Ο Γιάννης Οικονόμου, ένας από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που υπέγραψαν την ανοιχτή επιστολή σχετικά με το επιτελικό κράτος, τόνισε πως πρόκειται για έναν θεσμικό προβληματισμό με στόχο την ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου και όχι για αμφισβήτηση του κυβερνητικού μοντέλου.
Συγκεκριμένα, μιλώντας στην ΕΡΤ ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Καταθέτουμε προβληματισμό ώστε να εξισορροπήσουμε τη λειτουργία του επιτελικού κράτους με έναν πιο ενεργό ρόλο συμμετοχής των βουλευτών, της Βουλής, των υπουργείων».
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι επισημάνσεις των βουλευτών προκύπτουν από τη «βιωματική τους σχέση» με τη δημόσια διοίκηση και την επαγγελματική τους πορεία, ενώ σημείωσε πως στόχος είναι η αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή «χωρίς να απαξιώνονται τα θετικά βήματα που έχουν γίνει».
Επιπλέον σημείωσε πως μπορεί το επιτελικό κράτος να συνέβαλε στην αντιμετώπιση κρίσεων τα προηγούμενα χρόνια, όμως δεν ήταν επαρκές σε συνθήκες κανονικότητας.
Ο βουλευτής έθεσε επίσης ζήτημα για τον ρόλο των βουλευτών, λέγοντας: «Το βασικό είναι η βάση: τι βουλευτές θέλουμε, τι εργαλεία τους δίνουμε, τι ρόλο θέλουμε να παίξουν;», ενώ πρόσθεσε ότι απαιτούνται θεσμικές αλλαγές με ανοιχτό το ερώτημα της κατεύθυνσής τους.
Σε ό,τι αφορά την ερμηνεία της πρωτοβουλίας, ξεκαθάρισε ότι «δεν ανατρέχουμε στο παρελθόν, ούτε αναπαράγουμε μοντέλα, ούτε κάνουμε αντιπολίτευση» και ότι στόχος είναι «να βοηθηθεί και η κυβέρνηση και η παράταξη».
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η κίνηση δεν συνιστά εσωκομματική αντιπολίτευση, λέγοντας: «Δεν μπορεί κάθε φορά που κατατίθεται μια άποψη να ψάχνει κανείς να βρει τρίτες και τέταρτες σκέψεις. Δεν είναι αυτή η πρόθεσή μας».
Αναλυτικά η επιστολή των βουλευτών
«Για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που θα φέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πιο κοντά στην κοινωνία των πολιτών
Η αναζωπύρωση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παραιτήσεις υπουργών και υφυπουργών και τα αλλεπάλληλα αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας είναι, μεταξύ άλλων, μία υπενθύμιση.
Υπενθύμιση αναδρομής στο πρώτο νομοθέτημα της αυτοδύναμης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που καθιέρωσε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Το επιτελικό κράτος, το οποίο λοιδορήθηκε, αποτέλεσε πολιτικό επιχείρημα άσκησης κριτικής, αλλά λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί. Εκείνο που καλούμαστε να αναλογιστούμε είναι αν μπορούμε να βελτιώσουμε το επιτελικό κράτος και να ενισχύσουμε την αρχιτεκτονική ενός μοντέρνου και λειτουργικού κράτους, που να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες του σήμερα. Να αναστοχαστούμε το επιτελικό κράτος και τον τρόπο λειτουργίας του, ιδίως με την πάροδο των περίπου επτά ετών, ως προτύπου διαχείρισης της εξουσίας στη χώρα.
Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενώ το επιτελικό κράτος είναι αποτελεσματικό σε συνθήκες μεγάλων κρίσεων, δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας. Επίσης, γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας, που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε μεταπολιτευτικά, με βάση κυρίως τις αρχές και τις αξίες της παράταξής μας.
Ο Νόμος 4622/2019 για το «Επιτελικό Κράτος» αποτέλεσε μια μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση συντονισμού, ταχύτητας και λογοδοσίας. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες.
Μετέφερε όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της Κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της κοινοβουλευτικής ομάδας, σε σύγκριση με το μέτρο των θεσμικών τους καθηκόντων. Η συγκέντρωση της εξουσίας έγινε στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Αλλά σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει σημασία μόνο το τι κάνεις, αλλά και ο τρόπος που το κάνεις.
Και στη δημοκρατία το δεύτερο είναι ίσως σημαντικότερο από το πρώτο. Οι θεσμοί πρέπει να είναι αποτελεσματικοί, αλλά με τρόπο που δεν αφήνουν χώρο για δυσλειτουργίες και παραφωνίες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, στη μεγάλη εικόνα, το επιτελικό κράτος δεν κατάφερε να ελέγξει πλήρως τα φαινόμενα διαφθοράς εντός του κράτους και της κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό υπάρχει μια αντίφαση. Το επιτελικό κράτος διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο, πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά όταν εμφανίζονται σοβαρές παθογένειες, η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω και ιδιαίτερα προς τους βουλευτές. Αυτή η πρακτική δεν υπάρχει σε εγχειρίδια ηγεσίας. Σήμερα, σε μια περίοδο όπου η ίδια η Κυβέρνηση προχωρά σε διορθωτικές κινήσεις, υπό την πίεση δικαστικών εξελίξεων, χρειάζεται να συζητήσουμε για το επιτελικό κράτος. Μια συζήτηση που προέκυψε του διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση. Σκοπός είναι να αποκτήσουμε μια νέα δυναμική, να πάμε ακόμα πιο μπροστά, καθώς η κοινωνία παραμένει πεπεισμένη ότι μόνο η ΝΔ και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερότητα και ευημερία.
Δεν πρέπει να αφήσουμε τις αρρυθμίες στο πρότυπο διοίκησης να επηρεάσουν την κοινοβουλευτική λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας. Στη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία, μια κυβέρνηση υπάρχει όσο απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Τα προνόμια του Πρωθυπουργού και τα καθήκοντα των βουλευτών περιγράφονται θεσμικά και είναι σε διαλεκτική σχέση. Οι βουλευτές συγκροτούν την πλειοψηφία που δίνει δύναμη στον Πρωθυπουργό και τον κρατά ισχυρό.
Η λύση σε φαινόμενα κακοδιοίκησης και διαφθοράς δεν είναι περισσότερος συγκεντρωτισμός και υποβάθμιση των βουλευτών. Ο βουλευτής – που είναι φορέας λαϊκής εντολής, ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας και αυθεντικός εκφραστής της περιφέρειας – φορτώνεται άδικα το στίγμα του φαυλοκράτη και κινδυνεύει να αποξενωθεί σε μεταφορέα ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Να ενημερώνεται εκ των υστέρων, να πειθαρχεί εκ των προτέρων και να περιορίζεται σε μια ολοένα μικρότερη πολιτική περίμετρο. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτείνει τα προβλήματα και δεν θα τα επιλύσει.
Συχνά ακούγεται το ένα αντεπιχείρημα: ότι οι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες υπουργοί δεν βαρύνονται από τη φθορά του παραδοσιακού βουλευτικού γραφείου, δεν έχουν περάσει από τη λογική της πελατειακής πίεσης και δεν έχουν οικοδομήσει την καριέρα τους πάνω σε μικροεξυπηρετήσεις. Ωστόσο, είναι τουλάχιστον άδικο να μετακυλίεται το ανάθεμα σε εκείνους που επιλέγουν οι πολίτες να τους εκπροσωπούν με την ψήφο τους, εντός ενός συστήματος που όλοι αποδοκιμάζουν, για να ασκούν μετά υπέρμετρη εξουσία οι μη εκλεγμένοι.
Κανείς βουλευτής δεν επιθυμεί να μετατρέπεται, από εθνικός νομοθέτης και ελεγκτής, σε διαχειριστή αιτημάτων και εξυπηρετήσεων. Η λύση δεν είναι η παράκαμψη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης από κλειστό κέντρο τεχνοκρατικής διαχείρισης, γιατί ούτε τόσο αποτελεσματική είναι σε περιόδους ομαλότητας, ούτε θεσμικά υπεύθυνη, ούτε βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους πολίτες.
Αυτό που χρειάζεται είναι νέος ρόλος για τον βουλευτή. Να μην εκλαμβάνεται σαν (ρουσφετιακά) γραφείο εξυπηρέτησης και μεσάζοντας. Να είναι ο βουλευτής ο φορέας της θεσμικής πίεσης, του κοινοβουλευτικού ελέγχου, της πολιτικής συνδιαμόρφωσης και της ουσιαστικής εκπροσώπησης της κοινωνίας, ιδίως της περιφέρειας. Ένας βουλευτής που δεν θα μετρά την επιρροή του από το πόσες υποθέσεις «διευκόλυνε», αλλά από το αν μπόρεσε να αλλάξει πολιτικές, να επιβάλει λογοδοσία και να φέρει τη φωνή της πραγματικής χώρας στο κέντρο λήψης των αποφάσεων.
Γιατί η ελληνική περιφέρεια δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν χάνει υπουργικά χαρτοφυλάκια προς όφελος του αθηνοκεντρικού κράτους. Αποδυναμώνεται, κυρίως, όταν χάνει τη θεσμική της δυνατότητα να επηρεάζει στη χάραξη πολιτικής, όταν δεν συμμετέχει ισότιμα στη διανομή του πλούτου, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται όλο και πιο μακριά από τους ανθρώπους που γνωρίζουν το πεδίο, όταν η εμπειρία της πραγματικής παραγωγής, της τοπικής οικονομίας της περιφέρειας και της ζώσας κοινωνίας μετατρέπεται σε «δεδομένο» για επεξεργασία και όχι σε ζωντανό παράγοντα διαμόρφωσης της πολιτικής.
Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς αλλαγές προσώπων. Ο Πρωθυπουργός μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το 2016 επιμένει στους θεσμούς. Σήμερα μπορούμε να επαναξιολογήσουμε από κοινού το επιτελικό κράτος, το οποίο μέχρι σήμερα αξιολογείται από τον εαυτό του, στη βάση ποσοτικών και όχι ποιοτικών δεικτών.
Χρειαζόμαστε, ως κόμμα και Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, μια πιο αποκεντρωμένη και θεσμικά ισορροπημένη αρχιτεκτονική, με αυξημένη λογοδοσία. Με ισχυρά υπουργεία, με ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, με πραγματική συμμετοχή της περιφέρειας, με σαφείς αρμοδιότητες και πραγματική πολιτική ευθύνη. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ένα κράτος όπου λίγοι αποφασίζουν για όλους, χωρίς να δίνουν άμεσα λόγο στον λαό. Έχει ανάγκη από ένα κράτος που συντονίζεται χωρίς να ασφυκτιά και κυβερνά χωρίς να αποκόπτεται από την κοινωνία των πολιτών.
Οι βουλευτές δεν υπάρχουν για να υπηρετούν το όποιο επιτελείο. Υπάρχουν για να υπερασπίζονται το εθνικό και λαϊκό συμφέρον, νομοθετώντας και ελέγχοντας την εκτελεστική εξουσία».
Διαβάστε επίσης:
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια