Ο Γιάννης Πουλόπουλος στη ΛΥΡΑ της «χρυσής εποχής» του ελληνικού τραγουδιού

Αφιέρωμα στη μνήμη του μεγάλου ερμηνευτή μέσα από τα λόγια του Μίκη Θεοδωράκη, της Ρένας Κουμιώτη, του Γιάννη Γλέζου και του Λίνου Κόκοτου, καλλιτεχνών που συνδέθηκαν φιλικά και επαγγελματικά μαζί του 

Αντώνης Μποσκοΐτης 25/08/2020 | 11:41

Ο Γιάννης Πουλόπουλος είχε αποσυρθεί συνειδητά από το τραγούδι, από τις ζωντανές εμφανίσεις και τη δισκογραφία. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό έγινε στο σωστό timing, προτού δηλαδή αρχίσει να φθείρεται ή να αποτελεί σκιά του παρελθόντος, όπως δυστυχώς συμβαίνει με πολλούς συναδέλφους του. Και ίσως γι' αυτό με κάθε έκτακτη εμφάνιση του, οπουδήποτε δηλαδή μπορεί να βρισκόταν και να έπιανε ένα μικρόφωνο, γινόταν κανονικός χαλασμός, συντηρώντας έναν μύθο γύρω απ' τ' όνομα του. Δεν έχει γίνει κάτι ανάλογο με πολλούς τραγουδιστές. Ο Πουλόπουλος από'να σημείο και μετά σταμάτησε τα πάντα, μεταξύ αυτών και τις συνεντεύξεις. Είχα προσπαθήσει πριν λίγα χρόνια, μέσω της στενής συνεργάτιδας και συναδέλφου του, Ρένας Κουμιώτη, να του έπαιρνα μία συνέντευξη. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο, αλλά κατάλαβα πως ο άνθρωπος ταλαιπωρούταν από σοβαρά προβλήματα υγείας. Δεν ήθελα να επιμείνω. Τον άφησα στην ησυχία του και φρόντιζα να μαθαίνω τα νέα του από απόσταση. 

Ο Γιάννης Πουλόπουλος ήταν ένας θηριώδης τραγουδιστής και ο χαρακτηρισμός αυτός ας μην ακουστεί καθόλου υπερβολικός. Υπάρχει, στα αλήθεια, Έλληνας που να μην έχει τραγουδήσει το «Άγαλμα» και το «Θα πιω απόψε το φεγγάρι»; Που να μην έχει δει τη μορφή του ή απλά να μην έχει ακούσει τη φωνή του στα έγχρωμα δαλιανίδεια μιούζικαλ; Μιλάμε για μία τεράστια καριέρα αρχής γινομένης από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ('64 - '65) μέχρι και το 1999, που κυκλοφόρησε ο τελευταίος του δίσκος, και που βέβαια έφτασε στο αποκορύφωμα της την τριετία 1969 - 70 -71, τότε που κυκλοφόρησαν οι σημαντικότεροι δίσκοι του, όχι μόνο για τον ίδιο ή για όλους τους συντελεστές τους, αλλά για το ελληνικό τραγούδι γενικότερα: Τα «12 τραγούδια F. G. Lorca» των Γιάννη Γλέζου - Λευτέρη Παπαδόπουλου, οι «Ώρες» του Λίνου Κόκοτου, η «Γύφτισσα μέρα» των Γιώργου Κοντογιώργου - Άκου Δασκαλόπουλου και, βέβαια, ο «Δρόμος» των Μίμη Πλέσσα - Λευτέρη Παπαδόπουλου, ο Νο 1 πιο εμπορικός ελληνικός δίσκος. Αν και σύμφωνα με τον ερευνητή και καταγραφέα της ελληνικής δισκογραφίας, Πέτρο Δραγουμάνο, ο Πουλόπουλος ηχογράφησε συνολικά 404 τραγούδια με τη φωνή του, η συμμετοχή του στον «Δρόμο» ήταν αυτή που τον έκανε τον 4ο - κατά σειρά - πιο «ευπώλητο» Έλληνα τραγουδιστή. Λογικό, αν αναλογιστούμε πως ο «Δρόμος» μέχρι σήμερα έχει πουλήσει περισσότερο από κάθε άλλον ελληνικό δίσκο. 

Την παραμονή του στη ΛΥΡΑ επί σειρά ετών ο Πουλόπουλος τη χρωστούσε σαφώς στον Αλέκο Πατσιφά. Αυτός, βλέποντας την απήχηση που είχε, τον κρατούσε στην εταιρεία, αναθέτοντας του συνέχεια ηχογραφήσεις μεμονωμένων τραγουδιών σε δίσκους 45 στροφών, αλλά και ολόκληρων άλμπουμ με τη συμμετοχή του. Διότι, εκτός απ' τις προαναφερόμενες δισκογραφικές δουλειές, η φωνή του Πουλόπουλου την περίοδο της μεγάλης ακμής του ακούστηκε και σε άλμπουμ, όπως η «Ερωφίλη» του Νίκου Μαμαγκάκη, τα «11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου» πάλι του Μαμαγκάκη, το «Pablo Neruda: Εμιλιάνο Ζαπάτα» των Γιάννη Γλέζου - Λευτέρη Παπαδόπουλου καθώς και σε ακόμη δύο ολόκληρες δουλειές με τον Μίμη Πλέσσα: Τους κύκλους τραγουδιών «Θάλασσα...Πικροθάλασσα» (στίχοι Κώστα Βίρβου) και «Μίλα μου για τη λευτεριά» (στίχοι Λευτέρη Παπαδόπουλου). Στους περισσότερους απ' αυτούς τους δίσκους το έτερον καλλιτεχνικό του ήμισυ ήταν η τραγουδίστρια Ρένα Κουμιώτη, επίσης αγαπημένο παιδί του Πατσιφά της ΛΥΡΑ.  

1969, Ρένα Κουμιώτη - Γιάννης Πουλόπουλος, επαγγελματική φωτογράφηση για τον δίσκο ''Ο Δρόμος'' των Μ. Πλέσσα - Λ. Παπαδόπουλου (αρχείο Ρένας Κουμιώτη)

Η Ρένα Κουμιώτη σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, τον Φεβρουάριο του 2015, μου είχε μιλήσει για την πρώτη γνωριμία της με τον Γιάννη Πουλόπουλο στο σπίτι του Μίμη Πλέσσα, όταν την κάλεσαν για τον δίσκο «Ο Δρόμος»:

- Πάω, ανοίγει η πόρτα και βλέπω τον Γιάννη Πουλόπουλο, τον Θεό, μου κόβεται η μισή φωνή μου. Ευγενέστατος ο Πλέσσας, κάθεται στο πιάνο και μου παίζει τα δύο τραγούδια, το ''Δώσε μου το στόμα σου'' και το ''Πρώτη φορά''. Τα λέω – ''Πολύ ωραία'' κάνει ο Πλέσσας. Μπαίνουμε στο στούντιο. Δυσκολεύομαι σε μια φάση που έπρεπε να ανεβάσω τη φωνή, αλλά έρχεται ο Γιάννης και μου λέει: ''Πριν ανεβάσεις, να σκέφτεσαι κάτι και να θυμώνεις''. Μου 'χει μείνει μέχρι σήμερα. Πριν βγω να τραγουδήσω, θέλω πάντα έναν καβγά για να φτιαχτώ (γέλια). Μετά απ' τον ''Δρόμο'', η καριέρα μου εκτινάχθηκε! Δεν υπήρχε συνθέτης που να μη μου ζητήσει συνεργασία, όχι μόνο εμένα, αλλά και του Γιάννη!

Τα υπόλοιπα που μου εξομολογήθηκε η Κουμιώτη για τον Πουλόπουλο δημοσιεύονται σήμερα για πρώτη φορά:

- Σαν να μας είχε ''δεμένους'' ο Πατσιφάς με συνεχείς ηχογραφήσεις. Μας πίστευε, αλλά κι εμείς τον ακούγαμε, έχοντας την ελευθερία να επιλέξουμε. Εγώ, για παράδειγμα, δεν ήθελα να τραγουδήσω Ζαμπέτα, που τον θεωρούσα πολύ λαϊκό στα ξεκινήματα μου. Θυμάμαι στην εταιρεία τον Πατσιφά να με πιέζει να τον τραγουδήσω και τον ίδιο τον Ζαμπέτα να μου λέει:''Έλα, μανίτσα μου, πες τα τραγουδάκια'' (γέλια). Ο Πουλόπουλος, πάλι, είχε μεγάλη εκτίμηση του Ζαμπέτα και συνεργάστηκαν στη δισκογραφία. Το ίδιο κι εγώ, αλλά αργότερα.

Απόκομμα εφημερίδας της εποχής πριν την πρεμιέρα του μιούζικαλ ''Ο Δρόμος'', από τον ομότιτλο δίσκο των Μ. Πλέσσα - Λ. Παπαδόπουλου, με τους Γιάννη Πουλόπουλο - Ρένα Κουμιώτη (αρχείο Ρ. Κουμιώτη)

- Με τον Γιάννη μας καλούσαν στη ΛΥΡΑ και μας έπαιζαν συνθέτες τα τραγούδια τους. Αν μας άρεσαν τα λέγαμε, αν όχι, τα αφήναμε. Δεν ήμασταν μόνο συνεργάτες, αλλά και στενοί φίλοι. Κάθε βράδυ μετά το μαγαζί που σχολάγαμε, πηγαίναμε οι δυο μας - πάντα οι δυο μας - και καθόμασταν σε μια γωνιά, να μη μας βλέπουν κιόλας, στο κλαμπ ''Κόπα Καμπάνα'' στο Σύνταγμα. Ο ιδιοκτήτης φυσικά μας γνώριζε, είχαμε γίνει θαμώνες του και στο τέλος δεν μας έπαιρνε χρήματα. 

- Ένα βράδυ, το 1970, αφότου είχε βγει ο ''Δρόμος'', ήρθαμε στο σπίτι μου με τον Γιάννη κι έναν άλλο φίλο αμέσως μετά τη δουλειά. Εγώ τότε έμενα σε ένα ρετιρέ στη Νέα Σμύρνη και είχα ένα σκυλάκι κανίς. Με το που ανοίγουμε την πόρτα, το σκυλί πετάγεται. Γίνεται καπνός και το χάνουμε. Πιστεύοντας πως πήγε στη διπλανή οικοδομή, μεσοτοιχία με την πολυκατοικία, δεν θα ξεχάσω το σθένος του Γιάννη βλέποντας με μες τον πανικό! Δίνει ένα σάλτο και πηδάει από το μπαλκόνι στην διπλανή πολυκατοικία, όπου μετά από λίγη ώρα βρήκαμε το ζωάκι. 

1970, Ρένα Κουμιώτη - Γιάννης Πουλόπουλος (αρχείο Ρ. Κουμιώτη)

- Με τον Γιάννη αγαπούσαμε όλους τους δίσκους που μας έτυχε να κάνουμε μαζί. Του Πλέσσα, του Κόκοτου, του Κοντογιώργου. Αναγνωρίζαμε φυσικά πως ο ''Δρόμος'' ήταν το πικ και των δύο μας, παρόλο που όταν εγώ ξεκινούσα, εκείνος ήταν ήδη αναγνωρισμένος τραγουδιστής. Με μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση δημοσίευσα έναν αποχαιρετισμό σήμερα. Ποτέ δεν χαθήκαμε μέσα στα χρόνια, μιλάγαμε στο τηλέφωνο και, μάλιστα, κάναμε μαζί Πρωτοχρονιά πριν μερικά χρόνια. Ο Γιάννης Πουλόπουλος ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου με την έννοια αυτού που λέμε ''ο δικός μου άνθρωπος'', φίλος, συνεργάτης, σύντροφος στην τέχνη και στα πάλκα, γέλια, χαρές, παρέες, όλη η ανεμελιά της νιότης.  

Ο Λίνος Κόκοτος είναι ένας συνθέτης με τον οποίο επίσης δούλεψε πολύ ο Πουλόπουλος, τόσο στη δισκογραφία, όσο και στη σκηνή. Για την ακρίβεια, αμέσως μετά την επιτυχία των δύο πρώτων τραγουδιών του Κόκοτου με τον Γιώργο Ζωγράφο, ο Αλέκος Πατσιφάς ήταν εκείνος που τον κάλεσε για να έγραφε άλλα δύο τραγούδια για τη φωνή του Πουλόπουλου. Ακολουθεί η μαρτυρία του συνθέτη Λίνου Κόκοτου για τον ερμηνευτή και συνεργάτη του, Γιάννη Πουλόπουλο, όπως την κατέγραψα σήμερα, 24 Αυγούστου του 2020:

- Η πρώτη μου γνωριμία με τον Πουλόπουλο έγινε με αφορμή το δεύτερο 45άρι δισκάκι μου. Είχε προηγηθεί η επιτυχία του ''Μικρό παιδί'' με τον Ζωγράφο κι έτσι με έπιασε ο Πατσιφάς και μου είπε: ''Τώρα θέλω να μου κάνεις δύο νέα τραγούδια για τον Γιάννη Πουλόπουλο''. Όλα αυτά γίνονται στα τέλη του 1967. Έφτιαξα δύο τραγούδια, πράγματι, το ''Ένα μαχαίρι'' σε στίχους Άκου Δασκαλόπουλου και το ''Χάθηκαν οι ώρες'' σε στίχους Τάκη Μωραΐτη. Τον θυμάμαι πολύ ήρεμο παιδί κι από λίγο πιο πριν, όταν συναντιόμασταν στη ΛΥΡΑ, που κατά κάποιο τρόπο ήταν το ''καφενείο'' μας. Εκείνο το διάστημα ο Γιάννης εμφανιζόταν στα ''Ταβάνια'', τη μπουάτ του Γιώργου Μαρίνου. Πήγα, τον βρήκα και θυμάμαι τα λόγια του: ''Καλώς τον! Μου'πε και ο Αλέκος πως θέλεις να κάνουμε δύο τραγούδια. Φέρ'τα μου, λοιπόν''. Όλα έγιναν γρήγορα, δεν υπήρξε ''μ' αρέσει - δεν μ' αρέσει''. Έκατσα στο πιάνο, τα έπαιξα και μπήκαμε και τα γράψαμε. 

- Βλεπόμασταν, κάναμε μια μικρή παρέα, αλλά εκεί που δυνάμωσε η παρέα μας ήταν το 1969, όταν γυρίστηκε το πρώτο μου μεγάλο LP, οι ''Ώρες''. Εκεί ο Γιάννης τραγούδησε τρία βασικά κομμάτια, τα οποία έγιναν όλα μεγάλες επιτυχίες: Το ''Γειτονάκι μου'', το ''Όσα δε βάνει ο λογισμός'' και το ''Καράβι αραγμένο'', το πρώτο ζεϊμπέκικο που έγραψα ποτέ. Οι ''Ώρες'' βγήκαν τρεις μήνες μετά τον ''Δρόμο'' του Πλέσσα, γιατί γράφαμε ταυτόχρονα στο στούντιο. Μια στιγμή που θα θυμάμαι πάντα είναι από την εγγραφή του ''Όσα δεν βάνει ο λογισμός'', παρόντος του Πατσιφά και μίας ακόμη παραγωγού. ''Ο Γιάννης έδωσε ρέστα'' έλεγαν οι δυο τους και είχαν δίκιο. 

- Ο Γιάννης ευτύχησε να τραγουδήσει αριστουργήματα! Μην ξεχνάμε τον ''Lorca'' του Γιάννη Γλέζου, τον ''Εμιλιάνο Ζαπάτα''. Εγώ είχα μάλιστα την επιμέλεια των τραγουδιών αυτών, όταν ο Γιάννης τα πρωτοτραγούδησε ''ζωντανά'' σε μπουάτ με μικρόφωνο και πλήρη ορχήστρα. Η συνεργασία μας επί σκηνής διήρκεσε δύο χρόνια: Την πρώτη χρονιά ήμασταν Γιάννης Πουλόπουλος - Καίτη Χωματά κι εγώ. Τη δεύτερη, Γιάννης Πουλόπουλος - Ρένα Κουμιώτη - Πόπη Αστεριάδη. Μιλάω για το 1972, που είχαν βγει όλοι οι μεγάλοι δίσκοι του. Κάθε βράδυ εκείνο που είχε να λέει μόνο ήταν καλά λόγια: ''Λίνο μου, ποτέ δεν μ' έχει συνοδεύσει καλύτερη ορχήστρα''! Και, πραγματικά, δεν υπήρξε ούτε ένα κιχ διαφωνίας στο πως ενορχήστρωσα και στο πως παίξαμε τα τραγούδια. Εκεί, όμως, που ο Πουλόπουλος δεν πίστευε στα μάτια του ήταν με το εξής περιστατικό: Είχε γυρίσει σε δίσκο με τον Μαμαγκάκη τα ''11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου''. Μέσα κει υπήρχε ένα στριφνό τραγούδι, το ''Άιντε και ντε'', ένα τραγούδι δηλαδή που δεν ήταν κουπλέ - ρεφρέν και τελειώσαμε. Του ζήτησα να το βγάλουμε για το πρόγραμμα...''Λίνο, αυτό το τραγούδι έχουμε μπει δέκα φορές στούντιο με τον Μαμαγκάκη για να το γράψουμε''...''Μου το αφήνεις πάνω μου;'' τον ρωτάω...''Ελεύθερα'' μου απαντάει. Καλώ τα παιδιά, κάνουμε δυο μέρες πρόβα και τον φωνάζω: ''Έλα τώρα και πες το''. Το ακούει και μου λέει: ''Εδώ, Λίνο, υποκλίνομαι! Τα ρέστα μου!'' Ήταν τελικά ένα απ' τα κομμάτια που το εντάξαμε στο πρόγραμμα κι έβγαινε νεράκι. ''Πώς τό'βγαλες, ρε παιδί μου;'' γυρνούσε και με ρωτούσε...

- Ο Μαμαγκάκης αγαπούσε πάρα πολύ τον Πουλόπουλο και του'χε σταθεί σε διάφορες καταστάσεις, όχι απαραιτήτως καλλιτεχνικές. Εμείς πάλι φεύγαμε απ' τη μπουάτ, αφού δεν γυρνούσαμε αμέσως σπίτι τα βράδια, και τον έβλεπα να μου αφήνει με δάκρυα στα μάτια στιγμές της ζωής του. Μου άνοιγε την καρδιά του. Τις στιγμές αυτές τις πήρε μαζί του πια και τώρα δεν θα τις μάθει κανείς από μένα, όπως δεν τις έμαθε κι απ' τον ίδιο. Αυτό ακριβώς ήταν που με έδεσε απίστευτα μαζί του. Ο Γιάννης δεν την άνοιγε εύκολα την καρδιά του, ήταν ένα ευαίσθητο και κλειστό παιδί.  

- Τα πρώτα χρόνια που έμενε στη Βούλα, κάναμε συχνές επισκέψεις ο ένας στο σπίτι του άλλου. Όταν μετά μετακόμισε στην Εκάλη, κάπου χαθήκαμε. Είχαμε πάντα, όμως, συχνή τηλεφωνική επικοινωνία. Τελευταία φορά μιλήσαμε πριν ένα τρίμηνο, αλλά είχαμε μία δεκαετία να βρεθούμε από κοντά. Νιώθω τυχερός που αυτός ο άνθρωπος με τραγούδησε. Ήταν ένας σπουδαίος, σπουδαιότατος ερμηνευτής με άποψη και κριτήριο για το ρεπερτόριο του. Θα λείψει σε όλους μας...

Για τον Γιάννη Πουλόπουλο δεν μου μίλησαν μόνο οι στενοί συνεργάτες και φίλοι του, Λίνος Κόκοτος και Ρένα Κουμιώτη. Είχα την ευκαιρία να καταγράψω και τον Μίκη Θεοδωράκη να μου μιλάει γι' αυτόν στο σπίτι του σημαντικότερου εν ζωή Έλληνα συνθέτη, το απόγευμα της 13ης Μαΐου του 2017. Ο Θεοδωράκης, ως γνωστόν, ήθελε να επιβάλλει τον Πουλόπουλο ως νέο τραγουδιστή στην Κολούμπια του Λαμπρόπουλου - «Εγώ αυτόν θα τον κάνω τραγουδιστή» είχε πει χαρακτηριστικά, ακούγοντας τον, σε εφηβική ηλικία ακόμη, στις οντισιόν από την εταιρεία:

Στο κέντρο ο Γιάννης Πουλόπουλος και ο Μίκης Θεοδωράκης. Αριστερά, δίπλα στον Πουλόπουλο, ο Δημήτρης Μητροπάνος και δεξιά, δίπλα στον Θεοδωράκη, η Ελένη Ροδά.

- Τον Πουλόπουλο τον θυμάμαι παιδάκι να έχει πάθος με το τραγούδι. Ήθελε οπωσδήποτε να κάνει καριέρα, προφανώς για να γλιτώσει απ' τη φτώχεια, όπως πολλά από τα παιδιά του καιρού εκείνου. Κι εγώ, όμως, άλλο που δεν ήθελα, καθώς είχε μία πάρα πολύ ωραία φωνή, λαϊκή, αλλά ήρεμη, χωρίς να φωνάζει. Θα πρέπει να σας πω ότι εγώ από τότε ήμουν πολύ δεκτικός με τους νέους καλούς τραγουδιστές. Ήταν κι η εποχή των Λαμπράκηδων και του ΣΦΕΜ (σ.σ. Σύλλογος Φίλων Ελληνικής Μουσικής), όπου η τέχνη συμπορευόταν με την πολιτική και την Αριστερά. 

- Αποφάσισα να τον βάλω να τραγουδήσει στη ''Γειτονιά των Αγγέλων», το '63, του Καμπανέλλη. Του δόθηκαν τρία κομμάτια με τη συνοδεία χορωδίας, που πήγαινε στη φωνή του. Ήθελα να κάναμε δίσκο ολόκληρο στην Κολούμπια, αλλά δεν υπήρχε το ίδιο ενδιαφέρον. Για να είμαστε ειλικρινείς, ο Γρηγόρης (σ.σ. ο Μπιθικώτσης) πάτησε πόδι: ''Ή εγώ ή αυτός''! Ίσως αυτό του βγήκε σε καλό του Πουλόπουλου, γιατί τότε τον ''τσίμπησε'' ο Πατσιφάς της ΛΥΡΑ και του έχτισε τη μεγάλη καριέρα του με τα τραγούδια του Σπανού, του Μαμαγκάκη και κυρίως του Πλέσσα. Πάντως, επειδή τότε είχα άριστες σχέσεις με τον Πατσιφά και επειδή μάλλον όλες οι εταιρείες ήθελαν τραγούδια μου, κάναμε μια σειρά μικρών δίσκων με τον Πουλόπουλο, που όλοι βγήκαν μες το '64 - '65. Στην ουσία δηλαδή είχε ισχύσει αυτό που'χα πει, ότι εγώ αυτόν θα τον κάνω τραγουδιστή. Γράψαμε τραγούδια από την ''Πολιτεία'', που είχαν πει ο Μπιθικώτσης και ο Καζαντζίδης, ενώ τραγούδησε σε δίσκο και το ''Από το παράθυρο σου'', που'χε κυκλοφορήσει με την Καρέζη και τον Κούρκουλο. Μερικά, όμως, ήταν δικά του, σε α' εκτέλεση, που τα τραγούδησε ο Μπιθικώτσης λίγο αργότερα. Και μετά ξανά ο Πουλόπουλος! Υπήρχε μία άτυπη κόντρα μεταξύ αυτών των δύο που δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτω απ' την ίδια σκεπή. Όχι τόσο απ' τον Πουλόπουλο, όσο απ' τη μεριά του Γρηγόρη. Τέλος πάντων, βοήθησε πολύ ο Γιάννης Διδίλης, βασικός μου συνεργάτης, στις ηχογραφήσεις με τον Πουλόπουλο. Είχα αφήσει εν λευκώ στον Διδίλη να έκανε ότι ήθελε, γιατί το ίδιο διάστημα είχα πολλές υποχρεώσεις με την Κολούμπια.

- Με τον Πουλόπουλο χώρισαν οι δρόμοι μας μάλλον για πολιτικούς λόγους. Η εποχή ήταν ταραγμένη κι εγώ ετοιμαζόμουν για μεγάλη περιοδεία στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Τον ήθελα μαζί μου, αλλά εκείνος μ' αρνήθηκε. Φοβήθηκε προφανώς μην χαρακτηριστεί κομμουνιστής επειδή θα τραγουδούσε με τον Θεοδωράκη στη Ρωσία. Τότε βρήκα ως αντικαταστάτη του τον Αντώνη Καλογιάννη, ο οποίος έμελλε να γυρίσει σε δίσκο τα επόμενα χρόνια πολλά τραγούδια μου. Δεν ξεχνώ πάντως πως την πρώτη φορά που διηύθυνα τον Πουλόπουλο - ίσως να μην ήταν κι η πρώτη του μαζί μου - ήταν αυτός, η Φαραντούρη και ο Μητροπάνος, 20 χρονών παιδιά τότε. Κάθε εμπόδιο για καλό λένε και τίποτα δεν βγήκε τυχαία. Ο Γιάννης Πουλόπουλος έκανε μια μεγάλη καριέρα και αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο γιατί το άξιζε ως αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής. Έμειναν αυτά τα δισκάκια να θυμίζουν και τη δική μας συνεργασία...

Για την ακρίβεια, «όλα αυτά τα δισκάκια που έμειναν», σύμφωνα με τον Μίκη, ήταν και το βασικό υλικό ενός ολόκληρου δίσκου που κυκλοφόρησε στη Μεταπολίτευση πια, με γενικό τίτλο «Ο Γιάννης Πουλόπουλος τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη». Κατά ένα τρόπο περιείχε συγκεντρωμένες πολλές από τις ηχογραφήσεις της προηγούμενης δεκαετίας που είχαν βγει είτε σε δισκάκια 45 στροφών, είτε σε επτάιντσα, δεκάϊντσα και δωδεκάιντσα βινύλια. Από αφήγηση του ίδιου του Πουλόπουλου στον δημοσιογράφο και ερευνητή Γιώργο Τσάμπρα, τον Ιανουάριο του 1995, μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε σε μία από τις επανεκδόσεις του άλμπουμ «Ο Γιάννης Πουλόπουλος τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη», διαβάζουμε να λέει τα εξής μεταξύ άλλων:

- Με το που τραγουδάω, βγαίνει ο ψηλός και λέει: ''Σας κάνει δε σας κάνει, τον κάνω εγώ τραγουδιστή για πάρτη μου''. Πρώτη εμφάνιση στο Ρεξ στη ''Γειτονιά των Αγγέλων''. Τραγουδάω κάθε βράδυ ''Στρώσε το στρώμα σου για δυο'', ''Και δόξα τω θεώ'' και ''Το ψωμί είναι στο τραπέζι''. Και παράλληλα τα ηχογραφώ και για το δίσκο με τα τραγούδια της παράστασης. Δεν το ξέρει πολύς κόσμος αυτό, γιατί μετά τα έκανε δεύτερη εκτέλεση ο Μπιθικώτσης. Τώρα γιατί έκανε δεύτερη εκτέλεση ο Μπιθικώτσης, που τότε μεσουρανούσε, τραγούδια που είχε πρωτοπεί ένας άγνωστος τραγουδιστής, είναι πρόβλημα δικό του. Εγώ ένα μήνα έμεινα στην παράσταση της ''Γειτονιάς των Αγγέλων''. Στις δυο βδομάδες ήρθε κάποιος και μου πρότεινε να πάω να τραγουδήσω σε μια μπουάτ στην Πλάκα...

Άφησα για το τέλος τη μαρτυρία του συνθέτη Γιάννη Γλέζου, που μας κληροδότησε έναν απ' τους ωραιότερους ελληνικούς δίσκους με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου: Τα «12 τραγούδια F. G. Lorca» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και ενορχηστρώσεις Νίκου Μαμαγκάκη. Η συνέντευξη με τον Γιάννη Γλέζο πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2004 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΗΧΟΣ» (τεύχος 376). Το συγκεκριμένο απόσπασμα για τον Γιάννη Πουλόπουλο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αν υποτεθεί πως το παρόν αφιέρωμα δεν αποτελεί αγιογραφία. Απ' την άλλη, είναι γνωστό τοις πάσι πως ο Γλέζος ουδέποτε θέλησε ως συνθέτης να μπει στο σύστημα του «''θεού - τραγουδιστή'', που όλοι οι άλλοι, στιχουργοί, συνθέτες, παραγωγοί και ενορχηστρωτές αποτελούν τους μικροϋπηρέτες του και τον μικρόκοσμο του» - δικά του είναι τα συγκεκριμένα λόγια μέσα στα εισαγωγικά. Ας δούμε τι έλεγε το 2004 ο Γλέζος για τον Πουλόπουλο, απαντώντας στη σχετική ερώτηση μου:

- Τι είχε γίνει με εκείνη τη δημόσια διαμάχη με τον Γιάννη Πουλόπουλο;

- Επί χούντας είχα δώσει προς έκδοση το έργο μου ''Εμιλιάνο Ζαπάτα'' με ερμηνευτή τον Πουλόπουλο. Μέσα στο 1971 και με το εξώφυλλο του περίφημου χαράκτη Τάσσου, ο δίσκος αυτός ήταν μια καθαρή πολιτική πράξη. Δυο μήνες αφότου κυκλοφόρησε, ο Νερούδα πήρε το Νόμπελ κι έτσι, βάσει της υποτιθέμενης φιλελευθεροποίησης του Παπαδόπουλου, ήταν πολύ δύσκολο να λογοκριθεί! Την ίδια περίοδο, όμως, που εγώ πρότεινα ''Πατρίδα ζητάμε για τους ταπεινωμένους'', ο Πουλόπουλος τραγουδούσε ''Πάμε για ύπνο, Κατερίνα''. Απλούστατα δεν μπορούσα να δίνω τραγούδια μου σ' έναν άνθρωπο, ο οποίος έλεγε ''Πάμε να κοιμηθούμε'', ενώ εγώ φώναζα να ξυπνήσουμε! Ακόμα και σήμερα φοβάμαι ότι και ένα νέο παιδί να βρω, μόλις κάνει την επιτυχία θα με πουλήσει...

Κατά βάση, ο Γλέζος δεν τα είχε «βάλει» με τον Πουλόπουλο, αλλά μ' όλους τους τραγουδιστές, εξ ου και από το 1972, που έφυγε στην Αμερική, ο ίδιος δεν ξανάδωσε ποτέ τραγούδι του σε άλλον τραγουδιστή. Τη γνώμη του, πάντως, για τον Πουλόπουλο, μου την διατύπωσε με λίγα και σταράτα λόγια: 

- Κάναμε τρεις δίσκους μαζί, την  ''Ελένη του Μάη'', τα ''12 τραγούδια F. G. Lorca'' και τον ''Εμιλιάνο Ζαπάτα''. Πέρα απ' τις δικές μου απόψεις, ο Πουλόπουλος ήταν ο καλύτερος τραγουδιστής της γενιάς του και δεν βάζω κανέναν πάνω απ' αυτόν! 

Λεπτομέρεια, για να είμαστε αντικειμενικοί και σωστοί: Μπορεί η χούντα να μην λογόκρινε το επαναστατικό έργο ''Pablo Neruda: Εμιλιάνο Ζαπάτα'' των Γιάννη Γλέζου - Λευτέρη Παπαδόπουλου, λογόκρινε όμως ακριβώς το τραγούδι, στο οποίο αναφέρεται ο Γλέζος, το ''Πάμε για ύπνο, Κατερίνα'' των Γιώργου Κατσαρού - Πυθαγόρα! Τώρα για ποιους λόγους η χούντα θεώρησε «αντιστασιακό» το ''Πάμε για ύπνο, Κατερίνα'', ο θεός κι η ψυχή του...Η βλακεία, βέβαια, συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, αφού από χθες, με αφορμή την είδηση θανάτου του Πουλόπουλου, σε πολλά αφιερώματα διαδικτυακών sites είδα τον τίτλο: «Πέθανε ο τραγουδιστής του εμβληματικού ''Πάμε για ύπνο, Κατερίνα''»...Αν είναι δυνατόν! Τόσα αριστουργήματα έχει τραγουδήσει ο Γιάννης Πουλόπουλος, την άμμο της θάλασσας κυριολεκτικά, και κάποιοι άσχετοι (το λιγότερο) έμειναν σ' ένα σαχλοτράγουδο του Κατσαρού και του Πυθαγόρα από το 1972! 

Στο παρόν αφιέρωμα καλύφθηκε η περίοδος του Γιάννη Πουλόπουλου στη ΛΥΡΑ του Πατσιφά, του ισχυρού δισκογραφικού παράγοντα που πίστεψε στο ταλέντο και στις ικανότητες του και τον οδήγησε σε σημαντικές συνεργασίες, για πολλές απ' τις οποίες μας μίλησαν οι στενοί φίλοι και συνεργάτες του. Φυσικά η καριέρα του Πουλόπουλου δεν τελείωσε εκεί. Από κει ξεκίνησε για την ακρίβεια, για να φτάσει στο απόγειο της με τα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα για τις ανάγκες των ταινιών του Γιάννη Δαλιανίδη στον Φίνο, που τον έκαναν έναν απ' τους πιο δημοφιλείς νέους τραγουδιστές. Ακόμα και η περίοδος που εισήλθε ο Πουλόπουλος στα τέλη της δεκαετίας του 1970 - αρχές του '80, όταν δηλαδή εγκατέλειψε τους ποιητές και τους μεγάλους έντεχνους συνθέτες, στρεφόμενος στο αμιγώς ερωτικό τραγούδι (να το πω καψουροτράγουδο με κάθε σεβασμό στο εν λόγω είδος), για μένα χρήζει σημασίας. Διότι αναμφισβήτητα ο Γιάννης Πουλόπουλος υπήρξε η πιο ερωτική ανδρική φωνή που πέρασε από το ελληνικό τραγούδι, ασχέτως αν τον ίδιο τίτλο διεκδικεί εδώ και πολλές δεκαετίες ο καλός συνάδελφός του, Γιάννης Πάριος. Ακούστε τον, για του λόγου το αληθές, πώς ερμηνεύει το «Μπαλκόνι (Λόλα)» του Γιάννη Γλέζου και του Federico Garcia Lorca σε απόδοση Λευτέρη Παπαδόπουλου: Δείτε τη Λόλα που τραγουδάει και τη χαϊδεύουν μέντα και βασιλικός/ Ναι, είν’ η Λόλα, που ώρες τώρα/ καθρεφτιζόταν μέσα στα νερά...Ακούς τη φωνή του Πουλόπουλου και νομίζεις πως θα εμφανιστεί μπροστά σου η ημίγυμνη φιγούρα της Ανίτα Έκμπεργκ μέσα απ' τα νερά της Φοντάνα Ντι Τρέβι στο «Dolce Vita» του Φεντερίκο Φελλίνι! Τεράστιος ερμηνευτής, ανεπανάληπτος!