Το ντοκιμαντέρ «Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο» από αύριο στο διαδίκτυο

Αύριο, Τετάρτη, στις 10 το βράδυ «ελευθερώνεται» στο διαδίκτυο το «απαγορευμένο» ντοκιμαντέρ του συνεργάτη μας, Αντώνη Μποσκοΐτη, για τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Από το κανάλι της MediaVox στο YouTube. 

NewsRoom 10/11/2020 | 13:24

Το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο» γυρίστηκε το 2010 και ήταν μία ανάθεση του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου στον συγγραφέα και βιογράφο του Κούνδουρου, Γιάννη Σολδάτο, και στον σκηνοθέτη Αντώνη Μποσκοΐτη, ο οποίος θα υπέγραφε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Η συγκεκριμένη ταινία, ενώ ξεκίνησε με τις καλύτερες προδιαγραφές, με εξασφαλισμένη επίσης τη συμμετοχή του ίδιου του Κούνδουρου και με δύο παρουσιάσεις στα Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και Χαλκίδας, ποτέ δεν βγήκε στη διανομή και σύντομα αποσύρθηκε και «κλείστηκε» στα κουτιά της, που λένε στη γλώσσα του κινηματογράφου. Έκτοτε, παίχτηκε ελάχιστες φορές σε διάφορες εκδηλώσεις και δημιούργησε ένα μύθο σχεδόν γύρω από την κατασκευή και πραγμάτωση της. 

Αύριο, Τετάρτη στις 10 το βράδυ, το ντοκιμαντέρ θα κάνει την διαδικτυακή του πρεμιέρα από το κανάλι της παραγωγού εταιρείας, MediaVox, σε αποκλειστική σύνδεση με το koutipandoras.gr και με την ευκαιρία ζητήσαμε από τον δημιουργό να μας γράψει λίγα λόγια για όλο το ιστορικό: 

Από τον Τύπο της εποχής

Το 2009 ο τότε πρόεδρος του ΕΚΚ, Δημήτρης Σοφιανόπουλος, μας κάλεσε στο γραφείο του με τον Γιάννη Σολδάτο. Μας είπε πως το ΕΚΚ προτίθεται να αναθέσει σε νέους κινηματογραφιστές μία σειρά ντοκιμαντέρ με θέμα τους μεγαλύτερους Έλληνες σκηνοθέτες. Ο Σολδάτος μόλις είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αιγόκερως μία εξαιρετική βιογραφία του Κούνδουρου, ενώ εγώ ακόμη γευόμουν την επιτυχία που είχε κάνει η προηγούμενη ταινία μου, το «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ». Θυμάμαι επί λέξει τα λόγια του Σοφιανόπουλου: «Θέλουμε μία ροκ ταινία για τον Κούνδουρο, ακριβώς στο ίδιο ύφος με το ''Κύτταρο''. Μπορείς;»...«Μπορώ!»...Και φύγαμε. Έτσι ξεκίνησε η πραγμάτωση της ταινίας αυτής, η οποία τελικά ήταν και η μοναδική σε σχέση με το όλο project του ΕΚΚ που δεν είχε συνέχεια. 

Ο ίδιος ο Κούνδουρος, που είχαμε μεγάλη φιλία και βρισκόμασταν καθημερινά σχεδόν, αρχικά είχε τις αντιρρήσεις του, διότι - πάνω απ' όλα - μάλλον θα βαριόταν για να βλέπει να γυρίζεται ακόμη ένα πορτραίτο του. Τον «ψήσαμε» τόσο ο Γιάννης, που η φιλία τους πήγαινε πολλά χρόνια πίσω, όσο κι εγώ, που του'χε αρέσει πολύ το «Κύτταρο» και με γνώριζε καλά από το 2001. Έτσι, πάντα μαζί με τον Γιάννη, αρχίσαμε να προσεγγίζουμε όλους τους σημαντικούς ανθρώπους που το έργο τους σχετιζόταν μ' αυτό του Κούνδουρου. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, ξαναβλέποντας την ταινία, συνειδητοποιώ πως καταφέραμε να συγκεντρώσουμε κανονικούς μύθους του εγχώριου πολιτισμού του 20ου αι. που, δυστυχώς, δεν βρίσκονται πια ανάμεσα μας: Τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Μένη Κουμανταρέα, τον Παύλο Μάτεσι, τον Αντρέα Παγουλάτο, τον Τάσο Ζωγράφο, τον Λευτέρη Ξανθόπουλο, τον Νίκο Μαμαγκάκη και τον Πέτρο Φυσσούν. Κι εκτός αυτών που «λείπουν» πια, συμμετείχαν ακόμη ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Κυριάκος Κατζουράκης, η Ντόρα Μπακοπούλου, ο Ζαχαρίας Ρόχας, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Ηλίας Λιούγκος, η Μαρίζα Κωχ, ο Νίκος Καβουκίδης, ο Μάνος Βακούσης, ο Άκης Σακελλαρίου, η Αντιγόνη Αμανίτου, αλλά και ο Αλέκος Φασιανός, ο οποίος φιλοτέχνησε και την αφίσα του ντοκιμαντέρ. 

Το προσχέδιο του Αλέκου Φασιανού για την αφίσα του ντοκιμαντέρ

Θυμάμαι το γύρισμα με τον Βασιλικό, που του'χα πάρει το περιβόητο καπέλο του, αλλά και τον αείμνηστο Καμπανέλλη, που είχα καθυστερήσει μισή ώρα να πάω στο πλατό.«Ζητώ συγγνώμη, κύριε Καμπανέλλη, που άργησα» του είπα για να εισπράξω την απάντηση του: «Αυτό, νεαρέ, έπρεπε κανονικά εγώ να σας το πω». Ο Κούνδουρος ερχόταν σ' όλα τα γυρίσματα και το απολάμβανε, χαιρόταν που συναντούσε όλους τους φίλους και συνεργάτες του, με εξαίρεση τη μέρα που θα έπαιζε ο ίδιος: Ο κορμός της ταινίας, το σκηνοθετικό εύρημα αν θέλετε, ήταν η κινηματογράφηση της πρόβας για ένα καινούργιο έργο που ετοίμαζε. Βρήκαμε μια ομάδα κοριτσιών από δραματικές σχολές, η ενδυματολόγος Μιράντα Θεοδωρίδου τα έντυσε στο πρότυπο του κουνδουρικού «Μπορντέλο» κι εμείς θα καταγράφαμε τη διδασκαλία του Πάπα του ελληνικού σινεμά με τις υποτιθέμενες ηθοποιούς του. Είχε στηθεί, εν ολίγοις, ένας ολόκληρος μηχανισμός, αναμένοντας τον Κούνδουρο να μπουκάρει στο πλατό και να μεγαλουργήσει, έτσι σαρωτικός όπως ήτανε πάντα. Αμ δε...Εκείνο το πρωί μού τηλεφώνησε ο Κούνδουρος από το σπίτι του στην Αίγινα: «Είμαι εδώ και δεν πρόκειται να έρθω, θα σε καταστρέψω, αρνούμαι να συμμετάσχω στις μαλακίες που γυρίζεις, σταμάτα τα όλα» κλπ. Εγώ αρχικά έμεινα παγωτό και κατόπιν άρχισα να μιλάω με τους συνεργάτες μου για να έβλεπα πως θα σωθεί ένα τέτοιο γύρισμα εν τη απουσία του Κούνδουρου. «Ηρέμησε, σιγά μη δεν έρθει» ήταν τα καθησυχαστικά λόγια του Σολδάτου, που τον γνώριζε πολύ καλύτερα απ' ότι εγώ. Και, πραγματικά, ο Κούνδουρος ήρθε τελευταία στιγμή από την Αίγινα, και όλα πήγαν ρολόι, όπως ακριβώς τα ονειρευόμασταν: Όρμηξε κυριολεκτικά μες το πλατό, ξέχασε τα πρωινά μπινελίκια σαν είδε τα ημίγυμνα κορίτσια και αφέθηκε πραγματικά στη διεύθυνση ενός κινηματογραφικού γυρίσματος «α λα παλαιά», που τα είχε όλα: Βοηθούς, ηλεκτρολόγους, κλακέτα, διευθυντή φωτογραφίας, μακιγιέζ, ενδυματολόγο κλπ.

2009, Αντώνης Μποσκοΐτης - Ιάκωβος Καμπανέλλης

Εδώ τώρα θέλω να σταθώ στον διευθυντή φωτογραφίας, Δημήτρη Θεοδωρόπουλο, τον άνθρωπο που έχει υπογράψει όλες τις δουλειές μου από το 2001 μέχρι σήμερα: Αποφασίσαμε να τραβήξουμε σε φιλμ Super16mm, κάτι που έμοιαζε τρελό για την εποχή, που όλοι πια έκαναν ταινίες σε ψηφιακό βίντεο. Χρησιμοποιήσαμε μάλιστα δύο κάμερες (η μία ήταν η Aaton του Δημήτρη, με την οποία είχαν γυριστεί επίσης τα ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ Νταντωνάκη και το «Κύτταρο»), που τραβούσαν ταυτόχρονα, από διαφορετικές γωνίες λήψης, σε ασπρόμαυρο και σε έγχρωμο φιλμ. Όσο για το ανύπαρκτο ντεκουπάζ, το αφήσαμε κι αυτό στην τύχη του και τελικά μας βγήκε σε καλό, αφού θέλαμε να κάνουμε κι ένα hommage στη γαλλική «nouvelle vague», δηλαδή γύρισμα μέσα σε γύρισμα. Και θα πω πάλι, ξαναβλέποντας το ντοκιμαντέρ, ότι αυτό το άχρονο στοιχείο βγήκε και με το παραπάνω: Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αν η ταινία γυρίστηκε το 1970, το '90, το 2000, το 2010 κ.ο.κ. 

2009, ο ηχολήπτης και ο διευθυντής φωτογραφίας του ντοκιμαντέρ, ο Μαρίνος Αθανασόπουλος και ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος. Ανάμεσά τους, ο οπερατέρ Νίκος Καβουκίδης

Τη μουσική της ταινίας την ανάθεσα στον Ηλία Λιούγκο, το παιδί του Μάνου Χατζιδάκι, που επίσης είχε κάνει το ίδιο και σ' ένα παλιότερο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ μου. Ο Ηλίας κινήθηκε σε Κρητικούς δρόμους, τιμώντας τον γενέθλιο τόπο του Κούνδουρου, αλλά και στο δικό του, ολότελα εμπνευσμένο απ' τον Χατζιδάκι, ύφος. Θέλαμε, όμως, κι ένα τραγούδι για τους τίτλους τέλους κι εκεί μπήκε στην παρέα η Λίνα Νικολακοπούλου. Η Λίνα έγραψε ένα καταπληκτικό στιχούργημα, που «ζωγράφιζε» τον Κούνδουρο κυριολεκτικά από το κεφάλι μέχρι τα πόδια του, με το εξής ρεφραίν: «Κι είπες, κόσμε, δεν σου ανήκω/ Μα αν με θες με λένε Νίκο». Ως ερμηνευτής επιλέχθηκε ο Παντελής Θεοχαρίδης, κολλητός φίλος μου, με σημαντική παρουσία στη δισκογραφία. Ο Κούνδουρος, μάλιστα, είχε δει τον Παντελή να τραγουδάει σ' ένα αφιέρωμα στον Θεοδωράκη στην Καισαριανή και τα'χαν πει για ώρα οι δυο τους. «Αυτόν θέλω να με τραγουδήσει» μου είπε, όταν του μίλησα για το τραγούδι που φτιαχνόταν. 

Οι τρεις συντελεστές του τραγουδιού του ντοκιμαντέρ, ο συνθέτης Ηλίας Λιούγκος, η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου και ο ερμηνευτής Παντελής Θεοχαρίδης

Μ' αυτά και μ' αυτά, φτάσαμε στην πρώτη πανηγυρική προβολή της ταινίας ένα απόγευμα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας στον Κεραμεικό. Ο Κούνδουρος περιχαρής υποδεχόταν όλους τους συντελεστές και αστειευόταν μαζί τους πριν, μετά και κατά τη διάρκεια της προβολής. Θυμάμαι ότι εκεί ήταν και η αγαπημένη μου, Λένα Πλάτωνος, η οποία χειροκροτούσε ενθουσιασμένη. «Εσύ'σαι, ρε πουλάκι μου, η Πλάτωνος;» γυρνάει και της κάνει ο Κούνδουρος. Και μετά: «Από 10 ετών, Πλάτωνος ακούω και Πλάτωνος δεν βλέπω»! «Τι να κάνω, κύριε Κούνδουρε, έχω πολύ αρχαίο όνομα» του απάντησε εκείνη και η αίθουσα όλη σείστηκε από τα γέλια. Για μένα ήταν μία απ' τις ωραιότερες μέρες της ζωής μου και το λέω χωρίς ίχνος υπερβολής. Δεν είναι και μικρό πράγμα να σε πιάνει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και να σου λέει: «Αυτό που κάνεις μ' ενδιαφέρει, δεν είναι ντοκιμαντέρ, είναι ατόφιο σινεμά, απλά αν εμένα έδειχνες ασπρόμαυρα τα πλάνα από τις ταινίες μου, θα σε κυνηγούσα ακόμη»...

2009 στο μοντάζ ο παραγωγός και συνσεναριογράφος του ντοκιμαντέρ, Γιάννης Σολδάτος, ο σκηνοθέτης Αντώνης Μποσκοΐτης και ο συνθέτης Ηλίας Λιούγκος

Από την επόμενη κιόλας μέρα, όμως, άρχισαν τα προβλήματα. Ο Κούνδουρος μου ζήτησε να αφαιρέσω τον Αγγελόπουλο από την ταινία! «Τι τον ήθελες αυτόν και βγαίνει και μιλάει σαν πρωθυπουργός;» φώναζε από τηλεφώνου...Τα ίδια και για πολλούς άλλους συμμετέχοντες. Λίγο πριν η ταινία φύγει για να παιχτεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, χάλασε τον κόσμο! Τηλεφώνησε του Δημήτρη Εϊπίδη, του τότε καλλιτεχνικού διευθυντή, όπως έμαθα, ζητώντας του να μην παιχτεί αυτή η ταινία, αλλά να έστελνε αυτός μια κόπια άλλη που θα έφερε την υπογραφή του. «Η ταινία αυτή πρώτα θα'ναι Κούνδουρος και μετά Μποσκοΐτης» έλεγε σε όλους, εμού συμπεριλαμβανομένου, που ομολογώ πως δεν του πήγα κόντρα ούτε για μια στιγμή και απλά τον άφηνα να φωνασκεί. Ο Εϊπίδης, πάλι, προς τιμήν του, σε συνέντευξη του στην «Καθημερινή», συμπεριέλαβε το ντοκιμαντέρ μέσα στις δέκα καλύτερες ταινίες εκείνης της φεστιβαλικής διοργάνωσης. Η ζημιά, ωστόσο, είχε ήδη γίνει και έφτασε στην κορύφωση της όταν ο Κούνδουρος απαγόρευσε τη συμμετοχή της στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Εδιμβούργου. 

Μάρτιος 2010 Αναμνηστικό του ντοκιμαντέρ - το εισιτήριο για την προβολή στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Κι έτσι, για λόγους που ακόμη δεν έχω καταλάβει και που, με το χέρι στην καρδιά, θα πω ότι δεν οφείλονταν αποκλειστικά στον Κούνδουρο, έγινε συνήθεια μας η καθημερινή επαφή μέσα σε απίστευτη ένταση. Κανονικό σπάσιμο νεύρων. Τη Δευτέρα μου έλεγε «Θα σε καταστρέψω και δεν θα ξανακάνεις ποτέ ταινία», την Τετάρτη όμως ή την Πέμπτη άλλαζε: «Με πιάσανε, βρε παιδί μου, και μου είπαν ότι είδαν την ταινία σου στο φεστιβάλ και ότι είναι καταπληκτική. Τόσο ωραία ταινία έκανες;» Χαιρόμουν κι εγώ, αλλά όχι για πολύ, αφού μια - δυο μέρες μετά μου ξανατηλεφωνούσε: «Τέλος, θα σε εξαφανίσω από τον χώρο, δεν θα ξαναπαιχτεί ποτέ αυτή ταινία»...Ξανά μανά τα ίδια. Ώσπου το τέλος το είπα εγώ. Η ταινία είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον, όπως την ήθελα, αλλά δεν άντεχα την οργή του Κούνδουρου. Ούτως ή άλλως, ο ίδιος είχε ανακόψει την όποια καλή πορεία μπορεί να είχε. Αποφάσισα να την κλείσω οριστικά στα κουτιά της και να μην ξανασχοληθώ. Ο ίδιος τότε, σαν ένα θηρίο που έβλεπε τον αντίπαλο του να οπισθοχωρεί, άρχισε πάλι ν' αλλάζει στάση, όμως, ήταν πλέον αργά. 

Οι σχέσεις του, τόσο με την ταινία, όσο και με μένα τον ίδιο, αναθερμάνθηκαν το 2014, όταν ο κοινός μας φίλος, ο αείμνηστος Λευτέρης Ξανθόπουλος, μας κάλεσε από κοινού στη Θεσσαλονίκη για μία εκδήλωση: Θα παρουσιαζόταν το βιβλίο του Λευτέρη για τον Νίκο και, παράλληλα, θα προβαλλόταν και το ντοκιμαντέρ μου. Έτσι, λίγα χρόνια μετά απ' όλα όσα είχαν γίνει, ο Κούνδουρος έφτασε στο σημείο να προλογίζει την ταινία στο κοινό του «Ολύμπιον» με τα καλύτερα λόγια...

2010 ο Νίκος Κούνδουρος και ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος στην πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας

Το 2017, λίγο πριν το θάνατο του, ο Νίκος με φώναξε στο σπίτι του και μου έδωσε μία συγκινητική εξομολογητική συνέντευξη. Έχω καταγράψει τη φωνή του να μου λέει πως αισθάνεται μετανιωμένος, όχι φυσικά για όσα μου'χε σούρει, αλλά για το ότι με είχε βλάψει σε καλλιτεχνικό επίπεδο. «Δεν με πειράζει, Νίκο μου» του απάντησα. «Τα χρόνια πέρασαν πια. Με είδες ποτέ να έρθω σε ρήξη μαζί σου; Εσύ τα'λεγες, εσύ τα άκουγες»...Σε εκείνη τη συνέντευξη, τον είχα ρωτήσει πως είναι να ζεις μέχρι τα 90 σου. Μου έδειξε το τηλεφωνικό καρνέ του. «Άνοιξε το» μου είπε. «Τι βλέπεις; Ονόματα με σταυρουδάκια δίπλα. Χατζιδάκις, Καμπανέλλης, Ντασσέν, Μελίνα...Είναι σκληρό και αφόρητο να ζεις τόσο πολύ μέσα σε τόση μοναξιά, πίστεψε με». Έφυγα από το σπίτι του, θυμάμαι, με δάκρυα στα μάτια, αφού σαν να ήξερα ότι το τέλος ήταν κοντά και για τον ίδιο. 

Αυτό είναι με λίγα - ή με πολλά - λόγια το ιστορικό πίσω από το ντοκιμαντέρ «Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο». Είχε πολλά χρόνια να προβληθεί, αφού δεν υπήρχε αναρτημένο στο διαδίκτυο. Η ιδέα ήταν του Μιχάλη Γαλανάκη, του μοντέρ της ταινίας και ενός απ' τους συμπαραγωγούς της με την εταιρεία MediaVox. Υποδέχομαι κι εγώ με χαρά την «απελευθέρωση» της ταινίας ακριβώς μία δεκαετία μετά, έστω στο διαδίκτυο, και δηλώνω πως θα' μαι μεταξύ των θεατών στην αυριανή πρεμιέρα της. Την αφιερώνω στη μνήμη του Νίκου Κούνδουρου, που πολύ μας λείπει σήμερα και δεν έχουμε ανθρώπους με ουσία και περιεχόμενο ακόμη και για να τσακωνόμαστε. Διότι, ξέρετε, πίσω απ' τους καυγάδες ανθρώπων που αλληλοεκτιμούνται, όση ένταση κι αν υπάρχει, πάντα κρύβεται η αγάπη. Κι εγώ τον Κούνδουρο τον αγάπησα και πάντα θα τον αγαπώ. 

* Η ταινία «Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο» κάνει πρεμιέρα αύριο, Τετάρτη στις 10 το βράδυ, από το κανάλι της MediaVox στο YouTube σε σύνδεση με το koutipandoras.gr