Ο Γιάννης Αγγελάκας τραγουδάει Βίκυ Μοσχολιού, Τζένη Καρέζη, Μαριάνθη Κεφάλα!

Η κραυγή των Λύκων (Γιάννης Αγγελάκας/ Νίκος Βελιώτης) είναι η προσευχή στο ναό του ελληνικού τραγουδιού που χωράει από τον Μάνο Χατζιδάκι μέχρι τη Γενιά του Χάους 

Αντώνης Μποσκοΐτης 08/12/2019 | 16:44

Η νέα δισκογραφική εξόρμηση των «Λύκων στη Χώρα των Θαυμάτων», του Γιάννη Αγγελάκα και του Νίκου Βελιώτη, είναι μια συμπαραγωγή της alltogethernow με το ogdoo music group και, σίγουρα, σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Τιτλοφορείται «Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού» («Volume 1» μάλιστα) και περιέχει 21 διασκευές σε 21 αντίστοιχα κομμάτια απ' όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού: Από την παράδοση, τον Αττίκ και τον Βασίλη Τσιτσάνη μέχρι τους Χατζιδάκι - Θεοδωράκη - Ξαρχάκο - Σπανό - Σαββόπουλο, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, αλλά και τους Rotting Christ - Lost Bodies - Χωρίς Περιδέραιο - Γενιά του Χάους κ.α. 

Μία αρχική σκέψη είναι πως ο λόγος που έγινε αυτή η δουλειά ήταν η συνύπαρξη ή ο συγκερασμός κάθε καλλιτέχνη που το αποτύπωμα του συνιστά «ιστορία του ελληνικού τραγουδιού». Αν ισχύει αυτό, κατά πρώτον είναι θεμιτό, κατά δεύτερον όμως εκφράζει την εντελώς υποκειμενική αντίληψη των δημιουργών του περί του τι ακριβώς συνιστά «ιστορία». Εννοώ πως τα μεγέθη είναι δυσανάλογα και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να μπουν στο ίδιο τσουβάλι ο Τσιτσάνης και ο Θεοδωράκης με μερικούς άλλους «συμμετέχοντες» συνθέτες, που ο Αγγελάκας επέλεξε να τους τραγουδήσει. Μία δεύτερη σκέψη, σαφώς πιο καχύποπτη, είναι πως οι δύο καλλιτέχνες επέστρεψαν με ένα concept διασκευών σε εποχές που το κοινό ελάχιστα ενδιαφέρεται για το καινούργιο και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, μιλώντας γενικά τώρα, δεν έχουν κάτι δυνατό να πουν. Μία τρίτη σκέψη, τέλος, έχει να κάνει με το δικαίωμα του καλλιτέχνη στον πειραματισμό, εφόσον κάποιο δημιούργημα, ανεξαρτήτως από που προέρχεται, τον ιντριγκάρει και τον ωθεί σε μία δημιουργική διαδικασία. 

Άκουσα αρκετές φορές και τους δύο δίσκους και θα'μαι εξ αρχής ευθύς: Δεν βαρέθηκα ούτε για μία στιγμή, πέρασα καλά και φαντάζομαι πως η αίσθηση αυτή θα μεγαλώσει αν παραστώ σε κάποια live παρουσίαση του συγκεκριμένου υλικού. Τα κομμάτια δεν έχουν πειραχτεί ιδιαίτερα από αρμονικής - ρυθμολογικής άποψης, δεν υπάρχει ας πούμε αυτός ο industrial ήχος που συναντήσαμε στις προηγούμενες διασκευές των Αγγελάκα - Βελιώτη στους Βαμβακάρη - Χατζιδάκι. Περισσότερο φτιάχτηκε ένας ηχητικός διάκοσμος, στον οποίο ο Coti K. συνέβαλε τα μάλα σε επίπεδο παραγωγής και ο Αγγελάκας μπήκε εντός του, τραγουδώντας χαμηλότονα, χωρίς εξάρσεις και ξεσπάσματα, σαν να λέει δημόσια τις δικές του ιδιωτικές προσευχές.  

Υπάρχουν και κάποιες «παρεκκλίσεις», που παραπέμπουν στο new wave και τη synth pop (ακούσματα που γαλούχησαν τον Αγγελάκα το διάστημα τέλη '70- αρχές '80) κι αυτό το συναντάμε στην «Έγχρωμη γρίπη» των Χωρίς Περιδέραιο, μία ούτως ή άλλως φανταστική σύνθεση, στο «Σ' ευχαριστώ ω! Εταιρεία» του Σαββόπουλου και στον «Ορφανό καλλιτέχνη» του Θάνου Ανεστόπουλου. Υπάρχει όμως κι ένα dark punk αίσθημα, όπως στο «Η ζωή και η αγάπη» που είχε τραγουδήσει η θρυλική λαϊκή τραγουδίστρια της Θεσσαλονίκης, Μαριάνθη Κεφάλα. Αυτό το κομμάτι είχα κατά νου όταν έγραφα παραπάνω για δυσανάλογα μεγέθη, παραδόξως όμως πρόκειται για μία από τις καλύτερες διασκευές της δουλειάς. Κι αν στον πρώτο δίσκο, δίπλα στο γνωστό απ' τους Χαλκιάδες «Πλούσιοι και φτωχοί πεθαίνουν», την «Προσευχή του ακροβάτη» των Μάνου Χατζιδάκι - Αγαθής Δημητρούκα και το «Άνθρωποι μονάχοι» των Γιάννη Σπανού - Γιάννη Καλαμίτση (η πιο άκυρη διασκευή, νομίζω), έχουμε τις προσεγγίσεις σε νεότερους δημιουργούς, σαν τους Rotting Christ με το ορχηστρικό intro «10 miles high», τον Παύλο Παυλίδη, τους Χειμερινούς Κολυμβητές και τους Lost Bodies, στον δεύτερο πάμε όλο και πιο πίσω, με συνθέσεις των Αττίκ, Μάρκου Βαμβακάρη, Άκη Πάνου, Σταύρου Ξαρχάκου, Διονύση Σαββόπουλου, Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Σταμούλη - Χαράλαμπου Βασιλειάδη, Παύλου Σιδηρόπουλου, χωρίς να λείπουν επίσης οι μεταγενέστεροι Νίκος Γιούσεφ - Θάνος Ανεστόπουλος, Γενιά του Χάους. Ειδικά για τη βαβουρατζίδικη λατρεμένη «Μπασταρδοκρατία» της Γενιάς του Χάους είχα μεγάλη περιέργεια για το πως θα αποδοθεί από τους Αγγελάκα - Βελιώτη, δεδομένων των χαμηλών τόνων που διατηρήθηκαν σε όλες τις προηγηθείσες διασκευές. Η ίδια χαμηλότονη ατμόσφαιρα διατηρείται κι εδώ με τη ραπαριστή εκφορά λόγου του Αγγελάκα και κάποια samples από την αυθεντική ηχογράφηση.

Samples με τη φωνή του «Ναύτη» (ψευδώνυμο του παλιού ρεμπέτη Βαγγέλη Αδρια πιθανώς) να συμπλέει μάλιστα μ' αυτήν του Αγγελάκα υπάρχουν και στο «Μπιρ Αλλάχ (Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί)». Εξαιρετικός, ακόμη, ο Αγγελάκας στην ερμηνεία ενός από τα μεγαλύτερα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην Ελλάδα, το «Την πόρτα ανοίγω το βράδυ» του Μίκη Θεοδωράκη και του Τάσου Λειβαδίτη από τα «Λυρικά». Είναι τόσο δυνατό και αυθύπαρκτο τραγούδι αυτό! Τι να λέμε τώρα...Ο δεύτερος δίσκος και η δουλειά ολόκληρη τερματίζονται με τη διασκευή στους «Σοβαρούς κλόουν» του Παύλου Σιδηρόπουλου από το οριακό «Φλου» του 1978 με τους Σπυριδούλα. Ανήκει στις καλές διασκευές με τη «φιλτραρισμένη» ραπαριστή ερμηνεία του Αγγελάκα, πολύ κοντά στο πνεύμα της αρχικής εκδοχής με τον Σιδηρόπουλο.

Εν κατακλείδι, την - κατά Γιάννη Αγγελάκα και Νίκο Βελιώτη - «Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού», τη δέχεσαι ως αυτό που θέλει να είναι απ' την πρώτη στιγμή: Μια καταγραφή των ελληνικών τραγουδιών, προερχόμενων από διάφορους χώρους, που συγκίνησαν τους δημιουργούς και θέλησαν να τα πλησιάσουν με τον δικό τους τρόπο. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει καμία αυταρέσκεια, κάτι που αναδεικνύεται απ' το ίδιο το ρεπερτόριο αναφορικά με την επιλογή και την προσέγγιση του. Οι διασκευές τους λειτουργούν απενοχοποιητικά για τους ακροατές εκείνους που βάζουν στεγανά στο τραγούδι και ενώ στέκουν ενεοί απέναντι στο λεγόμενο «έντεχνο» ή «λόγιο» τραγούδι, αποτάσσονται οτιδήποτε διαφορετικό. Κι εδώ ακριβώς έρχεται ο ήχος των Λύκων, λίγο πειραματικός, λίγο αφαιρετικός, μα πολύ σεβαστικός και καθόλου βέβηλος, να ομογενοποιήσει όλα αυτά τα ετερόκλητα τραγούδια που αγαπήσαμε μέσα στα χρόνια από τεράστιες ερμηνεύτριες και ερμηνευτές. Αν μπει κανείς στο τριπάκι της σύγκρισης της φωνής του Αγγελάκα μ' αυτή της Βίκυς Μοσχολιού ή της Αλίκης Καγιαλόγλου, λόγου χάριν, δεν θα'ναι σε καλό δρόμο, θα εμποδίσει στον ίδιο του τον εαυτό να του αποκαλυφτεί ένα ιδιόμορφο μουσικό έργο, που είναι συμπαγές στη δομή του και αποτελεί ξεκάθαρα μία αμιγώς καλλιτεχνική πρόταση. Άντε και στο «Volume 2», στο οποίο θα ευχόμουν να υπάρχει και ο «Μάρκος» από το «Γκάλοπ» της Λένας Πλάτωνος!   

* Το έργο «Λύκοι στη Χώρα των Θαυμάτων - Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού Volume 1» των Γιάννη Αγγελάκα - Νίκου Βελιώτη κυκλοφορεί από το ogdoo music group σε διπλό CD και σε περιορισμένο αριθμό διπλών βινυλίων. Τα εικαστικά της έκδοσης είναι του Γιώργου Κόφτη.