Δούκας, το αφεντικό του Χατζηχρήστου στο «Της Κακομοίρας» του Κατσουρίδη, που'χε ζήσει τη μικρασιατική καταστροφή. «Μη λες ''Οι κωλότουρκοι'' για τους απέναντι» τον είχε επιπλήξει. «Και οι δικοί μας ξεκοίλιαζαν Τούρκους, δεν ήμασταν καλύτεροι εμείς». Μα ναι, την αλήθεια έλεγε ο Βουτσάς στην αφήγηση του! Υπάρχει φωτογραφία - ντοκουμέντο του κομμουνιστή Κώστα Δούκα δίπλα στον νεαρό Μίκη Θεοδωράκη, την εποχή των Λαμπράκηδων, λίγα χρόνια πριν ο ίδιος φύγει απ' τη ζωή. 

Ο Γιάννης Δαλιανίδης υπήρξε κομβικό πρόσωπο στον βίο του Κώστα Βουτσά. Μαζί του έκανε τις πιο δημοφιλείς ταινίες του, έγχρωμες και ασπρόμαυρες, που έκοψαν τα πιο πολλά εισιτήρια. Δίπλα του έγινε ένας απ' τους πιο διάσημους Έλληνες κωμικούς, τότε που τα τρία «βήτα» ήταν τα πιο ακριβοπληρωμένα ονόματα: Βλαχοπούλου - Βουγιουκλάκη - Βουτσάς! Αλλά και ο Δαλιανίδης, όχι μόνο τον αγαπούσε σαν συνεργάτη του, αλλά και σαν καλό του φίλο, που μπορούσε να του εξομολογηθεί τα πιο προσωπικά του θέματα. Τον κατάλαβα, έτσι, όταν μου εξομολογήθηκε τη δυσκολία του ή την απροθυμία του να παρίσταται πλέον σε κηδείες. Συνειδητοποίησα, για την ακρίβεια, πόσο πρέπει να τον είχε στενοχωρήσει ο θάνατος του σκηνοθέτη μέντορα του. 

Με τον ίδιο ενθουσιασμό μού μίλησε και για τον Φιλοποίμενα Φίνο, τον άλλο μέντορα του, που γύρναγε απ' όλους τους κινηματογράφους για να τσεκάρει τις συνθήκες προβολής πριν από κάθε πρεμιέρα ταινίας τους. Και ο Βουτσάς υπήρξε ένα απ' τα πιο αγαπημένα παιδιά του Φίνου σε καιρούς που όλοι οι συνάδελφοί του επιθυμούσαν διακαώς να περάσουν το κατώφλι της κινηματογραφικής εταιρείας στην οδό Χίου. «Η χαρτοπαίχτρα», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Ένα κορίτσι για δύο», «Η Αλίκη στο Ναυτικό», «Κορίτσια για φίλημα», ταινίες - λαϊκές κωμωδίες που τον έκαναν έναν κωμικό - ποπ σταρ δίπλα στη Βουγιουκλάκη, τη Βλαχοπούλου, τη Λάσκαρη, τον Ηλιόπουλο, τον Γεωργίτση, τη Λιάσκου, τη Σαπφώ Νοταρά. Καμία σχέση με τον μελαγχολικό και εσωστρεφή Κώστα Βουτσά που έμελλε να μας αποκαλύψει τη δεκαετία του 1980 ο Βασίλης Βαφέας με τον «Έρωτα του Οδυσσέα». Δεν είναι υπερβολή αν πούμε πως ο Βουτσάς ήταν ο ηθοποιός - φετίχ του Βαφέα, εφόσον οι δρόμοι τους έσμιξαν πολλές φορές σε κινηματογράφο και θέατρο. Με τον Βαφέα, άλλωστε, θα ήταν η πρώτη του φορά που θα ξέφευγε από την δαλιανίδεια τυποποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, σύμφωνα με τα λεγόμενα του. 

Τα υπόλοιπα που μου εκμυστηρεύθηκε ο Βουτσάς ίσως δεν έχουν θέση σε τούτο το αφιέρωμα τώρα. Όταν τελείωσε η συνέντευξη μας και τον ρώτησα αν άξιζε ο χρόνος που μου αφιέρωσε, μου απάντησε με την ίδια καλοσύνη και κυρίως με την ίδια γνήσια λαϊκότητα του: «Όχι, ρε, άλλη μια ώρα νά'χαμε, άλλα τόσα θα σού' λεγα». Τον άφησα στην ησυχία του κι έφυγα ικανοποιημένος και περιχαρής με μία χειμαρρώδη αφήγηση - θησαυρό στα χέρια μου. Θα τύχαινε να τον ξαναδώ ένα χρόνο αργότερα, εντελώς τυχαία, στο αγαπημένο του στέκι, ένα εστιατόριο πίσω απ' το Χίλτον. Τον θυμάμαι να μπαίνει μέσα με μεγάλη γυναικοπαρέα, περιποιημένος, επιβλητικός θα έλεγα, με εκείνα τα ωραία κόκκινα γυαλιά του

Εδώ και 20 μέρες ο Κώστας Βουτσάς νοσηλευόταν διασωληνωμένος στην Εντατική. Τα ευαίσθητα πνευμόνια του πήραν κάποιο μικρόβιο, καταβεβλημένα κι από το άσθμα που τον ταλαιπωρούσε από μικρό παιδί. Γνωρίζαμε όλοι πως σε τέτοιες περιπτώσεις, ο χρόνος για έναν ασθενή σ' αυτή την ηλικία μετράει αντίστροφα. Είχε προηγηθεί και ο θάνατος της Έρρικας Μπρόγερ, της πρώην γυναίκας του, με την οποία - όπως και με όλες τις γυναίκες της ζωής του - διατηρούσε άριστες σχέσεις. Σήμερα το πρωί ξύπνησα με ένα σφίξιμο στην καρδιά που δεν λέει να φύγει, ειδικά την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Ο Κώστας Βουτσάς πέθανε σε ηλικία 88 ετών. Σοκ και δέος παρά την προχωρημένη ηλικία του, παρά τη δύσκολη κατάσταση και τη μάχη που ήταν άνιση. Είναι όπως νιώθει κανείς όταν χάνει έναν δικό του άνθρωπο, έναν στενό συγγενή του, που μπαινόβγαινε στο σπίτι του μέσω της τηλεόρασης επί σειρά δεκαετιών. 

Και κάτι ακόμη: Μου είχε πει πως έκανε παιδί στα 85 του και το γεγονός τού'δωσε άλλα 20 χρόνια ζωής! Σκεφτόταν δηλαδή να κάνει ακόμη ένα για να ζήσει άλλα 20, να έφευγε δηλαδή πάνω από 120 ετών και να έμπαινε στο Βιβλίο Γκίνες! Τόσο αγαπούσε τη ζωή ο Βουτσάς! Να τον στενοχώρησα άραγε όταν προσπάθησα να τον επαναφέρω στην τάξη, λέγοντας του πως κάτι τέτοιο είναι βιολογικά αδύνατο; Τελικά ο Κώστας Βουτσάς πίστευε πως δεν θα πεθάνει ποτέ. Και το θέμα είναι πως το ίδιο πίστευε και ολόκληρη η Ελλάδα! Αθάνατος!