NewsRoom
08/07/2009, 10:32

NO LAND, MIKE

NewsRoom 08/07/2009 | 10:32

«Ήταν ωραία η κηδεία Αντωνάκη μου;». Η Μάρω Κοντού, 10 χρόνια αστεφάνωτη, στην ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα», ρωτάει με ένα βλέμα προσμονής, σχεδόν κουταβιού, τον Αντωνάκη της, πώς ήταν η κηδεία του φίλου στην οποία δεν μπορούσε δυστυχώς να τον συνοδεύσει. Αστεφάνωτη γαρ, δεν είχε το κοινωνικό δικαίωμα να σταθεί δίπλα στον Αντωνάκη της, όπως όλες οι μαυροφόρες φίλες. Έτσι έμεινε να φαντάζεται έως και ωραίο αυτό που δεν μπορούσε να ζήσει. Κι ας ήταν θάνατος.Γι αυτήν η κηδεία, δεν ήταν το πένθος, αλλά η επισημοποίηση μιας σχέσης. Το αδικαίωτο. Κάτι άλλο τέλος πάντων.

Οι διοργανωτές της κηδείας του Μάικλ Τζάκσον, προφανώς και δεν έχουν δει την ταινία της Φίνος Φιλμ, αν και έχουν την ίδια απορία με την Μάρω Κοντού. «Ήταν ωραία η κηδεία;» Και όπως ακριβώς η Κοντού, εννοούν άλλο πράγμα. Δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς σημαίνει ωραία κηδεία; Ούτε τι σημασία έχει να είναι μια κηδεία ωραία αφού ο θάνατος είναι αρκετά άσχημος. Θα μπορούσα ίσως να φανταστώ μια κηδεία στη Νέα Ορλεάνη με τρομπέτες και τζαζ ως κάτι ωραίο, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια μιας φολκόρ γοητείας που δεν νομίζω να εξαπλώνεται και ως τους συγγενείς του μακαρίτη. Οι σκηνοθέτες, οι οπερατέρ, οι επώνυμοι, και δευτερευόντως τα γραφεία κηδειών που ανέλαβαν την κηδεία του Τζάκσον μιλούν για ωραία κηδεία. Αυτοί οι τελευταίοι ανέλαβαν τον άχαρο και μη ανταλλάξιμο ρόλο που αναλαμβάνουν πάντα. Απλώς ήταν απ τους λίγους που δεν πλήρωσαν εισιτήριο.

Ο αποθανών δεδικαίωται. Υπάρχει πάντα μια δόση υποκρισίας που άλλες φορές βαφτίζεται συγχώρεση, άλλοτε σεβασμός στο θάνατο (και λιγότερο στο νεκρό) και άλλες προσωπική μεγαλοθυμία, που δικαιώνει τους νεκρούς και ταλαιπωρεί τους ζωντανούς. Αμέσως μόλις φύγουν απ το νεκροταφείο. Στην περίπτωση του Τζάκσον η υποκρισία δεν είχε μόνο μια δόση. Πολιτικοί, σταρς, συγγενείς, και εραστές, (πάρτε τη λέξη χωρίς γένος, ουδέτερο) περιέγραψαν τον Μάικλ Τζάκσον, ως ένα ίνδαλμα. Μια παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα. Ένα σπουδαίο άνθρωπο. Οι περισσότεροι απ αυτούς σε λίγο καιρό θα επιδοθούν σε γαργαλιστικές λεπτομέρεις για τη ζωή του Τζάκσον στα ντοκυμαντέρ που θα ακολουθήσουν για να εξαργυρωθεί η μετά θάνατον φήμη. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Ας πούμε πως στην πραγματικότητα ήταν εκεί για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και τη δική τους υστεροφημία. Να δώσουν, αυτό που θέλουν και οι ίδιοι να εισπράξουν . Λάμψη αντί για φως στις σκοτεινές ζωές τους. Και οι ανώνυμοι; Τι έκαναν ακριβώς οι ανώνυμοι. Το 1,5 δισεκατομμύριο τηλεθεατές;

Την δεκαετία του 80 έζησα ,όπως οι περισσότεροι, ζηλεύοντας εκείνη τη χορευτική , ταλαντούχα, σχεδόν υπεράνθρωπη σκιά που λεγόταν Τζάκσον. Ονειρευόμουν όπως και οι υπόλοιποι της παρέας πως ήμουν ο λευκός Τζάκσον. Πού να φανταστούμε πως το ίδιο ακριβώς ονειρευόταν και αυτός. Να γίνει ο λευκός Τζάκσον. Και έγινε με το κόστος που είχε. Ένα παιδί από μια μαύρη οικογένεια, που δούλεψε απ τα 10 του χρόνια, κατάφερε να κυριαρχήσει στο μουσικό στερέωμα. Οι δισκογραφικές, το θέαμα, βρήκαν σε πρόσωπό του έναν νεό μύθο. Ο Έλβις είχε πεθάνει, ο Λένον το ίδιο, ζήτω ο μαύρος βασιλιάς.

Ο Τζάκσον πλήρωσε το τίμημα της αδυναμίας να διαχειριστεί όλο αυτό που δημιούργησε η φήμη του. Και ήταν πραγματικά μεγάλο. Απολυτοποίησε τη δύναμή του και τις υποσχέσεις της βιομηχανίας του θεάματος. Έπαιξε με τη φύση και ένοιωσε την εκδίκησή της. Ο μοναδικός άνθρωπος που επέστρεψε από τη μορφή του ανθρώπου, σε αυτή του πιθήκου. Χαμένος στον κόσμο που προσπαθούσε να στεγανοποιηθεί απ τον πραγματικό ήταν σίγουρα εξωπραγματικός και δυστυχής.

Οι καταγγελίες για παιδοφιλία δεν ήταν σίγουρα εφευρέσεις κάποιων .Όπως και οι αποζημιώσεις που πλήρωνε. Άρρωστος, εξαρτημένος, μόνος. Κρέμασε το παιδί του από το παράθυρο του ξενοδοχείου, συναναστρεφόταν παιδάκια, προφασιζόταν γάμους και παιδιά. Το θέαμα προσπάθησε να τον καλύψει. Δεν ήταν παιδόφιλος αγαπούσε τα παιδιά. Δεν ήταν ένα μυαλό που όριζαν οι πιο περίεργες χημικές αντιδράσεις αλλά εκκεντρικός. Δεν ήταν κακός άνθρωπος. Ήταν άραγε άνθρωπος; Παρουσίασαν τα σκληρά παιδικά του χρόνια ως αιτία των πραγμάτων. Ως μια προσπάθεια ψυχολογικοποίησης του προβλήματός του. Ναι είχε ψυχολογικά προβλήματα. Αυτά που δημιούργησε στον εαυτό του και όχι αυτά που του δημιούργησαν. Αυτή είναι η αλήθεια , το ίδιο ισχυρή με το ταλέντο του.

Ο Τζάκσον δεν ήταν μια μεγάλη προσωπικότητα. Απλώς ένας μεγάλος καλλιτέχνης. Ένα κομμάτι των εφηβικών ονείρων μας. Μεγαλώσαμε μαζί του. Ακόμη στους τωρινούς μας έρωτες, μπορεί να συναντήσουμε τις παλιές του μουσικές. Δεν ήταν μεγάλη προσωπικότητα. Μια γλυκιά γεύση απ το παρελθόν μας. Και μια νοσταλγία.

Το να αποκαλείς μετά θάνατον τον Τζάκσον μεγάλη προσωπικότητα, δεν είναι πρόβλημα για τα πρότυπα που δημιουργείς στα παιδιά σου. Αυτή είναι μια συντηρητική και προστατευτική αντίληψη για τα παιδιά. Είναι πρόβλημα για μας που τον ζήσαμε. Που ανεχόμαστε να ξεχνάμε ή ακόμη χειρότερα να μην ξέρουμε, για να μπορούμε. Να εξορκίζουμε τα κακά που μας πλάκωσαν γιατί κάναμε λάθος λογαριασμούς με το καλό. Να ψάχνουμε ένα κάδρο να καρφώσουμε στον τοίχο και αν χρειαστεί να το κάνουμε εικόνισμα.

Πριν από χρόνια πέθανε ένας πολύ γνωστός έλληνας ηθοποιός και αγαπητός της σώου μπιζ. Μετά το θάνατό του, τα αφιερώματα για μήνες μιλούσαν «για το χαμογελαστό παιδί της τηλεόρασης», «τον καλόκαρδο φίλο του κοινού». Αυτοί που τα έλεγαν, γνώριζαν πως ήταν ένας άνθρωπος βουτηγμένος στην κόκα. Αλλοπρόσαλλος. Χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου της συνείδησης. Γελούσε χημικά ενώ από μέσα του έκλαιγε. Υποκρισία; Μάλλον αυτοπροστασία και δαρβινισμός του συστήματος. Έτσι ακριβώς κάνει το σύστημα με τον Τζάκσον. Προστατεύει τον εαυτό του, αφού πουλάει ακόμη και το θάνατό του. Σε λίγο καιρό θα βγει ένα αφιέρωμα για τη θρυλική ζωή του, μετά ένα άλλο που θα τον αποκαλεί ανώμαλο και ένα τρίτο που θα λέει τα καλύτερα.

Ο Τζάκσον δεν ήταν Πήτερ Παν. Ήταν η σκληρή τιμωρία, του να μην έχεις όρια και συνείδηση. Στον Τζάκσον δεν ανήκε καμία NEVERLAND. Αυτή ανήκει στα δικά μας όνειρα που αρνούνται να γίνουν κομμάτια όπως το κορμί του. NO LAND μόνο. NO LAND Mike…