Ω καιροί, ω λήθη

Η Αλκυονίδα είναι το εμβληματικό «σινέ τέχνης» της οδού Ιουλιανού, χρόνιο καταφύγιο για όσους αποστρέφονταν το Χόλιγουντ και σκάλιζαν την έντεχνη κινηματογραφική δημιουργία της Ανατολικής Ευρώπης, του Τρίτου Κόσμου, του αραχνιασμένου παρελθόντος. Σήμερα, απειλείται με κλείσιμο. Θα γίνει, λέει, σούπερ μάρκετ. Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε για το βιβλίο μου "Ο Νίκος Λείπει" (εκδ. Key Books) και είναι αφιερωμένο σε όσους πέρασαν βραδιές περίσκεψης στη σκοτεινή αίθουσα της Αλκυονίδας και σε εκείνους που θα τη νοσταλγήσουν εάν κατεβάσει για πάντα τα ρολά. Οι αναγνώστες του koutipandoras.gr, είναι προσκεκλημένοι στην επίσημη παρουσίαση του βιβλίου, την ερχόμενη Τρίτη 27 Νοεμβρίου, στις 9μμ, στο Public Cafe της Πλατείας Συντάγματος.

Νίκος Παπαδογιάννης 24/11/2018 | 02:05

Καθώς μπαίνετε στην κινηματογράφο, είμαι εκείνος ο περίεργος που κάθεται, μοναχός, μπροστά αριστερά, περίπου στην 7η ή 8η σειρά. Σε απόσταση αγάπης με την οθόνη («όχι τόσο κοντά, θα πονέσουν τα μάτια σου», προειδοποιούσε η μάνα, δεκαπέντε χρόνια πριν πρωτοφορέσω γυαλιά) και πάντως μακριά από τους βαρβάρους. Οι βάρβαροι είναι αυτοί με τα ποπ-χριτς-χρατς-κορν και με τα εκκωφαντικά πατατάκια. Και με τα κινητά. Και με τις μεγαλόφωνες συνομιλίες. Και με τα κακόηχα σχόλια.

Δεν με νοιάζει για τα μάτια μου, τα από καιρό κατεστραμμένα, με νοιάζει να μην υποφέρουν τα αυτιά και τα νεύρα μου. Όπως και στην περίπτωση του καπνίσματος, αυτό που με πειράζει δεν είναι ο θόρυβος ή ο καπνός, αλλά η γαϊδουριά των συνανθρώπων. Με όλη τη συμπάθεια στα αθώα γαϊδουράκια και ξεχωριστή εύφημο μνεία στα φοβερά αδέσποτα του Μπονέρ.

Κάποτε έκανα παρατήρηση σε έναν ασυμβίβαστο που μιλούσε δεκάλεπτα ολόκληρα στη ρημαδοτηλέφωνο την ώρα που παιζόταν η ταινία και εισέπραξα την εξής εκπληκτική απάντηση: «Και τι σε πειράζει ρε φίλε; Μήπως θα ενοχληθούν οι ηθοποιοί;»

Κατά βάθος, πιστεύω ότι αυτός ο λεβέντης μιλάει στο κινητό ακόμα και όταν πηγαίνει στο θέατρο, όπου οι ηθοποιοί στέκονται με σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια του. Ίσως όχι συναπτά δεκάλεπτα, αλλά αναμφιβόλως δίλεπτα. Ώστε να του μένει και χρόνος, για να βρίσει τα γαϊδούρια που τολμούν και του ζητούν εξηγήσεις.

Δεν ήμουν πάντοτε, ο γεροπαράξενος του χωριού και της αίθουσας. Έγινα στα δεκάξι μου, τον καιρό που πέθανε ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Ο αλλοπρόσαλλος, σοσιαλίζων άνεμος της εποχής αρχικά με οδήγησε στο Ίλιον όπου παιζόταν η Έφι Μπριστ και κατόπιν με βρήκε να πηγαινοέρχομαι σαν εκκρεμές ανάμεσα στην Αλκυονίδα και στο Στούντιο, τις δύο αίθουσες τέχνης όπου έγινε της μοδός το ευρωπαϊκό σινεμά, με έμφαση στη Γερμανία και στην Ανατολική Ευρώπη.

Έχω δει περισσότερες ταινίες του Μίκλος Γιάντσο και του Αντρέι Ταρκόφσκι από όσο θα συνιστούσε ο γιατρός σε ένα έφηβο αγόρι σαν τα κρύα τα νερά. Η Αλκυονίδα, μάλιστα, έδινε δώρο μαζί με το εισιτήριο και μία λεπτομερή ανάλυση της ταινίας, διά χειρός Βασίλη Ραφαηλίδη, ίσαμε 800 λέξεις ζουμί. Κρίμα που δεν φρόντισα να τα κρατήσω στο αρχείο μου, εκείνα τα πολύτιμα Προγράμματα.

Το εκπληκτικό είναι ότι υπήρχε και συνοδοιπόρος, σε αυτή την περιπέτεια. Άντρας, φυσικά. Ποια δεκαεξάχρονη κοπέλα με τα σύγκαλά της θα πήγαινε χωρίς μαχαίρι στον λαιμό να δει Βέντερς και Ζαν Λυκ Γκοντάρ; Ακόμα και ο νεανίας, που σας έλεγα, απέφευγε να με ακολουθήσει, στις σκοτεινές εξορμήσεις των τριών τοίχων και της μαυρόασπρης οθόνης. Πήγαινε μόνος του. Όπως και εγώ. Μπροστά, αριστερά. Αυστηρώς αριστερά. Το δεξιά δεν το σήκωνε η εποχή.

Ήταν συμμαθητής μου στο Λύκειο, ο Χρήστος. Καθόμασταν στο ίδιο θρανίο και κουβαλούσαμε τις ίδιες ψυχώσεις. Πρέπει να ήμασταν μικρομέγαλα ολκής. To καταλαβαίναμε εμείς, το καταλάβαιναν και οι δύσμοιροι καθηγητές. Ειδικά οι φιλόλογοι.

Ο τελευταίος διστακτικός συντονίστηκε εκών άκων στο δικό μας μήκος κύματος, μόλις είδε να αγνοούμε επιδεικτικά το θέμα της Έκθεσης που ανέθετε στην τάξη και να γράφουμε, κάθε Παρασκευή, μα κάθε Παρασκευή, πραγματείες, για την ταινία της προηγούμενης βραδιάς.

Μία εγώ, μία ο Χρήστος. Μία Στούντιο, μία Αλκυονίδα. Μία Φασμπίντερ, μία Γιαν Κάνταρ.

Ακόμα και σήμερα, χιλιάδες χρόνια αργότερα, η αγαπημένη μου ταινία είναι ένα Σοβιετικό δράμα του 1956, Ο 41ος του Γκριγκόρι Τσουχράι. Ναι, Σοβιετικό. Ναι, του 1956. Ναι, του υπαρκτού. Ναι, ασπρόμαυρο. Τουλάχιστον δεν είμαι πια 16 ετών, να με παίρνουν στο ψιλό οι συμμαθητές.

Οι ατυχείς δημοδιδάσκαλοι αναγκάστηκαν να ανεχθούν τις διαστροφές του δεύτερου θρανίου, ίσως επειδή αυτές ακόνιζαν το αρρωστημένο μυαλό των ενοίκων του πολύ περισσότερο από τα ψευτοδοκίμια της, εγκλωβισμένης σε λυσάρια, διδακτέας ύλης. Η μοναδική αγωνία τους ήταν μη τυχόν τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ δώσουν τη θέση τους στα πικρά δάκρυα της Βικτωρίας Παπαδογιάννη, όταν θα ‘φτανε η ώρα των Πανελληνίων εξετάσεων.

Αλλά τέτοια πανωλεθρία δεν συνέβη ποτέ. Το 19,5 που έγραψα στην Έκθεση καθ’οδόν προς τη Φιλοσοφική Αθηνών (από την οποία ουδέποτε αποφοίτησα) το οφείλω εν πολλοίς στην Αλκυονίδα, στη Χάνα Σιγκούλα και στον Aντρζέι Βάιντα. Με ζήτα, ανάμεσα στο ρω και στο έψιλον. Τα ξένα ονόματα πρέπει να τα προφέρουμε σωστά. Και στις νυχτωδίες του σινεμά και στις μεταδόσεις του μπάσκετ.

Παρατράγουδα παρατηρήθηκαν μόνο όταν ανέλαβε να διδάξει έκθεση στη Β3 του Α’ Λυκείου Χαϊδαρίου μία νεαρή ουρανοκατέβατη αναπληρώτρια, ονόματι Ρεβέκκα. Παρασκευή μεσημεράκι, παρέδωσα υπερήφανος το αριστούργημά μου για την γοητευτική Αλίκη στις Πόλεις, χωρίς να μπω στον κόπο να εξηγήσω προκαταβολικά στην καθηγήτρια, ότι είχε μπλέξει με παρανοϊκούς. Η Ρεβέκκα όχι μόνο αδιαφορούσε για την Αλίκη και για τις πόλεις, αλλά συμπέρανε ότι είχα ξεσηκώσει την εμβριθή ανάλυσή μου από κάποιο εγχειρίδιο του περιώνυμου Πατάκη.

Οπότε, μου έβαλε 11. Ολογράφως ένδεκα. Σαν κατακεφαλιά με δύο στυλιάρια. Κάπου ανάμεσα στα επιτιμητικά λόγια της δασκάλας κρυβόταν και ένα καμουφλαρισμένο κοπλιμέντο, αλλά πάνω στη σκασίλα μου δυσκολευόμουν να το ξεσκεπάσω.

Δεν είχα ξαναδεί τον αριθμό 11 σε γραπτό μου και το πήρα βαριά. Ουδέποτε είχε διαβεί την πόρτα του δωματίου μου λυσάρι ή άλλο εργαλείο του διαβόλου. Μέχρι τα τρίπτυχα με τις κριτικές του Ραφαηλίδη έφταναν τα βοηθήματά μου.

Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι υπάρχουν και νέοι που χρησιμοποιούν με χάρη στον καθημερινό λόγο τους τη φράση Ο tempora o mores (την οποία είχα ξεσηκώσει από χιουμοριστικό πόνημα του Φρέντυ Γερμανού ή ίσως της Έλενας Ακρίτα), αλλά η Ρεβέκκα μου είπε να πάω καμιά βόλτα για να ξελαμπικάρω.

«Άντε βρες καμιά γκόμενα αγόρι μου», υποθέτω, σήμερα, ότι εννοούσε. Νομίζω ότι αργότερα τα έφτιαξε με τον Χρήστο.

Μικρογραφία
Μικρογραφία

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.