Ζαλισμένος και συνάμα οργισμένος με τις ορδές των «αναθεωρητών» που, και φέτος, ξεχύθηκαν στα μαρμαρένια αλώνια του διαδικτύου για να «αποδείξουν» ότι το έπος του Πολυτεχνείου ήταν διάτρητο και γεμάτο μύθους, αφήνω στoν μακάριο ύπνο τους τα θύματα που άνοιξαν τον δρόμο για να πέσει η Χούντα, προσκυνώ ευλαβικά τα μνήματα των δολοφονημένων και κρατάω στην τσέπη μία βρεγμένη πατσαβούρα για να την εκτοξεύσω στα μούτρα όποιου τολμήσει να παπαγαλίσει μπροστά μου τις μπούρδες της Λατινοπούλου και των ομοίων της.
Ήμουν μόλις 7 ετών όταν έγινε το Πολυτεχνείο, πολύ μικρός για να αντιληφθώ τι συνέβαινε και ακόμη μικρότερος για να συναισθανθώ πόσο θα ασφυκτιούσε ο δημοκρατικός πατέρας μου μέσα στο στράτευμα, όπου ήταν ακόμη χαμηλόβαθμος αξιωματικός της Αεροπορίας.
Θυμάμαι όμως με νοσταλγία τα εφηβικά μου χρόνια, όταν η επέτειος του Πολυτεχνείου έφερνε γενικό ξεσηκωμό στο δημόσιο Γυμνάσιο – Λύκειο όπου έμαθα όσα γράμματα έμαθα.
Σχεδόν όλοι πηγαίναμε στην πορεία με ναυλωμένα λεωφορεία και ήταν αδιανόητο να χρεωθούμε απουσίες, αφού η μέρα ήταν αφιερωμένη στους εορτασμούς και τα θρανία έμειναν ακατοίκητα.
Στη δυτική όχθη της Αθήνας όπου μεγάλωσα, όπως και στην Κρήτη όπου γαλουχήθηκα, ήμασταν και παραμένουμε βαθιά δημοκρατικοί, στον βαθμό που το επιτρέπει η αποχαύνωση των ημερών και η ισοπέδωση των αξιών.
Στα μέρη μου, οι δεξιοί μαθητές ήταν μία αμίλητη και μάλλον θλιβερή μειοψηφία, ενώ «απολιτίκ» πτέρυγα δεν υπήρχε.
Ήταν σημείο τον καιρών και των τόπων; Πιθανόν.
Θυμάμαι πάντως μία κοινωνία που αντιστεκόταν στον εκμαυλισμό, σηκωνόταν από τους καναπέδες, έβγαινε στους δρόμους για να φωνάξει, θεωρούσε αυτονόητο καθήκον την πολιτικοποίηση και κρατούσε αναμμένο το κερί, προκειμένου να φωτίζει τη θυσία των νέων που έδωσαν το αίμα τους για να επιβιώσει η Δημοκρατία.
Ακόμη βεβαίως υπήρχε χωροφύλακας, υπήρχαν φάκελοι, υπήρχε μισαλλοδοξία, υπήρχε αντικομμουνισμός, υπήρχε δαιμονοποίηση της εθνικής αντίστασης, υπήρχε καταστολή.
Το δεύτερο μεγάλο βήμα προς το μέλλον μετά την πτώση της δικτατορίας ήταν η …μεταπολίτευση του 1981, όταν εξοστρακίστηκε με μία κλωτσιά το εμφυλιοπολεμικό κράτος.
Η αρχή του τέλους για το κράτος εν κράτει της Δεξιάς σηματοδοτήθηκε τις μέρες της επετείου του Πολυτεχνείου του 1980, στις 16 Νοεμβρίου για την ακρίβεια, όταν τα ΜΑΤ της κυβέρνησης Γεωργίου Ράλλη («ακόμη και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί στα χέρια του για να αμυνθεί εναντίον των δαιμόνων, όχι άνθη») αιματοκύλισαν τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ και έστειλαν στον άλλο κόσμο δύο νέους: τον Κύπριο φοιτητή Ιάκωβο Κουμή και την εργάτρια από το Περιστέρι Σταματίνα Κανελλοπούλου. Άλλοι δύο νεκροί του Πολυτεχνείου, επτά χρόνια μετά.
Σταχυολογώ από αφιέρωμα του ιστοτόπου TVXS, ο οποίος με τη σειρά του έχει δανειστεί τα στοιχεία από ιστορικό λεύκωμα της εφημερίδας Καθημερινή.
Για να φρεσκάρουμε τη μνήμη εμείς οι παλαιότεροι και για να μαθαίνουν οι νεότεροι που αντλούν την πολιτική τους σκέψη από την Ομάδα «Αληθείας», από τα μεσημεριανάδικα των καναλιών και από τους «ένας Παπαδόπουλος θα μας σώσει»:
Η δολοφονία των δύο νέων από τις δυνάμεις των ΜΑΤ δεν ήρθε σε τυχαία χρονική συγκυρία. Το φθινόπωρο του 1980 η κυβέρνηση Ράλλη είχε θέσει ως πρώτη προτεραιότητα μιας ιδιαίτερα φιλόδοξης ατζέντας την άρση όλων των εκκρεμοτήτων στις σχέσεις της Ελλάδας με το «δυτικό κόσμο».
Στο πλαίσιο αυτό, στις 21 Οκτωβρίου 1980 η Ελλάδα έγινε ξανά δεκτή στη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ, ενώ η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για την ανανέωση των συμφωνιών παραμονής των αμερικανικών βάσεων στην Eλλάδα.
Η αντίδραση του λαού ήταν έντονη, ενώ διάχυτος ήταν ο αντιαμερικανισμός, ιδίως ανάμεσα στους φοιτητές, καθώς ήταν νωπές ακόμα οι μνήμες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και του αμερικανικού παράγοντα στην ελληνική στρατιωτική Χούντα.
Ωστόσο, για την κυβέρνηση, το ενδεχόμενο η πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου να κινηθεί προς την αμερικανική πρεσβεία αποτελούσε εξέλιξη που έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί.
Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες η κυβέρνηση απαγορεύει στην πορεία να κατευθυνθεί προς την Αμερικάνικη πρεσβεία και θέτει ως όριο την πλατεία Συντάγματος: οι διαδηλωτές μπορούσαν να φτάσουν μόνο ως το Σύνταγμα και εκεί να διαλυθούν. Η στάση της αντιπολίτευσης παραμένει υποτονική.
Η συγκέντρωση της ΕΦΕΕ έληξε κατά τις 6 το απόγευμα της Κυριακής, 16 Νοεμβρίου, και στη συνέχεια η πορεία ανέβηκε την οδό Σταδίου και συνέχισε προς την πλατεία Συντάγματος, με έντονο το αντιαμερικανικό στοιχείο και με σημαντική περιφρούρηση της πορείας από δυνάμεις των πολιτικών κομμάτων.
Από την άλλη, στα Χαυτεία, οργανώνει συγκέντρωση η μειοψηφία της ΕΦΕΕ, η οποία με περίπου 1.000 φοιτητές ετοιμάζεται να κινηθεί προς την αμερικανική Πρεσβεία και γύρω στις 7.30 εισέρχεται στο κύριο σώμα της πορείας.
Η πορεία φτάνει στο Σύνταγμα και τα κύρια μπλοκ της αρχίζουν σταδιακά να διαλύονται ειρηνικά. Ωστόσο, γύρω στις 9 το βράδυ, συγκεντρώνονται υπό την αιγίδα της μειοψηφίας της ΕΦΕΕ περίπου 3.000 άτομα στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και επιχειρούν να κινηθούν προς την οδό Βασιλίσσης Σοφίας, όπου είναι παρατεταγμένοι αστυνομικοί και από πίσω τους τα ΜΑΤ.
Για λίγα λεπτά, τα δύο μέτωπα έμειναν ακίνητα και ανταλλάχθηκαν διαξιφισμοί, ενώ σύντομα οι διαδηλωτές κατάφεραν να σπάσουν τον κλοιό των αστυνομικών και να κινηθούν προς την Πρεσβεία.
Στη συνέχεια, ο προϊστάμενος της εισαγγελίας, Γ. Κουβέλης, πήρε την κατάσταση στα χέρια του: έδωσε εντολή στις έξι διμοιρίες των ΜΑΤ που βρίσκονταν παρατεταγμένες πίσω απ’ τον αστυνομικό κλοιό να επιτεθούν.
Σε λίγα λεπτά το μπλοκ των διαδηλωτών έκανε τα πρώτα βήματα προς τον σχηματισμό των ΜΑΤ και τότε αυτά επιτέθηκαν. Η μάζα των διαδηλωτών ήταν πυκνή και η υποχώρηση ήταν δύσκολη.
Αρχίζει τότε ένα όργιο βίας, με χρήση όχι μόνο κλομπ αλλά – για πρώτη φορά μετά τη Χούντα – και πυροβόλων όπλων, ενώ η αστυνομία επιστρατεύει και «αύρες», τα ειδικά τεθωρακισμένα οχήματά της για την απώθηση των διαδηλωτών.
Τα ΜΑΤ ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο και επιτίθενται όχι μόνο στους διαδηλωτές που αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση, αλλά και κατά αυτών που ειρηνικά διαδήλωναν προς την πλατεία Συντάγματος. Τα επεισόδια χαρακτηρίστηκαν από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο ως τα πιο αιματηρά μετά τα Ιουλιανά και διήρκεσαν μέχρι τις 4 τα χαράματα.
Τη νύχτα εκείνη, η Σταματίνα Κανελλοπούλου, εργάτρια από το Περιστέρι, έπεσε αναίσθητη και αιμόφυρτη από αλλεπάλληλα χτυπήματα αστυνομικών κλομπ στην οδό Πανεπιστημίου. Μια ομάδα αστυνομικών την ξυλοκόπησε και τη χτύπησε αλύπητα στο κεφάλι και στο σώμα. Μεταφέρθηκε αναίσθητη στο «Ιπποκράτειο» όπου άφησε την τελευταία της πνοή, προτού οι γιατροί της προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.
Το πόρισμα του ιατροδικαστή συγκλονίζει: 18 χτυπήματα στο κρανίο, πολλαπλά κατάγματα και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
Ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής συμμετείχε στη συγκεκριμένη πορεία με τους συντρόφους του της «Επιτροπής Αυτοδιάθεσης Κύπρου».
Στην Πλατεία Συντάγματος έγινε θύμα άγριας επίθεσης των ΜΑΤ, η οποία τον άφησε επί τόπου βαριά τραυματισμένο. Μάλιστα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Κουμής δεν είχε λάβει καν μέρος στα επεισόδια, αλλά καθόταν σε παρακείμενο καφενείο την ώρα των επεισοδίων.
Ο Κουμής μεταφέρεται στο Λαϊκό Νοσοκομείο και το βράδυ της Κυριακής είναι ήδη κλινικά νεκρός. Την Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου, κηδεύεται στην Κύπρο και αμέσως μετά πραγματοποιείται πορεία διαμαρτυρίας προς την Ελληνική Πρεσβεία της Λευκωσίας.
Την ευθύνη για τα αιματηρά γεγονότα ο πολιτικός κόσμος αποφάσισε να τη ρίξει στους διαδηλωτές. Στις 10 το βράδυ της ημέρας των επεισοδίων ο Ανδρέας Παπανδρέου δηλώνει ότι «μικρές ομάδες ανευθύνων στοιχείων και προβοκατόρων άγνωστης και ύποπτης προέλευσης δημιούργησαν θλιβερά έκτροπα με προφανή σκοπό να αμαυρώσουν και να δυσφημήσουν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο του Πολυτεχνείου».
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση περιορίστηκε να εκφράσει την οργή της για τις «οργανωμένες ομάδες αναρχικών και εξτρεμιστικών στοιχείων» που «αμαύρωσαν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο και προκάλεσαν βάναυσα τα δημοκρατικά και ειρηνικά αισθήματα του συνόλου του ελληνικού λαού».
Σε ό,τι αφορά το θάνατο της Κανελλοπούλου, η κυβέρνηση περιορίσθηκε να δηλώσει ότι «για τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε ο θάνατος νεαρής εργάτριας διετάχθησαν διοικητικές ανακρίσεις».
Στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή μία εβδομάδα αργότερα ο πρωθυπουργός, κ. Ράλλης, έκανε την εξής δήλωση που έμεινε στην ιστορία
«Και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί στα χέρια του για να αμυνθεί εναντίον των δαιμόνων. Δεν κρατεί άνθη».
«Θα ήταν σε θέση, πραγματικά, η Αστυνομία στο σημείο της σύγκρουσης να προχωρήσει με ελιγμό τέτοιο, ώστε να αποκοπεί, το επαναλαμβάνω, το σώμα των 2.000 εξτρεμιστών και εκεί να τους αντιμετωπίσει», δήλωσε από την πλευρά του και ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Όσο για τις «διοικητικές ανακρίσεις» για το θάνατο των δύο διαδηλωτών καμία απάντηση δε δόθηκε, κανένας ένοχος δεν τιμωρήθηκε.
Τα ονόματά τους κοντεύουν να ξεχαστούν στις μέρες μας, τοποθετούμενα στον τραγικό κατάλογο των νεκρών αγωνιστών για τους οποίους δεν αποδόθηκε ποτέ δικαιοσύνη.
Το σύνθημα που γεννήθηκε εκείνο το ματωμένο βράδυ διαιωνίστηκε από τα χείλη διαδηλωτών στους μήνες και στα χρόνια που ακολούθησαν: «Κουμής-Κανελλοπούλου, τα ΜΑΤ δολοφονούν, εδώ και τώρα να καταργηθούν».
Το «εδώ και τώρα», εάν ξεχάσατε, ήταν το διαπρύσιο σλόγκαν της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, από τότε που ακόμη ήταν αξιωματική αντιπολίτευση και διεκδικούσε την εξουσία: «Εδώ και τώρα, αλλαγή»!
Όταν οι πράσινοι επαναστάτες της εποχής κοιτούσαν αλλού, βέβαια, το ΠΑΣΟΚ έκλεινε το μάτι και στους νοικοκυραίους, που έκλειναν τα παράθυρα, αφού δεν πολυψήνονταν για διαδηλώσεις και για ταραχές.
Οι δύο δολοφονίες έμειναν παντοτινά ατιμώρητες, παρ’ όλο που έναν χρόνο αργότερα η λαϊκή ψήφος τοποθέτησε τη Δεξιά – παπανδρεϊκό σύνθημα και αυτό – στο «χρονοντούλαπο της Ιστορίας».
Δυστυχώς, το άφησε ξεκλείδωτο το ρημάδι το ντουλάπι. Η δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά, στις 17 Νοεμβρίου 1985, είχε ως φυσικό αυτουργό τα ΜΑΤ της «Αλλαγής».
Διαβάστε επίσης:
Τα Πολυτεχνεία δεν έχουν ιδιοκτήτες
Πολυτεχνείο: 4 ντοκιμαντέρ που μπορείτε να δείτε για την εξέγερση της 17 Νοεμβρίου
Από το “Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία” στο “Περπατάτε, Παρακαλώ, Μη Στέκεστε”
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια