Ο αστείος αλητάκος

Ο Σαρλό δεν είναι απλώς ένας από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες στην ιστορία του κινηματογράφου αλλά και ένα θεμελιώδες ιδεολογικό σύμβολο των «μοντέρνων καιρών» της ανθρωπότητας

Κωνσταντίνος Καϊμάκης 06/05/2019 | 09:00

Ήταν ο πρώτος μεγάλος σταρ της έβδομης τέχνης και μαζί ένας δημιουργός που έκανε σχεδόν τα πάντα. Ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός, μουσικός και μοντέρ των περισσότερων ταινιών του είχε τον απόλυτο έλεγχο και έφτιαξε το κινηματογραφικό σύμπαν που είχε οραματιστεί τοποθετώντας στο κέντρο του κάδρου τον δημοφιλή αλήτη του. Με εκείνον ως πρώτο βιολί της ορχήστρας κατάφερνε να κάνει τον κόσμο να γελάει ή να κλαίει. Καμιά φορά και τα δύο μαζί. Και όπως έδειξε η ιστορία του κινηματογράφου, λίγοι – πολύ λίγοι– διέθεταν αυτό το χάρισμα.

Ο γεννημένος στην Αγγλία στις 16 Απριλίου 1889 Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν πέρασε ιδιαίτερα φτωχικά παιδικά χρόνια στο Ιστ Εντ του Λονδίνου. Σαν αυθεντικός ήρωας του Τσαρλς Ντίκενς έζησε στιγμές εξαθλίωσης σε ένα δυστυχισμένο σπίτι που δεν χωρούσε τον φευγάτο πατέρα Τσαρλς Τσάπλιν, με την καταθλιπτική μάνα Χάνα Χάριετ Πέντλιγχαμ Χιλ να αδυνατεί να τα βγάλει πέρα μόνη της στο μεγάλωμα δύο παιδιών. Θεατρίνοι του μιούζικ χολ (ηθοποιός εκείνος, τραγουδίστρια εκείνη) και οι δύο, χώρισαν όσο ήταν βρέφος ο Τσάπλιν και μπορεί να μην του έδωσαν την αγάπη που χρειάζεται ένα παιδί αλλά του δώρισαν ένα μεγάλο χάρισμα: την ικανότητα να διασκεδάζει τους άλλους.

Ο Τσάρλι έζησε για πρώτη φορά τη μαγεία της θεατρικής σκηνής στην ηλικία των πέντε χρόνων σε ένα έργο όπου συμμετείχε η μητέρα του. Ενα βράδυ που εκείνη ήταν άρρωστη χρειάστηκε να την αντικαταστήσει εκτελώντας με κωμικό τρόπο ένα τραγούδι-σουξέ. Η ερμηνεία του είχε τόση επιτυχία που τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα κράτησαν αρκετή ώρα. Ζώντας σε περιπλανώμενους θιάσους και με το μικρόβιο του ηθοποιού ήδη βαθιά μέσα του, ο μικρός Τσάρλι, μετά την αδυναμία της μητέρας του να εργαστεί λόγω ασθένειας, δίνει τις πρώτες του παραστάσεις στους λασπωμένους δρόμους του Λονδίνου για λίγες δεκάρες από τους περαστικούς που γελούν με τα αυτοσχέδια σκετσάκια του.

Το 1895 η μητέρα του οδηγείται σε άσυλο φτωχών και ο Τσάρλι με τον μικρότερο αδερφό του στέλνονται σε σχολείο για ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά, όπου θα ζήσει μια από τις πιο εφιαλτικές περιόδους της ζωής του. Όταν η μητέρα του διαγνωστεί με σχιζοφρένεια, ο πατέρας επιστρέφει για να αναλάβει την κηδεμονία τους, αλλά η ζωή των δύο παιδιών δεν καλυτερεύει λόγω της βίαιης συμπεριφοράς του αλκοολικού πατέρα. Τα πρώτα θετικά σημάδια στη διαδρομή του μικρού Τσάπλιν αρχίζουν να φαίνονται από τη στιγμή που βρίσκει θέση σε παιδικό θίασο χάρη στις γνωριμίες των γονιών του, ενώ στα 17 του γίνεται μέλος του θιάσου Casey’s Court Circus του Φρεντ Καρνό, με τον οποίο θα ταξιδέψει στις ΗΠΑ για περιοδεία το 1910. Τα νούμερα που υποδύεται –ανάμεσά τους ο μεθύστακας και το χαμίνι– έχουν μεγάλο σουξέ. Με τα πρώτα καλά χρήματα που βγάζει επιστρέφει τον ίδιο χρόνο στην Αγγλία για να φροντίσει τη μητέρα του (ο πατέρας του έχει ήδη πεθάνει στα 37 του χρόνια) και τη μεταφέρει σε καλύτερο ίδρυμα μέχρι το 1921, οπότε την παίρνει οριστικά κοντά του στην Καλιφόρνια.

Ερμηνεία χωρίς κάτι το ιδιαίτερο

Το 1911 επιστρέφει με τον ίδιο θίασο στις ΗΠΑ, όπου εντοπίζει το ταλέντο του ο Μακ Σένετ των Keystone Studios. H πρώτη ταινία του από τις 35 μικρού μήκους που θα γυρίσουν μαζί είναι το «Για να κερδίσει το ψωμί του» (Making a living) το 1914, που δεν ενθουσίασε πάντως τους παραγωγούς, οι οποίοι έκριναν ότι η ερμηνεία του Τσάπλιν δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, ενώ στο «Kid auto races at Venice» παρουσιάζει για πρώτη φορά τον Σαρλό. Το «Ερωτικό ρομάντζο του Σαρλό και της Λολότα» (Tillies punctured romance) της ίδιας χρονιάς είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (διάρκειας 74 λεπτών, στην ψηφιακή αποκατάσταση της οποίας το 2003 προστέθηκαν άλλα οκτώ λεπτά) σε σκηνοθεσία Μακ Σένετ και σπάει ταμεία όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στο εξωτερικό.

Το 1915 μετακομίζει στην Essanay Company με μισθό 1.250 δολάρια την εβδομάδα, πριμ 10.000 δολάρια και κατοχύρωση της καλλιτεχνικής του ελευθερίας. Εκεί θα γνωρίσει τον καμεραμάν Ρόλαντ Τότεροχ, με τον οποίο ξεκινά συνεργασία που θα κρατήσει 37 χρόνια. Τον επόμενο χρόνο με την εταιρεία παραγωγής Mutual (η οποία καλωσορίζει σε διαφημιστικές αφίσες τον ερχομό του μεγάλου σταρ) εγκαινιάζει την πρώτη δημιουργική περίοδό του με τρία σημαντικά φιλμ, τα «Floorwalker», «Easy street» και «The immigrant», και αμοιβή 10.000 την εβδομάδα με πριμ 150.000 δολάρια. Το 1918 η First National του δίνει 1 εκατ. δολάρια για να υπογράψουν συμβόλαιο συνεργασίας.

Στα έργα της εποχής εκείνης ο Τσάπλιν δείχνει για πρώτη φορά τόσο έντονα το πρόσωπο του κοινωνικά ευαισθητοποιημένου και πολιτικά στρατευμένου καλλιτέχνη με το αντιπολεμικό «Shoulder arms» (1918), στο οποίο αφηγείται την ιστορία ενός στρατιώτη που αντιδρά στον πόλεμο (μια αντίδραση που διαπερνά κυρίως τη λογοτεχνία λόγω του σοκαριστικά πολύνεκρου παγκόσμιου πολέμου), και φυσικά το αριστουργηματικό του «Χαμίνι» (The kid) που γύρισε το 1921 –στοίχισε 300.000 δολάρια– και αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί, γνωρίζοντας την παγκόσμια καταξίωση.

Είναι η εποχή όμως για να ανεξαρτητοποιηθεί ο Τσάπλιν από τους αδίστακτους παραγωγούς του Χόλιγουντ, οι οποίοι ενορχηστρώνουν τους νόμους της μαζικής ψυχαγωγίας με τους δικούς τους κανόνες, και να ανοίξει τα καλλιτεχνικά φτερά του ιδρύοντας τη United Artists τον Φεβρουάριο του 1919 μαζί με τους Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ, Ντάγκλας Φέρμπανκς και Μαίρη Πίκφορντ. Οι τέσσερίς τους αποφασίζουν να παράγουν, να διανέμουν και να έχουν τον απόλυτο έλεγχο των ταινιών τους, σε ένα ριζοσπαστικό πείραμα που θα γνωρίσει ημέρες δόξας αλλά θα έχει τραγικό επίλογο με την εισπρακτική καταστροφή της μαρξιστικής –τραγική ειρωνεία για τον φιλομαρξιστή Τσάπλιν– «Πύλης της Δύσης» του Μάικλ Τσιμίνο το 1980!

Τα χρυσά χρόνια με τους «Μοντέρνους Καιρούς»

Η δεκαετία του 1920 είναι η χρυσή δεκαετία του Τσάπλιν. Το σοφιστικέ μελόδραμα «Μια γυναίκα από το Παρίσι» (1923) είναι η πρώτη σκηνοθετική και σεναριακή δουλειά του στην οποία δεν πρωταγωνιστεί. Δύο χρόνια αργότερα στήνει τον αριστουργηματικό «Χρυσοθήρα», το πρώτο ουσιαστικά άρτιο σενάριό του που πίσω από τη μανία για τον χρυσό κρύβει ένα πεσιμιστικό σχόλιο για το αμερικανικό όνειρο. Το φιλμ, ένα μπλουρλέσκ κωμικοτραγικό δράμα, διανθισμένο με εξαιρετικά σλάπστικ νούμερα και ανεπανάληπτες κωμικές χορογραφίες (η σκηνή της καλύβας που ισορροπεί στο χείλος του γκρεμού, εκείνη της πείνας που δημιουργεί οράματα στους πεινασμένους ήρωες κ.ά.), γνώρισε τεράστια παγκόσμια επιτυχία –κόστισε 650.000 δολάρια και απέφερε περισσότερα από 5 εκατ. δολάρια–, ενώ λίγοι γνώριζαν ότι ο δημιουργός του εμπνεύστηκε την ιστορία από αληθινό γεγονός που είχε συμβεί στη Σιέρα Νεβάδα (στα ίδια μέρη που επέλεξε ο Τσάπλιν να κάνει τα γυρίσματα) πριν από αρκετά χρόνια, όταν μια ομάδα χρυσοθήρων καθηλώθηκε στα παγωμένα βουνά και για να επιβιώσει έφαγε πρώτα τα παπούτσια των μελών της προτού καταλήξει στον κανιβαλισμό. Η κριτική αποθέωσε την κινηματογραφική δύναμη του έργου, με τους «New York Times» να αναφέρουν ότι «πρόκειται για το πιο πολύτιμο πετράδι από όλα τα φιλμ του Τσάπλιν».

Η έλευση του ήχου στον κινηματογράφο δεν αγγίζει τον Τσάπλιν, ο οποίος συνεχίζει τα έργα που εκείνος θέλει: χωρίς ήχο και με το alter ego του να περιπλανιέται χωρίς πυξίδα. Αφού οδηγεί τον αλήτη του στο ημιαυτοβιογραφικό «Τσίρκο» (1928), που, σύμφωνα με τον ίδιο, περιείχε πολλές προσωπικές στιγμές του και του χάρισε ένα τιμητικό Οσκαρ για την «ιδιαίτερη ευφυΐα του στον συνδυασμό σκηνοθεσίας, συγγραφής σεναρίου, ερμηνείας και παραγωγής», το 1931 παρουσιάζει τα «Φώτα της πόλης», που ξεκίνησαν τα γυρίσματά τους το 1928 –αμέσως μετά την ολοκλήρωση του «Τσίρκου»– για να διαρκέσουν περισσότερο από δύο χρόνια. Ολοι στο Χόλιγουντ μιλούσαν για βέβαιη εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία όταν η ταινία έκανε πρεμιέρα στις αίθουσες τον Φεβρουάριο του 1931 στο Los Angeles Theater λόγω των πολυέξοδων γυρισμάτων και της άκαμπτης στάσης του δημιουργού να μην προσαρμοστεί στη νέα εποχή του ηχητικού κινηματογράφου. Ομως η ιστορία του αλήτη που ερωτεύεται την τυφλή ανθοπώλισσα έκανε πολλές καρδιές να ραγίσουν, ενώ η ισορροπία δράματος-γέλιου που αποκαθίσταται από το σκετς με τον μεθυσμένο πλούσιο, τον οποίο ο ήρωας σώζει από αυτοκτονία αλλά εκείνος τον ευγνωμονεί μόνο όταν γίνεται λιώμα, δημιούργησε αμέτρητες ουρές στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ο μόνος ήχος που επέτρεψε ο Τσάπλιν στην ταινία ήταν η πρωτότυπη μουσική που έγραψε ο ίδιος, ενώ στους επικριτές του (ανάμεσά τους ο Αγγλος συγγραφέας Τόμας Μπερκ), που τονίζουν ότι η ταινία εκβιάζει το συναίσθημα, εκείνος απαντά ότι όλοι οι άνθρωποι θυμούνται εξίσου τις στιγμές που είναι είτε πολύ δυστυχισμένοι είτε πολύ ευτυχισμένοι, κάνοντας αυτά τα δύο να έχουν την ίδια σημασία.

Ο θρίαμβος του φιλμ οδηγεί τον Τσάπλιν στη γέννηση του πιο φιλόδοξου μέχρι εκείνη τη στιγμή έργου του. Οι «Μοντέρνοι καιροί» είναι επίσης βουβή ταινία, γυρισμένη το 1936, και δείχνει την απέχθεια του δημιουργού της για τον σύγχρονο τρόπο ζωής που καθορίζεται από τον χρόνο-δυνάστη ο οποίος κάνει τους δείκτες των ρολογιών να διαμορφώνουν το πρόγραμμα των εργατών, την ολοκληρωτική επικράτηση του φορντικού μοντέλου στην παραγωγή (εξαιρετικά χορογραφημένες οι αγχωτικές κινήσεις των εργατών, που δεν τους επιτρέπεται δευτερόλεπτο για χάσιμο) και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής από το Μεγάλο Αφεντικό.

Οραματική ταινία, που πάντως δίχασε την αμερικανική κριτική και απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες της Ευρώπης καθώς θεωρήθηκε κομμουνιστική προπαγάνδα, ενώ για πρώτη φορά δείχνει τον ήρωα να ηγείται μιας εργατικής διαδήλωσης. Το φιλμ όμως είναι ταυτόσημο με το τέλος μιας εποχής. Εκτός από το ότι αποτελεί την τελευταία ταινία που γυρίζει ο Τσάπλιν χωρίς ήχο (με εξαίρεση ένα τραγούδι στο οποίο ακούμε για πρώτη φορά τη φωνή του, ένδειξη ότι πλησιάζει η στιγμή που θα κάνει το πρώτο ομιλούν φιλμ του), διαθέτει και υπέροχο φινάλε: για πρώτη φορά παρουσιάζει τον δημοφιλή αλήτη να μη φεύγει μόνος προς το πουθενά. Αυτήν τη φορά έχει παρέα και δεν είναι άλλη από ένα κορίτσι (η Πολέτ Γκοντάρ). Λίγοι συνειδητοποίησαν σε εκείνη τη σκηνή ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο αλήτης του Τσάπλιν εμφανιζόταν στην οθόνη.

Το καμπανάκι του «Μεγάλου Δικτάτορα»

Ο «Μεγάλος δικτάτωρ», η πρώτη ταινία που ο Τσάπλιν χρησιμοποιεί ήχο, γυρίστηκε το 1938-39, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και στις πρώτες διώξεις των Εβραίων. Μια αντιναζιστική καταγγελία με το πρόσχημα της κωμωδίας, με τον δημιουργό να σατιρίζει ανηλεώς τον Χίτλερ στην εμπνευσμένα λυσσαλέα ομιλία του και στο αφελές παιχνιδάκι του με την υδρόγειο σφαίρα. Τι κι αν ο δικτάτορας λέγεται Αντενόιντ Χίνκελ αντί Αντολφ Χίτλερ και τα εμπλεκόμενα κράτη Τομανία, Βακτηριδία (το οποίο έχει για αρχηγό τον Μπενζίνο Ναπαλόνι!); Η παράλληλη ιστορία του Εβραίου κουρέα που μοιάζει σαν μια σταγόνα νερό με τον παράφρονα δικτάτορα γίνεται σχήμα αντιπαράθεσης των δύο κόσμων-συστημάτων που αντικατοπτρίζουν το Καλό και το Κακό και κάποια στιγμή γίνονται ένα.

Η ταινία κλείνει με φινάλε το οποίο επίσης δίχασε την κριτική. Στην εν λόγω σκηνή ο Τσάπλιν υμνεί τις αρετές της δημοκρατίας, τονίζοντας έμμεσα την υπεράσπισή της με κάθε τρόπο απέναντι στη βαρβαρότητα του ναζισμού. Κάποιοι τη θεώρησαν απλοϊκή και διδακτική, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντιμετώπισαν ως υπερβολικές τις κορόνες του και τα καμπανάκια κινδύνου για τον Χίτλερ. Η δικαίωση για τα προφητικά σχόλιά του για τον Χίτλερ ήρθε με τον πλέον επώδυνο τρόπο, όταν στο τέλος του πολέμου η Ιστορία έδειξε το πιο άγριο πρόσωπο του χιτλερικού καθεστώτος με την αποκάλυψη του Ολοκαυτώματος. Η ταινία προβλήθηκε το 1940 με μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ και στην Αγγλία, προτάθηκε για πέντε Οσκαρ (ταινίας, σεναρίου, αντρικών ερμηνειών και μουσικής) και δεν απέσπασε ούτε ένα, ενώ απαγορεύτηκε στις ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή.

Κυνισμός και Μακαρθισμός

Μετά το τέλος του πολέμου, το 1947, ο Τσάπλιν φτιάχνει ένα μνημείο αμοραλισμού, τον «Κύριο Βερντού». Πρόκειται για έναν Κυανοπώγωνα που σκοτώνει πλούσιες γυναίκες για να αρπάξει την περιουσία τους. Φιλμ που κάτω από τον μανδύα της μαύρης κωμωδίας κρύβει απύθμενη μοναξιά και μια σκληρή αναρχική ματιά πάνω σε κάθε είδους κομφορμισμό. Οι θεατές και οι κριτικοί στέκουν αμήχανοι πάνω στη νέα κινηματογραφική σελίδα του Τσάπλιν, που αφήνει οριστικά πίσω του τον λαϊκό διασκεδαστή για να αφηγηθεί μια ιστορία ενστίκτου και επιβίωσης – μόνο ο Αντρέ Μπαζέν διέγνωσε τα αριστοτεχνικά φιλοσοφικά μηνύματα στην πιο ολοκληρωμένη σκηνοθετικά ταινία του Τσάπλιν. Σύμφωνα με τον Γάλλο διανοητή, ο Βερντού δεν είναι άλλος από τον μεταμφιεσμένο Σαρλό, ο οποίος οφείλει να γίνει πιο κυνικός και πονηρός από τους εχθρούς του προκειμένου να επιβιώσει σε έναν κόσμο τραγικό, παράλογο και ολοκληρωτικά αλλοτριωμένο.

Το 1952 τα «Φώτα της ράμπας» αποτελούν την πιο ιδιαίτερη σινεφιλική ταινία του, καθώς ενώνεται με έναν άλλο μεγάλο δημιουργό της αμερικανικής κωμωδίας, τον Μπάστερ Κίτον, σε μια έντονα αυτοβιογραφική δουλειά στην οποία εμφανίζονται πέντε από τα παιδιά του. Εδώ ο Τσάπλιν υποδύεται τον Καλβέρο, έναν ξεπεσμένο βασιλιά του βοντβίλ που σώζει μια νεαρή χορεύτρια από την αυτοκτονία και προσπαθεί να την κάνει να βρει και πάλι το κέφι της για τη ζωή. Πρόκειται για το τελευταίο φιλμ που γυρίζει στις ΗΠΑ και σίγουρα το τελευταίο αριστούργημά του, το οποίο λόγω εποχής (μακαρθισμός) υπέστη άγριο μποϊκοτάζ από τα ΜΜΕ.

Τα δύο τελευταία φιλμ που θα γυρίσει στην Αγγλία («Ο βασιλιάς της Νέας Υόρκης» του 1957 είναι σάτιρα του αμερικανικού τρόπου ζωής και η «Κόμισσα του Χονγκ Κονγκ» του 1967 με τον Μάρλον Μπράντο και τη Σοφία Λόρεν μια ρομαντική κωμωδία παρεξηγήσεων χωρίς νόημα) είναι απλώς τα απομεινάρια μιας ένδοξης καριέρας και δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στις μεγάλες κινηματογραφικές στιγμές του δημιουργού. Μετά το 1952 που μετανάστευσε μόνιμα στην Ελβετία και μέχρι τον θάνατό του τα Χριστούγεννα του 1977 ταξίδεψε στην Αμερική μόνο μία φορά, το 1972, προκειμένου να παραλάβει τιμητικό Οσκαρ για τη συνεισφορά του στην έβδομη τέχνη, κερδίζοντας το μεγαλύτερο σε διάρκεια χειροκρότημα της ιστορίας των βραβείων. Τη στιγμή της απονομής, απόλυτα λιτός και ψύχραιμος, δέχτηκε το αγαλματίδιο με την εξής φράση: «Σας ευχαριστώ όλους. Είστε όλοι υπέροχοι». Λίγη ώρα αργότερα, όταν ρωτήθηκε σε στενό κύκλο αν εννοούσε αυτά που είπε, ανέφερε: «Φυσικά όχι. Τους σιχαίνομαι όλους».

* Περιοδικό Hot Doc #142, Charlie Chaplin: Ο πρώτος και απόλυτος σταρ, 17/12/2017

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.