«“Η Ελένη” του Νικ Γκατζογιάννη ένα αληθινό αριστούργημα» έγραψε ο Αδωνης Γεωργιάδης στο X τρεις ημέρες πριν από την ημερομηνία που έληξαν επίσημα οι μάχες και υποχώρησε ο Δημοκρατικός Στρατός στο αλβανικό έδαφος. Είχαν προηγηθεί απανωτές αναρτήσεις από την περιβόητη Ομάδα Αλήθειας, από την Αφροδίτη Λατινοπούλου και άλλους σαν να επρόκειτο για στοχευμένη παρέμβαση. Ο Αδ. Γεωργιάδης πάντως ήταν πιστός στο ραντεβού καθώς και πέρσι την ίδια εποχή είχε αναφερθεί στην ταινία «Ελένη», με την ευκαιρία της συνάντησης που είχε στο υπουργικό γραφείο με τον συγγραφέα του βιβλίου Νικ Γκατζογιάννη. Κάποιοι απαιτούσαν από την ΕΡΤ να δείξει την ταινία ως διδακτική πρακτική. Αλλη μια μάχη στους πολέμους της μνήμης.
Ο κινηματογράφος αναπαριστά και ερμηνεύει (δεν αποτυπώνει ακριβώς) με ιδιότυπο τρόπο την ιστορική γνώση, όπως σημειώνει ο Λάμπρος Φλιτούρης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, προλογίζοντας το βιβλίο του Γιώργου Ανδρίτσου «Το παλίμψηστο των εμφύλιων συγκρούσεων στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους». Οι εμφύλιοι είναι δύσκολη υπόθεση, η απλοποίηση και η κατάταξη σε «καλούς» και «κακούς» είναι η εύκολη λύση, ενώ η αφήγηση εκτυλίσσεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο εξουσίας, το οποίο τονίζει άλλωστε σε κάθε ταινία ο συγγραφέας. Το σχήμα των ατομικών ιστοριών βοηθάει άλλοτε να τονιστούν καθημερινές αξίες και ιδεολογίες κι άλλοτε να κρυφτούν απλοποιήσεις και εγκλήματα.
Οταν στα σινεμά παίζονταν «Τα πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, κυκλοφορούσε σε βιβλίο η «Ελένη». Στον «Ριζοσπάστη» ο Γ. Ανδρίτσος εντόπισε σε κριτική για την ταινία το καθήκον που έχουν οι κομμουνιστές να δώσουν τη μάχη με το μυθιστόρημα. Μάλλον είχαν «επιχειρήματα» καθώς η ταινία «Ελένη» (δεν είναι ελληνική παραγωγή για να περιληφθεί στο βιβλίο) στηριζόταν σε μεγάλα ονόματα (Τζον Μάλκοβιτς, Λίντα Χαντ), αλλά έχει αποφέρει μόλις 305.102 δολάρια στην παραγωγή. Βγήκε στη ριγκανική περίοδο όξυνσης του Ψυχρού Πολέμου κι έγινε σημαία του χοντροκομμένου αντικομμουνιστικού αγώνα με τη γραμμική και απλοϊκή προσέγγιση. Το μεταπολεμικό κράτος είχε βγει στην αντεπίθεση καθώς οι σιωπές για τον Εμφύλιο ήταν μεγάλες.
Συνήθως όλα γίνονταν καλυμμένα για να γλιτώσουν τη λογοκρισία. Ο Γ. Ανδρίτσος παρουσιάζει την πρώτη έμμεση αναφορά στον Εμφύλιο μέσα στον Εμφύλιο με το εφεύρημα των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου για επιστροφή στην Κατοχή με την ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948). Ο αριστερός Μίμης Φωτόπουλος που έφτασε για να ελευθερώσει τους πατριώτες δεν βλέπει με καλό μάτι τον προορισμό που προτείνει ο πρωταγωνιστής Βασίλης Λογοθετίδης επειδή εκεί είναι «οι άλλοι». Η διάσημη ατάκα του τρελού Χρήστου Τσαγανέα είναι η πιο σοφή στις φλόγες της σύγκρουσης για τους κουρασμένους από Κατοχή και πολέμους νοικοκυραίους: «Ανθρωποι, άνθρωποι, προς τι το μίσος κι ο αλληλοσπαραγμός, όλοι άνθρωποι είμαστε».

Πώς άραγε μπορεί να παρουσιαστεί ο Εμφύλιος εκείνα τα χρόνια. Ενδεικτικό της εποχής είναι μια δακτυλόγραφη «γνώμη» του Θ. Περίδη (Ιούνιος 1957) από το Αρχείο του ΚΚΕ (Αννα Ματθαίου, Πόπη Πολέμη «Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων κομμουνιστών» εκδ. Βιβλιόραμα – ΑΣΚΙ): «Το έργο απηχεί πολύ έντονα τα πάθη και τα μίση μιας εποχής που ο ελληνικός λαός παλεύει να ξεπεράσει. Χωρίζει πολύ σχηματικά τους Ελληνες σε καλούς και κακούς, “δικούς μας” και “καθάρματα”. Περιγράφει ωμά, νατουραλιστικά, ατέλειωτους σκοτωμούς, με αποκορύφωμα την εξόντωση ενός αιχμαλώτου, με δώδεκα μαχαιριές, από αγαναχτισμένο παρτιζάνο (σελ. 394). Λέω πως οποιαδήποτε αντιδραστική εφημερίδα της Αθήνας μπορεί να δημοσιεύσει αυτή τη σελίδα, σα δείγμα ψυχολογίας που εξακολουθούν ως τώρα να έχουν οι ξενιτεμένοι αντάρτες και να οργανώσει γύρω της καμπάνια ενάντια στην αμνηστία και τον επαναπατρισμό».
Σε μια όχι και περίεργη για την πολιτικοποίηση της εποχής αντίφαση, η σιωπή σπάει στην τελευταία σκοτεινή περίοδο της χούντας. Ξεχωρίζει ο εμβληματικός «Θίασος» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, στον οποίο έχουν κομβικό ρόλο τα Δεκεμβριανά και διατρέχει την περίοδο από το 1939 μέχρι το 1952. Ο Γ. Ανδρίτσος μεταφέρει τα λόγια του Αγγελόπουλου για τον μονόλογο της Ηλέκτρας που παίζει η Εύα Κοταμανίδου, καθώς βασίζεται σε αυθεντικές μαρτυρίες. Στη χαρακτηριστική σκηνή στο νυχτερινό κέντρο παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1946 με το τραγούδι για τον Σκόμπι ο σκηνοθέτης δείχνει τον ένοχο, ενώ εμφανίζεται σε όλη τη σκοτεινή μεγαλοπρέπειά του όλος ο ζόφος του εμφυλιακού κράτους, χίτες και ταγματασφαλίτες.
Παρότι η αναφορά στον Εμφύλιο, με την ιδεολογική αντιπαράθεση να περνά σε δεύτερο πλάνο και να προβάλλονται αδιέξοδα και ρήξεις, έγινε πιο πλούσια με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η σημαντικότερη ταινία που αναδεικνύει τις μνήμες από τον Εμφύλιο είναι οι «Κυνηγοί» (1977) του Αγγελόπουλου. Το άταφο πτώμα του αντάρτη που βρίσκουν οι κυνηγοί που ήταν ενεργοί και από τις δύο πλευρές στην εμφύλια διαμάχη παραμένει η άταφη μνήμη ενός τραύματος που θα εξακολουθεί να ταλανίζει πολιτική και κοινωνία. Η διαχείρισή της εξαρτάται από τα εκάστοτε προτάγματα: θα αναστήσουν ή θα θάψουν βαθιά μέσα στη μνήμη τους το πτώμα;

Διαβάστε επίσης:
Δέκα χρόνια χωρίς τον Θάνο Ανεστόπουλο: Ονειροπόλος ως το τέλος
«Μεσαίωνας» και στο Αίγιο μετά τη Σπάρτη – Ακύρωση προβολής ταινίας λόγω ομοφοβικών αντιδράσεων
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια