Ο εμφύλιος για το «Δοξόμπους»

Στη διάρκεια των 60 χρόνων του φεστιβάλ καμιά άλλη ελληνική ταινία δεν δίχασε όσο το «Δοξόμπους» του Φώτου Λαμπρινού το 1987

Γιώργος Κοροπούλης 15/11/2019 | 09:01

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο πόλεμος κατά του νέου ελληνικού κινηματογράφου κορυφώθηκε από εχθρούς και «φίλους». Βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος ο εξώστης, που είχε αυτοανακηρυχτεί εισαγγελέας-μπαμπούλας των καλλιτεχνικών ελληνικών ταινιών, ξεσάλωνε πριν και μετά τις επίσημες προβολές. Ετρεμε το φυλλοκάρδι των άτυχων Ελλήνων σκηνοθετών κάθε φορά που ανέβαιναν στη Θεσσαλονίκη.

Από τη μανία των γνωστών-άγνωστων του εξώστη (ανάμεσα στις ηγετικές ομάδες υπήρχαν και μεγαλοπαράγοντες που εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα) δεν είχαν γλιτώσει όχι μόνο ονόματα όπως ο Τάκης Κανελλόπουλος και ο Κώστας Σφήκας αλλά ούτε καν ο διεθνώς αναγνωρισμένος Θόδωρος Αγγελόπουλος. Σε κάποια φιλμ μάλιστα ο εξώστης άρχιζε τα γιούχα από τους τίτλους της αρχής. Σε ένα τόσο εχθρικό και πολεμικό κλίμα παίχτηκε το «Δοξόμπους», που αρχικά προβλημάτισε τους «ειδικούς» οι οποίοι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν αν θα το φάνε ή όχι. Τελικά το καταβρόχθισαν.

Το ιστορικό «Δοξόμπους» με θέμα την τύχη ενός βυζαντινού χωριού που βρίσκεται στη δίνη του εμφύλιου πολέμου (1322- 1327), παρότι κέρδισε τέσσερα βραβεία, έγινε το εξιλαστήριο θύμα μιας αρρωστημένης κατάστασης που σύντομα θα έφτανε στο όριά της και θα προκαλούσε ριζικές αλλαγές στη λειτουργία του φεστιβάλ. Η πρόταση της ΠΕΚΚ για διεθνοποίηση του φεστιβάλ –κάτι που έγινε τέσσερα χρόνια αργότερα– ήταν όχι απλώς ολόσωστη και αποτελεσματική ώστε να καταργηθεί η a priori αντίδραση στο δυσφημισμένο και ταλαιπωρημένο «νέο ελληνικό σινεμά» αλλά κι ένα σημαντικό βήμα προς την εξωστρέφεια του ΚΚ.

«ΔΟΞΟΜΠΟΥΣ»: Η ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΚΑΙ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ

Το 1987 ο Φώτος Λαμπρινός, έπειτα από μακρά και ευδόκιμη θητεία στο ντοκιμαντέρ, εμφανίζεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με μια ταινία με τον τίτλο «Δοξόμπους». Είδα την ταινία και καταθέτω την προσωπική μου άποψη, η οποία είναι ότι αυτή η ταινία, παρόλο που φαινόταν να είναι ένα άλμα ή μια παρέκκλιση από τη συνήθη τακτική του Φώτου Λαμπρινού να χειρίζεται το ιστορικό ντοκουμέντο, εντούτοις στην πραγματικότητα απλώς προεκτείνει και ολοκληρώνει αυτή την πρακτική. Από αυτή την άποψη είναι μια εξαιρετική περίπτωση στο κόρπους του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Πριν από αυτό όμως, εκείνο που ήταν αξιοπαρατήρητο –το ’βλεπε κανείς από την αρχή– ήταν ότι ήταν εξαιρετέα περίπτωση και ως προς κάτι άλλο: την τεχνική αρτιότητα. Οποιαδήποτε άλλη αρετή της ταινίας παραδεχτεί κανείς, δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί σε ένα είδος αισθητισμού και τελειοθηρίας το οποίο κυριαρχεί στην ταινία απ’ άκρου εις άκρον.

Πρόκειται για απολύτως επαγγελματική, ευρωπαϊκών προδιαγραφών δουλειά, η οποία πολλές φορές αυτοπαγιδεύεται, θα έλεγα, στην ίδια της την εικαστική αρτιότητα. Μερικές φορές σταματάς και βλέπεις ένα είδος πίνακα. Κατά τα άλλα όμως συνέβη το εξής: παρακολουθήσαμε ένα ανεστραμμένο ντοκιμαντέρ. Δηλαδή ενώ η ταινία υποτίθεται ότι είχε υπόθεση και μάλιστα την πλέον προσχηματική υπόθεση, μια υπόθεση που σχεδόν έβγαινε από λεξικό ρωσικής ακαδημίας –κάποιος ας πούμε έπαιρνε τα μέσα παραγωγής, τα κέρδιζε και μαζί μ’ αυτόν μια νέα τάξη κοινωνική πλέον ερχόταν στο προσκήνιο, τόσο απλή ήταν η υπόθεση κατά βάσιν–, εντούτοις η υπόθεση σχεδόν δεν ενδιέφερε, διότι ο Φώτος τη χρησιμοποίησε περίπου ως πρόσχημα.

Κι έκανε ένα πράγμα το οποίο αν δεν ήταν καλλιτεχνικά επιτυχές θα μπορούσε να είναι έως και παρανοϊκό. Δηλαδή έστησε, σκηνοθέτησε μια άλλη εποχή, μια εποχή στην οποία δεν υπήρχε κινηματογράφος, κι αφού την σκηνοθέτησε προσέχοντας την παραμικρή λεπτομέρεια, με ιστορικούς συμβούλους, με άποψη και τα λοιπά, την κατέγραψε ως ντοκιμαντέρ. Το οποίο δεν θα πω ότι είναι ιδιοφυές, γιατί δεν μ’ αρέσουν οι μεγάλες λέξεις, οπωσδήποτε όμως είναι εξαιρετικά επιτυχημένο εύρημα. Μπορεί να του χρεώνω προθέσεις που δεν είχε, αλλά κατά τη γνώμη μου τέτοιου είδους επιτεύγματα δεν μπορεί παρά να είναι συνειδητά.

Αυτό ήταν το πλεονέκτημα και αυτό ήταν και το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας του. Το πλεονέκτημά της ήταν ότι για πρώτη φορά είδαμε ένα είδος φαντασιακού ντοκιμαντέρ, δεν ξέρω αν είναι παγκόσμια πρωτιά αλλά πάντως ελληνική είναι σίγουρα. Και αυτό μαζί με την άψογη εικαστική εκδοχή που παίρναμε από την ταινία έβαζαν αμέσως τον Λαμπρινό σε μια πολύ εξαιρετική και μεμονωμένη δυστυχώς θέση στο σώμα των Ελλήνων κινηματογραφιστών. Από την άλλη μεριά αυτό το ίδιο πράγμα σχεδόν παγίδευε τον εαυτό του. Δηλαδή, την ίδια ώρα που εξελισσόταν η ιστορία εσύ έστηνες αυτί και άκουγες μια άλλη ιστορία να εξελίσσεται, σαν ένα πράγμα να ζωντάνευε σιγά σιγά. Κι αυτό που ζωντάνευε ήταν τα μεσαιωνικά Βαλκάνια. Ενα πράγμα άψαχτο, αδιερεύνητο και όχι απλώς άγνωστο αλλά και κατακρεουργημένο από σύγχρονους αναλυτές.

ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΩΣ ΦΙΞΙΟΝ ΚΑΙ Η ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ

Υπήρχε μια σκηνή στο νεκροταφείο, σε ένα παγανιστικό νεκροταφείο, η οποία όλο αυτό το πράγμα το έβγαζε στο προσκήνιο με τον καλύτερο τρόπο. Μια σκηνή εντυπωσιακή από κάθε άποψη, η οποία ανέσυρε έναν ολόκληρο κόσμο με τα μέσα της ταινίας.

Εναν κόσμο που όχι απλώς τον αγνοούσαμε, αλλά ήταν αδύνατο να τον φανταστούμε τόσο εκθαμβωτικό και τόσο προφανή όσο τον καθιστούσε η ταινία. Ξέρω ότι ο Φώτος έχει παραδώσει μια σειρά μαθημάτων με θέμα το ντοκιμαντέρ ως φιξιόν. Δηλαδή ότι κάθε ντοκιμαντέρ εντέλει μπορεί να αποκτήσει και μια μυθιστορηματική διάσταση και να διαβαστεί ως ένα είδος αφήγησης. Σαν να αφηγούμαστε την ιστορία με τα μέσα της εικόνας.

Στην ταινία έκανε το ακριβώς ανάποδο, δηλαδή απέδειξε ότι και μια ταινία φιξιόν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ντοκιμαντέρ. Γιατί η εμμονή του Φώτου Λαμπρινού είναι η ιστορία. Η άποψή μου για το «Δοξόμπους» είναι ότι αυτό το φαντασιακό ντοκιμαντέρ το οποίο ζωντανεύει έναν κόσμο και τον αφήνει να έρθει στο προσκήνιο και ξαφνικά να τον δούμε και να μείνουμε έκθαμβοι, την ίδια στιγμή αυτόν τον κόσμο τον παγώνει με τα μέσα ακριβώς της αισθητικής τελειότητας.

Σαν η ιστορία να μπορεί να έρθει ως εμάς αλλά μόνο για να ακινητοποιηθεί. Δεν μπορούμε να τη δούμε παρά μόνο σε μια διαδοχή από πίνακες ή από ταμπλό βιβάν. Το ίδιο το πράγμα το οποίο έκανε την ιστορία και την αποκορύφωνε το ίδιο το πράγμα την παγώνει. Σαν να βγάζει όχι πια το πρόβλημα της ιστορίας αλλά την άποψη του Λαμπρινού για την ιστορία. 

* Ο Γιώργος Κοροπούλης είναι συγγραφέας

** Περιοδικό Hot Doc #191, «60 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης», 3/11/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.