Επέστρεψα χθες άυπνος αλλά περιχαρής από τη Λετονία μετά τη γλυκιά περιπέτεια του Ευρωμπάσκετ, άνοιξα τη χειραποσκευή μου και …τι να δω, ανάμεσα στις φορεμένες μπλούζες και στα αφόρετα λόγω καλοκαιρίας πανωφόρια; Ένα μετάλλιο! Καμωμένο από μπρούτζο, αλλά λαμπερό σαν χρυσάφι. Πάνω είχε χαραγμένο το όνομα του νόμιμου κατόχου του: «Giannis Antetokounmpo». Όχι έτσι με πεζά, αλλά με υπερήφανα κεφαλαία. Όπως αυτά της φανέλας του.
Και πώς βρέθηκε το μετάλλιο μέσα στα πράγματά μου; Άραγε το άρπαξα από το στήθος του να το καταλάβω; Ή μήπως του έπεσε την ώρα του «φιλιούνται-αγκαλιάζονται» και κατέληξε μέσα στην τσέπη του σακιδίου μου; Και τέλος πάντων, τι έπρεπε να κάνω τώρα; Να το επιστρέψω στον άνθρωπο που έχυσε τόσο ιδρώτα για να το κερδίσει; Ή να το υπεξαιρέσω τεχνηέντως για να το κάνω κάδρο και για να το προσφέρω μελλοντικά σε κάποια φιλανθρωπική δημοπρασία;
«Γνήσιο χάλκινο μετάλλιο από το Ευρωμπάσκετ 2025, αχρησιμοποίητο, φορεμένο ελάχιστα, μεγάλης αξίας, κατ’ ευθείαν από το λαιμό του Γιάννη Αντετοκούνμπο». Εάν κρίνω από τα ειωθότα των Ολυμπιακών Αγώνων, άλλωστε, η διοργανώτρια αρχή φροντίζει να αντικαταστήσει τα χαμένα μετάλλια, αυτά που κατά κανόνα ξεχνιούνται στο πίσω κάθισμα κάποιου ταξί πάνω στο μεθύσι του θριάμβου. Οπότε δεν θα έμενε και ο Γιάνναρος με αδειανά χέρια.
Έπειτα συνήλθα από το δικό μου μεθύσι, της διόλου φτηνής αλλά μολαταύτα απολαυστικής λεττονικής μπύρας, και θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια το περιστατικό της προηγούμενης βραδιάς στην Αρένα Ρίγα. Μπορεί κάπου να έπιασε το μάτι σας το σχετικό βίντεο και την εκτενή κειμενολεζάντα, αλλά για να μη ψάχνετε την παραθέτω και εδώ την αφήγηση.
Ώρα 11.15 το βράδυ στο αχανές γήπεδο στη Ρίγα, αμέσως μετά από τις απονομές και τους εθνικούς ύμνους, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο κατευθυνόταν προς τα αποδυτήρια μες στην τρελή χαρά και εγώ βρήκα την ευκαιρία να τον φωνάξω για να τον συγχαρώ και κυρίως για να του εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Ο μεγάλος τελικός είχε ολοκληρωθεί λίγα λεπτά νωρίτερα.
Είχα πιάσει στρατηγική θέση στη γωνία των δημοσιογραφικών θεωρείων πίσω αριστερά (ώστε να κατασκοπεύω αφ’ υψηλού τα μπες-βγες στα αποδυτήρια, από τη βραδιά του αγώνα με το Ισραήλ κιόλας) και ήμουν έτοιμος για όλα. Έπρεπε απλά να βάλει τα δυνατά μου για να με ακούσει, αφού οι μουσικές παιάνιζαν.
«Γιάν-νη! Γιάααααννη! Γιάννηηηηηηη!»
Σήκωσε το κεφάλι, έστρεψε το βλέμμα προς τα αριστερά και με είδε. «Ευχαριστούμε ρε φίλε», του έκανα, με το χέρι στο μέρος της καρδιάς. «Εμείς ευχαριστούμε!», απάντησε εκείνος. Και έβγαλε από την τσέπη της γκρι φόρμας του το κρυφό αντικείμενο του πόθου. Ένα γυαλιστερό, μολονότι χάλκινο, μετάλλιο.
«Έλα ρε λεβέντη μου να βγάλουμε μία φωτογραφία μαζί, εσύ, εγώ και η μεταλλιάρα». Υπήρχε υψομετρική διαφορά, αλλά τα 210 εκατοστά του και οι χερούκλες του την ισοσκέλιζαν. Όρθιος αυτός στο επίπεδο του αγωνιστικού χώρου, σκυφτός εγώ τρία μέτρα από πάνω απ’ το κεφάλι του. Και ενδιάμεσα κάμερες, φωτογράφοι, δημοσιογράφοι, όλο το σύμπαν και τ’ αδέλφια του.
Ο Γιάννης παράτησε τα πάντα, δηλαδή τη Μαράια και το έπαθλο του κορυφαίου σέντερ του Eurobasket 2025, και έκανε μεταβολή για να με πλησιάσει. Δεν βιαζόταν καθόλου να φύγει. Δεν ήταν τώρα ο ζάπλουτος και διάσημος Greek Freak του Μιλγουόκι, αλλά ο Γιαννάκης, το πρόσχαρο παιδί των Σεπολίων.
«Πάρε το μετάλλιό μου και βγάλε σέλφι, Νίκο. Το βλέπεις τι ωραίο που είναι; Φοβερό δεν είναι;».
Και μου το έδωσε. Χωρίς καν να του το ζητήσω. Είναι βαρύ, το άτιμο. Να το κρατάς στα χέρια σου και να καταλαβαίνεις ότι κάτι έκανες. Ότι χαλάλι οι μώλωπες που σου γέμισαν το κορμί.

Τα χέρια μου έτρεμαν λίγο. Οι σέλφι δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου. Γύριζα το κινητό μου οριζόντια, το έστρεφα κάθετα, δεν την πετύχαινα με τίποτε τη γωνία ώστε να φαίνονται και το μετάλλιο και το χαμόγελό μου και η φανέλα του Παναγιώτη Γιαννάκη που φορούσα, πάνω από το μπλουζάκι με το «34».
Ο μίστερ «34» με κοιτούσε και γελούσε. Εμ, δεν έχουμε όλοι τις χερούκλες σου, κυρ Γιάνναρε!
«Δώσε μου το κινητό σου και θα σε βγάλω εγώ. Αλλιώς θα ξημερώσουμε».
Γέλασα. Και του το έδωσα. Και το πήρε. Και με τράβηξε. «Φόρα το στο στήθος το μετάλλιο». Άψογο και ακίνητο το ενσταντανέ, όπως τότε στα Σεπόλια. «Είσαι ο κορυφαίος φωτογράφος της Ρίγα», αστειεύτηκα.
Συνέχισε να χαμογελάει, με εκείνο το χαμόγελο που φωτίζει την πλάση. Άπλωσα το χέρι μου για να τον χαιρετήσω όταν τελειώσαμε με τη φωτογράφιση και τα δάχτυλά μου χάθηκαν μέσα στα δικά του. «Μαλάκα μου, είσαι τελείως τρελός. Τι ήταν αυτά που τους έκανες;»
Και αμέσως μετά: «Γιάννη, ευχαριστούμε για όλα». Αν και δεν άκουγα καλά μέσα στον χαλασμό, νομίζω ότι για πρώτη φορά στα 10-11 χρόνια που γνωριζόμαστε μου μίλησε στον ενικό.
«Καλό βράδυ ρε Γιαννάρα. Και να έχεις πάντα την υγειά σου για να μας χαρίζεις χαρές». Έκανα να φύγω, αλλά είχα κάτι ξεχάσει. «Ρε συ Νίκο, το μετάλλιο δεν θα μου το δώσεις πίσω;»
Ξεκαρδίστηκα και τον ρώτησα αν μου επιτρέπει να το κρατήσω για να κοιμηθώ μαζί του. «Βρε, δώσ’ το μου, σου λέω! Τόσο κόπο έκανα για να το αποκτήσω!»
Γιάννης Αντετοκούνμπο: Πανηγυρίζει το μετάλλιο ραπάροντας ΛΕΞ και Light στα αποδυτήρια
Ξεκίνησα να μοιράζομαι τη φωτογραφία με τους φίλους μου πρoτού καλά καλά επιστρέψω στο κάθισμά μου. Και τότε, άκουσα μια φωνή στα νώτα μου, από την πρώτη σειρά των κερκίδων, πέντε μέτρα μακριά. Ήταν μία κοπέλα με φανέλα της Εθνικής Σερβίας, ονόματι Τάνια. Άγνωστή μου μέχρι εκείνη τη στιγμή.
«Ξέρεις, σας τράβηξα βίντεο και φωτογραφίες με τον Γιάννη. Μήπως τα θέλεις;»
Αν τα θέλω, λέει!
Τα υπόλοιπα τα βλέπετε με τα μάτια σας. Ευχαρίστησα τη νέα μου φίλη και της ευχήθηκα να κατακτήσει η Σερβία το επόμενο χρυσό. «Μακάρι», είπε αυτή στα αγγλικά και σταυροκοπήθηκε ορθόδοξα. Πρέπει να της είπα γύρω στα οχτακόσια «thank you».
Όσο για το ταπεινό κινητό μου, που πέρασε ένα λεπτό από τη ζωή του στα χέρια του Γιάννη Αντετοκούνμπο, δεν θα το ξαναπλύνω ποτέ. Θα το αποσύρω από την κυκλοφορία και θα το κάνω εικόνισμα, να μου θυμίζει για πάντα τη Ρίγα.
Εκεί που ξεπακετάριζα στην Αθήνα και αναρωτιόμουν τι να κάνω με το ρημάδι το μετάλλιο, τινάχτηκα ξαφνικά και ξύπνησα ανάμεσα σε κάτι πιτσιρικάδες. Δεν βρισκόμουν στο σπίτι μου με τα γατιά μου, αλλά στο κάθισμα 4Β της πτήσης της Ryanair από Ρίγα μέσω Βιέννης. Που παραδόξως έφτασε στην ώρα της.
Βάσανο η μεσαία θέση, ιδίως σε εταιρίες low budget, αλλά με κάποιον τρόπο κατόρθωσα να κοιμηθώ, περικυκλωμένος από σχολιαρόπαιδα λυκείου που έρχονταν στην Ελλάδα για εκδρομή. H κλοπή του μεταλλίου του Greek FreaK ήταν όνειρο, όπως και το υπόλοιπο Ευρωμπάσκετ, εδώ που τα λέμε.
Λεμεσός, Ρίγα, δυόμισυ εβδομάδες που θα μείνουν αλησμόνητες στους λίγους τυχερούς που τις ζήσαμε από κοντά. Να γιατί ήθελα να πω «ευχαριστώ» στον Γιάννη Αντετοκούνμπο, στα αδέλφια του, σε όλους τους υπόλοιπους αθλητές της Εθνικής μας και σε σύσσωμο το επιτελείο του Βασίλη Σπανούλη.
«Ευχαριστώ, μάγκες» και όχι απλά «συγχαρητήρια». Επειδή αναβίωσαν τον έρωτα με την επίσημη αγαπημένη και μας έκαναν να χορέψουμε χορούς που δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχουν. Για όσους δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, λυπάμαι αλλά δεν θα μπορέσουμε.
Αγάπης, ελπίδας, σοφίας και πίστεως σήμερα. Η Εθνική μας είχε στη Ρίγα και από τα τέσσερα αυτά αγαθά και μάλιστα σε αφθονία. Στην νεοελληνική κοινωνία, αντίθετα, αποτελούν ήδη εν ανεπαρκεία. Να τα αναζητήσετε και εσείς και δεν θα το μετανιώσετε. Να δώσετε και στα παιδιά σας.
Διαβάστε επίσης:
Ένταση ανάμεσα σε Τουμασάτου και Μελέτη: «Δεν μπορώ να δεχτώ την ελληνική κυβέρνηση»
«Τι έγινε παιδιά, πονάτε;» – Το απίστευτο σχόλιο Πορτοσάλτε για τη μεταγραφή Λοβέρδου στη ΝΔ
Θεσσαλονίκη: Ουρές δεκάδων μέτρων για τα εγκαίνια γνωστής αλυσίδας fast food (video)
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια