Αρκούν άραγε οι επιστημονικοί νόμοι για να ερμηνεύσουν τη λειτουργία του κόσμου; Η 81χρονη Νάνσι Κάρτραϊτ θέτει αυτό το ερώτημα εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Η Αμερικανίδα φιλόσοφος έχει αφιερώσει τη σταδιοδρομία της στη μελέτη του τι συμβαίνει όταν οι θεωρητικές αυτές αρχές αναμετρώνται με την πραγματικότητα: στα νοσοκομεία, στην οικονομική επιστήμη και στην άσκηση δημόσιας πολιτικής.
Από νωρίς, η Κάρτραϊτ γαλουχήθηκε με υψηλά ιδεώδη. Η καλβινιστική ανατροφή της στο Νιου Καστλ της Πενσυλβάνιας την ώθησε να αναζητά απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα που σπάνια απασχολούν ένα δωδεκάχρονο παιδί, όπως η ύπαρξη του Θεού ή η φύση του καλού και του κακού.
Οι ιδέες της την ανάδειξαν σε μία από τις πλέον επιδραστικές προσωπικότητες στη σύγχρονη φιλοσοφία της επιστήμης. Η διεθνής αυτή αναγνώριση της απέφερε το Βραβείο «Frontiers of Knowledge» του Ιδρύματος BBVA στον τομέα των Ανθρωπιστικών Επιστημών για το 2025, το οποίο της απονεμήθηκε στο μέγαρο Εουσκαλντούνια στο Μπιλμπάο της Ισπανίας.
Ερώτηση: Έχετε υπερασπιστεί σθεναρά τη σημασία της διεπιστημονικότητας. Τι έχει να κερδίσει η επιστήμη όταν οι διάφοροι κλάδοι συνομιλούν μεταξύ τους;
Απάντηση: Όταν ένας επιστημονικός κλάδος κινείται απομονωμένος, μπορεί να σημειώσει αλματώδη πρόοδο στη βελτιστοποίηση των μεθοδολογικών του εργαλείων. Στη βιολογία, παραδείγματος χάριν, τα ελεγχόμενα πειράματα μας επιτρέπουν να απομονώνουμε μεταβλητές και να κατανοούμε πληρέστερα τη λειτουργία ενός συστήματος. Στη φυσική, μπορούμε να περιγράψουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τι συμβαίνει όταν μελετάμε ένα κύτταρο υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται πρόοδος· όταν όμως επιδιώκουμε να εφαρμόσουμε αυτή τη γνώση στην πράξη, ανακύπτει αμέσως η ανάγκη για εντελώς διαφορετικές γνώσεις και δεξιότητες.
Ερ.: Θα μπορούσατε να μας δώσετε ένα συγκεκριμένο ερευνητικό παράδειγμα;
Απ.: Ένα παράδειγμα που ξεχωρίζω αφορά τα πειράματα υψηλής ακρίβειας στη φυσική, όπως ο σχεδιασμός οργάνων για την επαλήθευση της θεωρίας της σχετικότητας. Για να κατασκευαστεί κάτι τέτοιο, απαιτείται η συνδρομή ειδικών στην επιστήμη των υλικών, τη μηχανική, την οπτική, ακόμη και στην επεξεργασία συντηγμένου χαλαζία. Η αντίληψη ότι το μόνο που μετράει είναι οι εξισώσεις, ή ότι ένας μεμονωμένος κλάδος μπορεί να ερμηνεύσει τα πάντα, μου φαίνεται παράδοξη. Ειλικρινά, αδυνατώ να καταλάβω πώς επικράτησε μια τέτοια πεποίθηση.
Ερ.: Το έργο σας αμφισβητεί την αντίληψη ότι ο κόσμος διέπεται από αυστηρά αιτιοκρατικά (ντετερμινιστικά) πρότυπα. Τι συνεπάγεται αυτή η θεώρηση για τα όρια και τις δυνατότητες της επιστήμης;
Απ.: Δεν θεωρώ ότι τα πάντα στον κόσμο λειτουργούν αιτιοκρατικά, τουλάχιστον με τον τρόπο που συχνά φανταζόμαστε. Γνωρίζουμε διεργασίες που είναι σχετικά προβλέψιμες, αλλά μόνο υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αν βρισκόμασταν στο κενό, σε ένα απολύτως ελεγχόμενο περιβάλλον, και αφήναμε μια μπάλα να πέσει, θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε με μεγάλη ακρίβεια το σημείο πτώσης της. Αυτό είναι αιτιοκρατικό, διότι επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα. Αν όμως αφήσουμε τη μπάλα να πέσει παρουσία μαγνητικού πεδίου και ενώ φυσάει άνεμος, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι το αποτέλεσμα παραμένει αιτιοκρατικό. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είναι –ή ότι θα μπορούσε να είναι– αλλά δεν διαθέτουμε επιστημονικές αποδείξεις για αυτό.
Ερ.: Η έρευνά σας μετασχημάτισε την αντίληψή μας για τη σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Ποιος είναι, με απλά λόγια, ο πυρήνας του έργου σας;
Απ.: Δεν πρόκειται για αποκλειστικά δική μου δουλειά· ανήκω σε μια ολόκληρη γενιά φιλοσόφων και κοινωνικών επιστημόνων. Όταν ξεκινούσα τη σταδιοδρομία μου, τα κατάλοιπα του θετικισμού αλλά και ορισμένα ρεύματα σχετικισμού ήταν ακόμη αισθητά στη φιλοσοφία της επιστήμης. Η έννοια της αιτιότητας, στο μεταξύ, είχε σχεδόν εξοβελιστεί από τη φιλοσοφική ανάλυση. Έπρεπε, λοιπόν, να βρούμε τον τρόπο να τη χρησιμοποιήσουμε με μεθοδολογική συνέπεια στις κοινωνικές επιστήμες.
Τα αίτια προηγούνται των αποτελεσμάτων –αν και στη φυσική ενδέχεται να υπάρχουν εξαιρέσεις. Η σύνδεση αιτίου και αποτελέσματος θεμελιώνεται πάνω σε ένα πραγματικό γεγονός: για παράδειγμα, επειδή ένα σώμα διαθέτει μάζα, ασκεί ελκτική δύναμη σε ένα άλλο. Υποθέτουμε ότι υπάρχει πιθανολογική εξάρτηση μεταξύ τους, όμως αυτό δεν ισχύει καθολικά. Αν όμως δραστηριοποιήστε σε ένα πεδίο όπου συντρέχουν λόγοι να πιστεύετε ότι ισχύει –όπως στις τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές– μπορείτε, μέσω ποσοτικών μεθόδων, να αποδείξετε την αντικειμενική επίδραση μιας θεραπείας στον πληθυσμό που μελετάτε, και αυτό είναι επιστημονικά επαληθεύσιμο.
Ερ.: Η κριτική επιτροπή του βραβείου «Frontiers of Knowledge» σημείωσε ότι η πορεία σας αναδεικνύει την αξία των επιστημονικών τεκμηρίων, σε μια εποχή που ο ορθός λόγος φαίνεται να αμφισβητείται όλο και εντονότερα. Πώς εξηγείτε αυτό το κλίμα καχυποψίας απέναντι στην επιστήμη;
Απ.: Δεν είμαι απόλυτα βέβαιη ότι μπορώ να το ερμηνεύσω συνολικά, αλλά προσπαθώ να το προσεγγίσω μέσα από τις προσωπικές μου παραστάσεις. Σκέφτομαι, επί παραδείγματι, τον τόπο όπου μεγάλωσα, την Πενσυλβάνια. Εκεί υπάρχουν οικογένειες με ανέργους επί δύο γενιές, οι οποίοι ψηφίζουν τον Τραμπ. Μπορώ να κατανοήσω πλήρως γιατί υπάρχει δυσπιστία προς την επιστήμη ή προς οποιαδήποτε άλλη μορφή αυθεντίας.
Θεωρώ ότι ο κόσμος έχει κουραστεί και αισθάνεται ότι το σύστημα τον έχει παραμελήσει. Ωστόσο, η εμβριθής ερμηνεία αυτού του φαινομένου απαιτεί εργαλεία που ανήκουν στη σφαίρα της κοινωνιολογίας ή της ανθρωπολογίας, τα οποία αυτή τη στιγμή δεν διαθέτω.
Ερ.: Πώς συνέβαλε η έρευνά σας στη βαθύτερη κατανόηση της οικονομίας και της δημόσιας υγείας, ειδικότερα μέσα από το πρίσμα της φιλοσοφίας της επιστήμης;
Απ.: Τα τελευταία χρόνια, το έργο ερευνητών με παρόμοιο προσανατολισμό, αλλά και των επιστημονικών ομάδων στις οποίες συμμετείχα, συνδέθηκε στενά με τα οικονομικά της ανάπτυξης και τη δημόσια υγεία -κυρίως στο πλαίσιο του προβληματισμού για το πώς παράγονται αξιόπιστα δεδομένα για τη λήψη αποφάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επικράτηση των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών, τις οποίες προώθησαν σθεναρά ιδρύματα όπως το MIT στον τομέα των αναπτυξιακών οικονομικών. Η προσέγγιση αυτή συνιστά αναμφισβήτητα σημαντική πρόοδο, καθώς παρέχει τη δυνατότητα να αποτιμάται με ακρίβεια το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών ή κρατικών παρεμβάσεων.
Εντούτοις, πολλοί από εμάς επισημάναμε ότι εκδηλώθηκε μια τάση υπερβολικής προσήλωσης σε αυτή τη μία και μοναδική μέθοδο, ως εάν επαρκούσε από μόνη της. Η αντίληψη ότι ένας μεμονωμένος τύπος τεκμηρίωσης μπορεί να επιλύσει κάθε πρόβλημα είναι, κατά τη γνώμη μου, υπεραπλουστευτική.
Ερ.: Ξεκινήσατε τις σπουδές σας από τα μαθηματικά. Πιστεύετε ότι είναι δυνατόν, σε κάποιο σημείο, οι φυσικές επιστήμες να αποκοπούν εντελώς από τη φιλοσοφία;
Απ.: Η φυσική φιλοσοφία προϋπήρχε των φυσικών επιστημών, και η στεγανοποίηση μεταξύ των επιμέρους κλάδων δεν ήταν τόσο έντονη όσο στη σημερινή εποχή. Το ερώτημα για το σε ποιο βαθμό η φιλοσοφία οφείλει να συνδέεται με τα μαθηματικά ή τη φυσική πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά κατά περίπτωση.
Όταν δίδασκα στο Στάνφορντ, πολλοί φοιτητές φυσικής παρακολουθούσαν μαθήματα φιλοσοφίας, διότι αισθάνονταν ότι είχαν κατακλυστεί με εξισώσεις από το πρόγραμμα σπουδών τους, χωρίς όμως να τους δίνει τη δυνατότητα να αναλογιστούν το βαθύτερο νόημά τους. Κατέφευγαν λοιπόν στη φιλοσοφία, επειδή οι φιλόσοφοι διατηρούν την ελευθερία να θέτουν τέτοια ερωτήματα. Και δεν αναφέρομαι σε ασαφείς ή μεγαλεπήβολες φιλοσοφικές θεωρίες· το ενδιαφέρον τους εστίαζε σε εξαιρετικά συγκεκριμένες απορίες.
Ερ.: Τι είδους απορίες;
Απ.: Ασχολήθηκα με τη φιλοσοφία της κβαντομηχανικής, δηλαδή με την ουσιαστική κατανόηση των κβαντικών εξισώσεων. Παραδείγματος χάριν, τι σημαίνει για ένα σύστημα να βρίσκεται στην α ή τη β κατάσταση, ή πώς ερμηνεύονται ορισμένα νοητικά πειράματα, όπως η περίφημη «γάτα του Σρέντινγκερ». Αυτά είναι ερωτήματα που αναδύονται μέσα από την ίδια την επιστημονική πράξη, αλλά απαιτούν μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων.
Η φιλοσοφία της επιστήμης, όπως τη βίωσα η ίδια, προσέφερε στους ανθρώπους το περιθώριο να προβληματιστούν για ζητήματα που οι επιστήμονες, λόγω πίεσης του χρόνου, αδυνατούν να αγγίξουν. Ωστόσο, τα ερωτήματα παραμένουν αμέτρητα. Ίσως θα έπρεπε πρώτα να αναρωτηθούν πάνω σε τι αξίζει πράγματι να εστιάσουν τη σκέψη τους. Θεωρώ ακράδαντα ότι η φιλοσοφία διευρύνει τους ορίζοντες της νόησης.
Πηγή: EL PAIS
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια