Ο δεύτερος θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου

H μαύρη επέτειος των 6 μηνών από τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου εορτάστηκε με τον τρόπο που αρμόζει στη σύγχρονη, μεσαιωνίζουσα Ελλάδα. Μία γυναίκα που αιμόφυρτη ζήτησε βοήθεια για να σωθεί από την -εν τέλει επιτυχημένη- απόπειρα δολοφονίας της ρίχτηκε στα σκυλιά από τον ταξιτζή που είχε τη δυνατότητα (και την υποχρέωση) να τη μεταφέρει σε νοσοκομείο.

Νίκος Παπαδογιάννης 22/03/2019 | 16:04

Χαρωπός και με τη συνείδησή του ήσυχη, ο οδηγός πάρκαρε την κίτρινη νεκροφόρα του, έφτιαξε τη χωρίστρα του, σκούπισε το αίμα από τα δάχτυλα και έπιασε θέση μπροστά στις κάμερες, για να αφηγηθεί γελαστός τα κατορθώματά του. Ούτε η αμετροέπεια φορολογείται, ούτε το θράσος. Ήταν άλλωστε βέβαιος, ότι θα συναντούσε φίλους, ανάμεσα στο φιλοθέαμον κοινό και στους δημοσιογράφους.

Ακριβώς έξι μήνες μετά το λυντσάρισμα του άμοιρου Ζακ από δύο πολίτες και μία δράκα μπάτσους, μία γυναίκα έχασε τη ζωή της επειδή ο ακοίμητος ταξιτζής την πέταξε έξω από το όχημά του.

Φοβήθηκε, βλέπετε, μη του το μαγαρίσει. Κολυμπούσε στα αίματα, ήταν ξένη, ολοφυρόταν σε μία ακατάληπτη γλώσσα και, δεν μπορεί, κάποιο κακό θα είχε κάνει, για να φέρει άγιο άνθρωπο 88 ετών και μάλιστα ολόκληρο πτέραρχο στο «αμήν». Αυτοί οι ξένοι δεν έχουν ούτε ιερό, ούτε όσιο, ούτε αμήν. Εις θάνατον!

Ο κοσμηματοπώλης και ο μεσίτης της οδού Γλάδστωνος άλλαξαν στολή και έπιασαν το τιμόνι του ταξί. Ο ταρίφας του Ελληνικού άλλαξε μανδύα και άρχισε να πουλάει κοσμήματα και ακίνητα. Χωρίς κουκούλα, χωρίς μαύρα ρούχα με μαιάνδρους, χωρίς ξυρισμένο κεφάλι. Ο ακραίος Έλληνας δεν είναι πια ακραίος, αλλά μέσος.

Είναι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος, που θα σκότωνε ευχαρίστως τον λαθροπίθηκα, την αδερφάρα, τον κουμούνι, τον ανθέλληνα, αρκεί να ακούσει το χειροκρότημα της κοινωνίας και να ελπίσει στο πονηρό χαμόγελο της τυφλής κυράτσας με το γουνάκι.

Όσο οι ακροδεξιοί τραμπούκοι των ταξί και των κοσμηματοπωλείων ακούνε στις ειδήσεις ότι κολοσσιαίων διαστάσεων εγκλήματα τιμωρούνται «με αναστολή» και τυγχάνουν της έγκρισης του λαουτζίκου και της υποτιθέμενης αυριανής κυβέρνησης, αποθρασύνονται και σηκώνουν το κουλό τους για να το κατεβάσουν με ακόμη περισσότερη δύναμη.

«Να τιμωρηθούν αυτοί που δολοφόνησαν το παιδί μου», απαιτεί, το αυτονόητο, ο πατέρας του Σαχζάτ Λουκμάν. «Να τους κάνουμε τη ζωή μαρτύριο για να μη πατήσουν τα άγια χώματα της Ελλάδας», απαντάει η γκριζογάλαζη ιερά εξέταση των Πλεύρηδων, των Βορίδηδων και των Αμβρόσιων.

Και οι ορδές των ψηφοφόρων αποθεώνουν. Καλά της έκανε, ο αντιπτέραρχος της Βουλγάρας. Εκείνος ήταν αντιπτέραρχος και αυτή Βουλγάρα, δεν αρκεί; Και λίγες του έριξαν του Ζακ, οι λεβέντες που έχουν το θράσος να καυχιούνται για το έγκλημά τους στο διαδίκτυο. Πουστράκι ήταν, οπότε δεν του άξιζε η ζωή. Και πρεζάκι. Και κλεφτρόνι. Και αριστερός. Και με τέτοιο όνομα, σίγουρα ξένος.

Το χειρότερο δεν είναι ότι αυτά τα πιστεύει ο Μιχαλολιάκος ή -από μέσα του- ο Άδωνις, το χειρότερο είναι ότι τα πιστεύει η μάνα μου. Και ο μπάρμπας σου. Και ο γιος του πατέρα σου. Και ο γιος του Λεντάκη. Όποιος κατάφερε να διαβάσει το νεοναζιστικό μανιφέστο του χωρίς να κάνει εμετό από τα μάτια, παρακαλείται θερμά να απόσχει από τις επόμενες εκλογές. Ας πάει μια εκδρομή στο Νταχάου καλύτερα. Θα του κάνω εγώ τα έξοδα.

Ο ανεκδιήγητος Ελληναράς του Ελληνικού, που νομίζει ότι θα τη βγάλει καθαρή ενάντια «στο ανθελληνικό», φαίνεται ότι θα χάσει την άδεια επαγγέλματος από το συνδικάτο του, ένοχος παράβασης καθήκοντος. Η πράξη -εφ’ όσον συντελεστεί- είναι αξιέπαινη, αλλά το φίδι δεν μπορεί να το σκοτώσει κανένα σωματείο και καμία ποινή.

Λύση θα υπάρξει μόνο όταν η κοινωνία αφαιρέσει την άδεια πολίτη από τους φονιάδες, τους τραμπούκους και τους τρομοκράτες των δρόμων. Όχι με μπουνιές και κλωτσιές, αλλά με την ψήφο του και με το ήθος του.

Ο κοινωνικός αναλφαβητισμός έχει διαβρώσει το μυαλό του νεοέλληνα, ίσως ανεπανόρθωτα. Η απομόνωση όσων πολιτικών σχηματισμών ενθαρρύνουν και αγκαλιάζουν το μίσος θα έπρεπε να είναι απόλυτη προτεραιότητα σε όλα τα μήκη και πλάτη της καθημερινότητας. Όταν ξημερώσει η αποφράδα ημέρα ενός ελληνικού Κράισττσερτς θα είναι πολύ αργά για δάκρυα.