Ο δικός μου Παύλος Σιδηρόπουλος

Ένα μοναδικό βιωματικό αφιέρωμα στον «Πρίγκηπα του ελληνικού rock» που πέθανε σαν σήμερα πριν 28 χρόνια

Αντώνης Μποσκοΐτης 06/12/2018 | 13:48

Τον «πρωτογνώρισα» στο Μοναστηράκι του 1990 - 91, ανάμεσα σε βινύλια που μύριζαν πατσουλί και ινδικά sticks. Το όμορφο ξανθό «Χωρίς μακιγιάζ» κεφάλι του ξεπρόβαλε από τα collectors item εξώφυλλα των Cream και των Rolling Stones. Το ίδιο διάστημα «γράφαμε» κασέτες με το κιλό: Τα τραγούδια του μαζί με τις απαγγελίες της Γώγου «Στον δρόμο» του Σφέτσα, με τις αναρχικές καντάδες του Άσιμου και με τον «Καρυωτάκη» της Πλάτωνος

Μικρογραφία

Τον «συναντούσα» σε σπίτια φίλων μεγαλύτερων από μένα. Internet δεν υπήρχε ακόμα, ούτε καν CD. Δανειζόμουν τους δίσκους του, μάθαινα απ' έξω τα λόγια του και τα ονόματα των μουσικών του. Μια μέρα του 2002 θυμάμαι πως πήγαινα με ταξί στο σπίτι της Μαρίζας Κωχ. Καθώς ο ταξιτζής με άφηνε στο νεοκλασικό της Φράττι, γύρισε και μού'πε συγκινημένος: «Ξέρεις πόσες πρόβες έχουμε κάνει σ' αυτή την ταράτσα το '77, το '78 και το '79;» «Ποιος είσαι;» τον ρώτησα. «Ο Φωτοδήμος» μου απάντησε, «έπαιζα ντραμς με τον Παύλο και τη Σπυριδούλα». Μου το επιβεβαίωσε αμέσως μετά η Κωχ: «Μου ζητούσαν μουσικοί να κάνουν πρόβες στην ταράτσα μου τα καλοκαίρια. Ο Σιδηρόπουλος και η μπάντα του είχαν γίνει θαμώνες για ένα διάστημα...»

Μικρογραφία

Στο «Εν λευκώ», από τα πιο αγαπημένα άλμπουμ του, που ηχογραφήθηκε στο «StamStudio» του Σπανουδάκη, μίλησε απερίφραστα για τον διάολο που είχε μπλέξει: «Του εγώ μου φίλε τα όσα στεγανά, διαλύθηκαν σε κάποια μαύρη φλέβα» («Η»). Όχι ότι δεν είχε μιλήσει και παλιότερα: «Ξέρω πως ανάσκελα θα μας βρούνε ένα πρωί, σέρνοντας στο βλέμμα μας κάποια σιωπηλή κραυγή» («Η ώρα του stuff») με το δαιμονισμένο σόλο στο βιολί του Μαγκλάρα και με δεύτερη φωνή τη Δήμητρα Γαλάνη, της οποίας το όνομα απλά αναγραφόταν ως «Μια γυναικεία φωνή» στα credits του «Φλου». Η Γαλάνη τότε τραγουδούσε Χατζηνάσιο και έτυχε να συναντηθούν στο στούντιο. «Δήμητρα, έλα λίγο να πούμε μαζί δυο φράσεις» της φώναξε ο Παύλος πίσω απ' το τζάμι κι εκείνη τον ακολούθησε. Τι παράξενο η «mainstream» Γαλάνη νά'χει συμμετοχή στο πιο πεισιθανάτιο ever κομμάτι του ελληνικού rock! Με την απόσταση τόσων χρόνων έχω την αίσθηση πως το «Η» και «Η ώρα του stuff» του Σιδηρόπουλου μαζί με το βιβλίο - ντοκουμέντο από τον Εξάντα, «Κριστιάνε Φ., 13, πόρνη και τοξικομανής» ήταν τα δύο Ευαγγέλια της εφηβείας μου αναφορικά με τη drug culture. 

Ως φοιτητής κινηματογράφου, τον «συναντούσα» ακόμη πιο συχνά, σε ασπρόμαυρα αφισάκια στα Εξάρχεια, στο «Dada» και στο «ΑΝ» club, σε κινηματογραφικές οθόνες, σε ένα ουίσκι με τον Τάσο Δενέγρη στην Καλλιδρομίου και σε ένα καφέ με τη Σωτηρία Λεονάρδου στο «Vox», συλλέγοντας ιστορίες άγνωστες και πληροφορίες για μία εποχή που ζούσα τον απόηχο της. Άρχισα να σκαλίζω την πρώιμη περίοδο του, τους Δάμων & Φιντίας με τον Παντελή Δεληγιαννίδη που πήγαιναν να μοιάσουν στον Bob Dylan, την ένωση του λίγο μετά με τα Μπουρμπούλια του Διονύση Σαββόπουλου. Το 2005 θα μου έλεγε ο Σαββόπουλος μπροστά στο φακό: «Όταν έκανα τη ''Μαύρη Θάλασσα'' το '71, μου έφεραν τον Παύλο για να τραγουδήσει. Είχε εξαιρετική φωνή, αλλά εγώ ήθελα μιαν άλλη ''ζουληγμένη'' φωνή». Κι έτσι η συνεργασία δεν ευοδώθηκε. 

Εκείνος που τον πήρε για τραγουδιστή του ήταν ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Επίσης παράξενο ο «Πρίγκιπας του ελληνικού rock», όπως του βγήκε τ' όνομα, να τραγουδάει «Τούμπου τούμπου ζα» μαζί με τον Χαλκιά και τη Μοσχολιού στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου. Θα εκτιμούσε μάλλον το θεατρογενές στοιχείο στα τραγούδια του Μαρκόπουλου, όπως και την τάση του να παίζει με λέξεις και φράσεις περίεργες: Τι σήμαινε άραγε «Τούμπου τούμπου ζα», τι σήμαινε «Ζαβαρακατρανέμια»; Στο αρχείο του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου, κολλητού του Μαρκόπουλου, ανακάλυψα κάποτε τον «Ηλεκτρικό Θησέα». Τι φανταστικό βινύλιο ήταν αυτό! Έξι κομμάτια από την «Τολμηρή επικοινωνία» με τον Παύλο σε δύο απ' αυτά: Το ομότιτλο σε στίχους του Δημήτρη Βάρου και το «Μάθε το ζήτω» σε στίχους του Γιώργου Χρονά. Όλο συμπτώσεις ήταν το εν λόγω mini LP! Ο Παύλος να τραγουδάει τα λόγια ενός ποιητή του Χατζιδάκι, να μοιράζεται δίσκο με τον Άγγελο Διονυσίου και να συμπλέει η φωνή του μ' αυτήν της Μαρίας Φωτίου, μιας καλής Θεσσαλονικιάς τραγουδίστριας, που σήμερα υπηρετεί το έντεχνο - λαϊκό τραγούδι. 

Τα «Μπλουζ του Πρίγκηπα» βγήκαν αμέσως μετά το θάνατο του. Αποκάλυψη! Ο στενός συνεργάτης και φίλος του, Πάνος Ηλιόπουλος, ο άνθρωπος που τού'χε κάνει το πάντρεμα με τον bluesman Στέλιο Βαμβακάρη για τη «Φαντασία στην Εξουσία», εξέδωσε τις απόπειρες του για σύνθεση λαϊκών τραγουδιών με ιδιαίτερο ήχο και στιχουργική θεματική. Στο ένθετο του δίσκου, ο Παύλος αγκαλιά με τον Βασίλη Τσιτσάνη στις αρχές του 1970, τότε που ως Δάμων & Φιντίας πήγαινε και τον άκουγε. Το 1999 ή το 2000 είχα μία κουβέντα με την αείμνηστη Αλεξάνδρα, τη νεορεμπέτισσα, που μου έλεγε πως «έπιναν» τσιγάρα με τον Παύλο και έπαιζαν κάποια από τα «Μπλουζ του Πρίγκηπα» με τον ταμπουρά της! Μα να μην έχει σωθεί τίποτα απ' αυτές τις συνευρέσεις! Έστω μία στιγμή θα αρκούσε για να κάνει πιο σημαντικό το ηχογράφημα απ' όλα τα bootlegs και τα live που κρεμάστηκαν επί Γιαννίκου στα περίπτερα. Μόνο μία κασέτα έχει σωθεί και φυλάσσεται στο αρχείο του υιού Βαμβακάρη: Ο Παύλος τραγουδάει «πεσμένα», ράθυμα και δεν υπάρχει κιθάρα να τον συνοδεύει, μόνο το μπουζούκι του Στέλιου. Να ψηφιοποιηθεί η κασέτα τάχιστα! 

Ο Σιδηρόπουλος ταυτίστηκε με τον Άσιμο, που δεν είχαν καμία σχέση, ούτε ως καλλιτέχνες, ούτε ως άνθρωποι. Ο ένας ήταν παιδί καλής αστικής οικογένειας από την Αθήνα και ο άλλος κατέβηκε από τη βόρειο Ελλάδα τροβαδούρος - επαίτης για να βάλει «μπουρλότο και φωτιά σε κράτος κι αστυνόμους». Ο Σιδηρόπουλος συμπαθούσε τους μπάτσους, σαν να τους λυπόταν δηλαδή για το επάγγελμα που διάλεξαν. Κάποιοι ιδεολογικοί του σύντροφοι, οι ίδιοι που ξεπάστρεψαν τον Άσιμο με την ενοχή του «συμβιβασμένου» όταν αξιώθηκε να μπει στη δισκογραφία κι αυτός, χρέωναν αρνητικά στον Παύλο την ουτοπική του κοσμοθεωρία για ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ «μπάτσων και φρικιών». Όταν η τρανς ακτιβίστρια Πάολα Ρεβενιώτη διοργάνωσε ένα πρώτο φεστιβάλ για τα δικαιώματα της ομοφυλόφιλης κοινότητας στο Σπόρτινγκ, ο Παύλος ήταν από τους πρώτους που έκλεισε εμφάνιση. Οι άλλοι ήταν ο Κηλαηδόνης, η Αφροδίτη Μάνου, η Αρλέτα και ο Άσιμος. «Ο Σιδηρόπουλος είχε στενοχωρηθεί» θυμάται σήμερα η Πάολα, «γιατί δεν είχαν έρθει πολλοί γκέι. ''Εμείς σας στηρίζουμε μόνο'' μου έλεγε, ''αλλά που είναι οι δικοί σας;'' Δεν μπορούσε μάλλον να καταλάβει πως το '80 λίγοι γκέι δήλωναν ανοιχτά τη σεξουαλική τους ταυτότητα. Πάλι καλά που ανάμεσα σε 1500 φρικιά, είχαν έρθει και καμιά εκατοστή γκέι για τη συναυλία. Είδαμε και πάθαμε να τον κατεβάσουμε από το stage τον Παύλο! Ήταν άσχημα πιωμένος κι έκανε τα δικά του. Ο κόσμος γούσταρε, με το φόβο όμως να μη βγει το πρόγραμμα, αναγκάστηκα να ανεβάσω τον Νικόλα Άσιμο στη σκηνή. Ήταν ο μόνος τρόπος για να σταματούσε». Ο Παύλος ωστόσο δεν έκανε τις ακρότητες του Άσιμου. Πάντα ήταν ευγενής και λιγομίλητος, λέγανε. Μόνο μια ιστορία άλλη μού είχε αφηγηθεί ο Γιώργος Γαβαλάς: Ήταν το 1975 που συναντήθηκαν στο σπίτι του στα Αναφιώτικα με τον Σιδηρόπουλο και τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Οι τρεις τους μπήκαν σ' ένα σούπερ μάρκετ και τό'καναν γης μαδιάμ πετώντας κάτω τα πράγματα από τα ράφια

Ο Παύλος τραγούδησε και Μίκη Θεοδωράκη για τον κινηματογραφικό «Ασυμβίβαστο» του Ανδρέα Θωμόπουλου, λίγα χρόνια προτού περάσει γενεές δεκατέσσερις τον Μίκη στο τραγούδι «Ο Μίκη Μάους» από το «Zorba the Freak». Τον ενοχλούσε ο εμβατηριακός χαρακτήρας των τραγουδιών του μεγαλύτερου Έλληνα μουσικοσυνθέτη. Μια μέρα, που είδε τη μικρή ανιψιά του, τη Μαρία, να μαθαίνει «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ» για σχολική γιορτή, γύρισε και είπε στη Μελίνα, την αδερφή του: «Για ποιο λόγο φορτώνουν τα παιδάκια με τέτοια βαρύγδουπα πράγματα;» Ήταν όμως φίλος με τον Γιώργο Θεοδωράκη, τον γιο του Μίκη, τότε που αυτός έγραφε τη μουσική για τον «Ασυμβίβαστο» και λίγο μετά θα πειραματιζόταν με την electronica και τα synthesizers. Σύμφωνα με αφήγηση του σκηνοθέτη Θωμόπουλου, είχε περάσει από το σπίτι των Θεοδωράκηδων για να δει τον Γιώργο. Ο Μίκης καθόταν στο πιάνο μόνος του και έπαιζε μια υπέροχη καινούργια μπαλάντα του. «Τι είναι αυτό που παίζετε;» τον ρώτησε. «Ένα νέο τραγούδι που φτιάχνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Το θέλεις; Πάρτο και βάλτο στην ταινία σου». Έτσι ο Παύλος τραγούδησε και σφράγισε το «Κάποτε θά'ρθουν»

Το 2005, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ», ο συνθέτης και ντράμερ Γιώργος Τρανταλίδης των Socrates, που αγαπούσε πολύ τον Παύλο, έγραψε ένα εξαίσιο ηλεκτρικό μπλουζ για τους τίτλους τέλους της ταινίας. Οι στίχοι ήταν του Γιάννη «Bach» Σπυρόπουλου και μιλούσαν για «εκείνη την καριόλα που σ' έκανε πρεζάκια». Θέλαμε να το δώσουμε στον Σαββόπουλο. Το αρνήθηκε...«Εγώ πια είμαι παππούς και παίζω με τα εγγόνια μου, τι σχέση έχω με καριόλες και πρεζάκια;» θυμάμαι τον Νιόνιο να λέει με χιούμορ στο στούντιο του Τρανταλίδη. Έτσι, το κομμάτι έμεινε εκτός ταινίας, η ηχογράφηση όμως υπάρχει με ερμηνευτή τον «Bach» και μάλιστα είναι και η τελευταία φορά που έγραψε ηλεκτρική κιθάρα ο συχωρεμένος Δήμης Παπαχρήστου

Η «σχέση» μου με τον Παύλο Σιδηρόπουλο διατηρήθηκε όλα τα χρόνια, όχι πάντα με την ίδια ζέση. Το 2000 σε μία περίοδο που δεν τον άκουγα ιδιαιτέρως, είχα εντούτοις θυμώσει με τη συλλογή «Στον Π.»: Όλα να τα σιδερώνουν ήθελαν αυτοί οι έντεχνοι, έπρεπε δηλαδή σώνει και καλά οι Πυξ Λαξ να τραγουδήσουν Σιδηρόπουλο; Το μόνο καλό απ' όλη αυτή τη σοδειά δισκογραφικών εκδόσεων ήταν που ανακαλύψαμε δύο αγγλόφωνα τραγούδια με τη φωνή του από το μακρινό 1972 σε μουσική του Μιχάλη Καρρά, το «Day after day» και το «Tell me». Ωραία τραγούδια με ηλεκτρικό ήχο και μπουζούκι, που όμως δεν είδαν το φως της δημοσιότητας μέχρι το 2001, απόντος πια του Παύλου, ίσως γιατί στον καιρό τους θα ακούγονταν σαν απομιμήσεις των «Reflections» του Μάνου Χατζιδάκι με τους New York Rock and Roll Ensemble

Μικρογραφία

Μέχρι σήμερα, 28 ολόκληρα χρόνια μετά τον βιολογικό του θάνατο, ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι παρών με τους δίσκους του, τα ποιήματα του, τα βίντεο του στο YouTube και τις συλλεκτικές, ανέκδοτες μέχρι πρότινος, ηχογραφήσεις του. Θα τον θυμόμαστε εμείς, αυτό είναι σίγουρο, όσοι τον γνώρισαν προσωπικά, δούλεψαν κοντά του και άλλοι που απλά παρακολουθήσαμε και ερευνήσαμε το έργο του. Δεν νομίζω να συμβεί στη μικρή Ελλάδα ότι συμβαίνει στη Μητρόπολη του Λονδίνου: Μιλούσα πέρσι με έναν έφηβο Άγγλο για τη Marianne Faithfull, που δεν την ήξερε καν! Τι Mick Jagger του έλεγα, τι swinging London, χαμπάρι δεν έπαιρνε ο πιτσιρικάς, ο βουτηγμένος με τα μπούνια στους ηλεκτρονικούς παραγωγούς και DJs. Χάσμα των γενεών, θα μου πεις...Κι εμένα, όταν το '90 και το '91 άκουγα φανατικά τον Cat Stevens και τους Blood Sweat & Tears, μου λέγανε πως άμα ζούσα στα 60s - 70s θα έπρεπε ν' ακούω...βαλς και ταγκό. Ο Παύλος, λοιπόν, δεν θα ξεχαστεί. Πάντα από κάπου θ' ακούγεται το «Που να γυρίζεις», το «Rock'n'roll στο κρεβάτι» και «Της εθνικής συμφιλίωσης». Ο επίλογος στον ποιητή Γιώργο Χρονά: «Κι ήταν νέος, ωραίος και ταλαντούχος. Και ζήτησε την καταστροφή. Τον Άδη. Και πήγε. Όπως ο James Dean. Ο Morrison. Ο Kurt Cobain. Εμείς τον θυμόμαστε γιατί δεν μας εξήγησε το γιατί. Όπως τόσα και τόσα παιδιά που πεθαίνουν. Και δεν το θέλουν. Δεν το ζήτησαν»...

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.