ΓΜ

Γιάννης Μυλόπουλος

Ο φόβος της ακυβερνησίας και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή

Τον φόβο της ακυβερνησίας επέλεξε να επιστρατεύσει για τις επόμενες εκλογές ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προκειμένου να πείσει τους ψηφοφόρους να τον ξαναψηφίσουν

Ο φόβος και η ελπίδα είναι δύο αντίθετες κινητήριες δυνάμεις που μας ωθούν να πάρουμε ή να μην πάρουμε μια κρίσιμη απόφαση. Να προχωρήσουμε μπροστά ή να μείνουμε στην ασφάλεια που αποπνέει η σημερινή κατάσταση.

Ο φόβος για το άγνωστο είναι αυτός που συνήθως μας κρατά πίσω, αυτός που υπαγορεύει την παραμονή μας σε γνωστές συνθήκες και δοκιμασμένες συνταγές.

Η ελπίδα για κάτι καλύτερο αντίθετα, είναι αυτή που συνήθως μας ωθεί να αλλάξουμε, να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο, να κάνουμε βήματα μπροστά.

Ο φόβος είναι το εργαλείο που συνήθως χρησιμοποιούν οι συντηρητικοί για να πειθαναγκάσουν τους ψηφοφόρους να μην ακούσουν τις σειρήνες της αλλαγής και να παραμείνουν στην ίδια με πριν κατάσταση.

Τον φόβο της ακυβερνησίας επέλεξε να επιστρατεύσει για τις επόμενες εκλογές ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προκειμένου να πείσει τους ψηφοφόρους να τον ξαναψηφίσουν.

Με κεντρικό σύνθημα «Η σταθερότητα είμαι εγώ» η ΝΔ του Μητσοτάκη, σαν γνήσια Δεξιά, ταυτίζει κατά τρόπο αυταρχικό τον εαυτό της με τη σταθερότητα και την ασφάλεια.

Έχοντας εξ ορισμού μια ιδιοκτησιακή αντίληψη για το κράτος, χρεώνει στον αντίπαλο τους κινδύνους της ακυβερνησίας, απευθυνόμενος στα αισθήματα ανασφάλειας των ψηφοφόρων που τους κάνουν να φοβούνται την ακυβερνησία και να έλκονται από την τάξη και την ασφάλεια.

Η επικοινωνιακή τακτική της σημερινής κυβέρνησης όμως έχει δύο σοβαρά λάθη.

Πρώτα από όλα γιατί στηρίζει το εκφοβιστικό της δίλημμα σε λάθος δεδομένα.

Στηριζόμενη στις δημοσκοπήσεις που παραγγέλνουν τα συστημικά ΜΜΕ, τα οποία ως γνωστό χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση για να αναπαράγουν την προπαγάνδα της, κάνει το λάθος να θεωρεί σαν δεδομένη την υπεροχή της ΝΔ στις εκλογές.

Το λάθος είναι θεμελιώδες γιατί προσβάλλει τα θεμέλια της Δημοκρατίας, καθώς οι συνθήκες στις εκλογές, ιδιαίτερα σε ρευστές εποχές όπως η σημερινή, είναι αστάθμητες. Οι Έλληνες με την ψήφο τους θα αποφασίσουν ποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα θα είναι πρώτο στις προτιμήσεις τους.

Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από την αναξιοπιστία των δημοσκοπήσεων, οι οποίες έπεσαν έξω επανειλημμένα είτε όταν επρόκειτο για βουλευτικές εκλογές, είτε και όταν επρόκειτο για κομματικές. Πρόσφατο παράδειγμα οι δημοσκοπικές προβλέψεις για τον επόμενο αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, στις οποίες ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο οποίος κατετάγη τελικά τρίτος, είχε άνετο προβάδισμα από την πρώτη Κυριακή. Σε αντίθεση με τον τελικό νικητή Νίκο Ανδρουλάκη, που κατατάσσονταν στις δημοσκοπήσεις τρίτος.

Αλλά και στις προηγούμενες εκλογές του 2019 καμία δημοσκόπηση δεν έδινε στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το 32,5% που τελικά του έδωσαν οι ψηφοφόροι.

Εκ συστήματος οι δημοσκοπήσεις, για κάποιους λόγους που δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί, υποτιμούν τη δύναμη της Αριστεράς, ενώ υπερτιμούν τη δύναμη της Δεξιάς.

Είτε γιατί οι σταθμίσεις γίνονται κατά παραγγελία, είτε γιατί στις δημοσκοπήσεις δεν απαντούν συνήθως οι αντιδεξιοί ψηφοφόροι, το αποτέλεσμα είναι αυτές να έχουν χαμηλή αξιοπιστία.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την πραγματικότητα, όσες πιθανότητες έχει η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ να οδηγήσει σε ακυβερνησία, γιατί δήθεν δεν θα μπορέσει να βγει αυτοδύναμος, άλλες τόσες έχει και η ψήφος στη ΝΔ, η οποία δεν αποκλείεται καθόλου, με δεδομένη την οργή και την αντίδραση του κόσμου στην ενεργειακή και οικονομική της πολιτική, να καταβαραθρωθεί στις εκλογές.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το εκφοβιστικό δίλημμα Μητσοτάκη είναι ψευδεπίγραφο, είναι αυτός που έχει να κάνει με την αποτυχία της κυβερνητικής του πολιτικής. Από τη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, όπου η συνειδητή πολιτική της αποδυνάμωσης του κοινωνικού κράτους και της μη ενίσχυσης του ΕΣΥ έχει οδηγήσει την Ελλάδα να έχει θρηνήσει 30.000 νεκρούς, με αποτέλεσμα να βρίσκεται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με τους περισσότερους θανάτους ανά πληθυσμό, μέχρι την ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια στις τιμές του ρεύματος και της βενζίνης, που φέρνουν την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις της ακρίβειας και του πληθωρισμού στην Ευρώπη, οι Έλληνες δεν έχουν και πολλούς λόγους να αισθάνονται ασφάλεια με την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Ακόμη και το δόγμα «Νόμος και Τάξη» που εφαρμόζει στα πανεπιστήμια και στις πολιτικές συγκεντρώσεις, έχει προκαλέσει ανασφάλεια στους πολίτες, με την ασύμμετρη και αχρείαστη βία που ασκεί σε βάρος φοιτητών και νέων ανθρώπων.

Ο φόβος απευθύνεται στα κρυφά αισθήματα ανασφάλειας των πολιτών και βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε συνθήκες όπου η υπάρχουσα κατάσταση είναι ανεκτή.

Τι συμβαίνει όμως όταν η υπάρχουσα κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε από την κυβερνητική πολιτική, αποπνέει η ίδια φόβο και ανασφάλεια στους πολίτες;

Τι συμβαίνει δηλαδή όταν οι πολίτες γνωρίζουν ότι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και εκείνες με κεντροδεξιές και νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, όπως η Γαλλία, πήραν αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας εκτός από τη φτωχή Ελλάδα με τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρώπη και τις πλούσιες Δανία και Λουξεμβούργο, με την ισχυρή αγοραστική ικανότητα των κατοίκων;

Εδώ ο κ. Μητσοτάκης και οι επικοινωνιακοί του σύμβουλοι κάνουν ένα μοιραίο λάθος, θεωρώντας ότι ο φόβος λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όταν απευθύνεται σε ευχαριστημένους και δυσαρεστημένους από την υπάρχουσα κατάσταση πολίτες.

Στην περίπτωση που ο φόβος που προσπαθεί να εμπνεύσει ένας πρωθυπουργός απευθύνεται σε πολίτες δυσαρεστημένους και ήδη ανασφαλείς και φοβισμένους από τις συνέπειες της κυβερνητικής του πολιτικής, δεν έχει μεγάλα περιθώρια επιτυχίας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις δυσαρεστημένων πολιτών από την κυβερνητική πολιτική, το προνομιακό αίσθημα στο οποίο πρέπει να απευθυνθεί ο επίδοξος κυβερνήτης είναι το αίσθημα της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή που γεννά η υπόσχεση της αλλαγής.

Το αίσθημα της ελπίδας ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν και να γίνουν καλύτερα.

Οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν από την καλλιέργεια αισθημάτων φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες, για τον απλό λόγο ότι φόβο για τον επόμενο χειμώνα και ανασφάλεια για το μέλλον γεννά ήδη η υπάρχουσα κυβερνητική πολιτική.

Οι επόμενες εκλογές θα κερδηθούν από εκείνον που θα εμπνεύσει την ελπίδα για κάτι καλύτερο στους καθημαγμένους από την κρίση και την πολιτική Μητσοτάκη Έλληνες.

Εκείνος που με προγραμματικό λόγο θα εξηγήσει και θα πείσει πως θα απομακρυνθούμε από τις συντηρητικές, οπισθοδρομικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές, σε μια εποχή που ζητά προοδευτικές λύσεις στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, εκείνος θα είναι ο νικητής των εκλογών.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και του Αλέξη Τσίπρα. Να πείσουν ότι εγγυώνται την πολιτική αλλαγή σε προοδευτική κατεύθυνση, με κοινωνικό πρόσημο και δημοκρατικά χαρακτηριστικά.

Πηγή: TVXS

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr

Κόλαφος ο Guardian για Μητσοτάκη: «Ένα σκάνδαλο που ανακαλεί τις πιο σκληρές μέρες της δικτατορίας»

Κόλαφος ο Guardian για Μητσοτάκη: «Ένα σκάνδαλο που ανακαλεί τις πιο σκληρές μέρες της δικτατορίας»

Με αναφορά στο καθεστώς των συνταγματαρχών του 1967 ο βρετανικός Guardian χαρακτηρίζει τις υποκλοπές ως…

Ηλιόπουλος: Η Νέα Δημοκρατία οδηγεί την πολιτική συζήτηση στον βούρκο των σκοτεινών αποκαλύψεων

Ηλιόπουλος: Η Νέα Δημοκρατία οδηγεί την πολιτική συζήτηση στον βούρκο των σκοτεινών αποκαλύψεων

Σάλο έχει προκαλέσει η δήλωση του διευθυντή του Γραφείου Τύπου της ΝΔ, κ. Ρωμανού, ο…

Ηλιόπουλος: Ο κ. Οικονόμου αντί να βρίσκεται σπίτι του, έχει το θράσος να μας απειλεί κι από πάνω

Ηλιόπουλος: Ο κ. Οικονόμου αντί να βρίσκεται σπίτι του, έχει το θράσος να μας απειλεί κι από πάνω

Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ απαντά στις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου που σχολίασε τον…