Να νικήσω τον χρόνο, να γίνω αθάνατος…

Η ποδοσφαιρική συζήτηση για τα βραβεία, οι νέες συνήθειες θέασης και ο αγώνας ενάντια στον «πανδαμάτορα»

Αλέξης Δερμετζόγλου 12/02/2020 | 09:00

Οσκαρ και πάλι – και μάλιστα τα 92α! Αναρωτιέμαι άραγε τι φταίει και ξεθώριασε στο φαντασιακό μου ο μεγάλος μύθος των παιδικών, εφηβικών και νεανικών χρόνων. Τι είναι αυτό που αποχρωμάτισε την τεχνικολόρ μεγάλη αναμονή; Μια εύκολη απάντηση: ο χρόνος και η πείρα, η επαναληπτικότητα, η αλλαγή της σχέσης φαντασιακού και η αποικιοποίησή της από άλλα στερεότυπα.

Ή μήπως άλλαξαν οι εικόνες; Aρα χάθηκε η αφέλεια, επιλέχθηκε η μονοτονία. Ενιωσα πως δεν υπάρχει πια αθωότητα – ήταν ένας όρος για να απενοχοποιηθούμε για τη μαζική συμμετοχή μας τότε. Ενώ ο χρόνος πάντα αιωρείται αμείλικτος και ζυγίζεται σαν σπαθί ενάντια σε κάθε τρυφερή ανάμνηση, αντίθετος σε κάθε φιλαθλητισμό, κάθε μικροκαβγά («αγαπώ την τάδε ταινία και τη στηρίζω»).

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

Στο τώρα μου τι άραγε να στηρίξω; Τη μεγάλη (αυτ) απάτη ή τη μικρή συμμετοχή (μου) σ’ όλο αυτό το στημένο παιχνίδι του πανηγυριού με τη συνωμοσιολογία να δίνει και να παίρνει; Να λέμε π.χ.: «Είδατε πόσο αδίκησαν την “Αποκάλυψη τώρα” του Κόπολα; Δεν συμφέρει το Χόλιγουντ αυτή η ταινία» και άλλα όμορφα, γραφικά και «ποδοσφαιρικά». Ισως να μη με ενδιαφέρει πια πως τα Οσκαρ τείνουν (για καθαρά εμπορικούς λόγους) να μετατραπούν σε κερδοφόρα παγκόσμια κινηματογραφική γιορτή.

Εξάλλου η καλύτερη ξενόγλωσση ταινία βαφτίστηκε «καλύτερη διεθνής». Μια παγκόσμια γιορτή του σινεμά έχει και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Στα τελευταία ορίζω πως προτιμώ τον συγκεντρωτισμό από την έκκεντρη εξάπλωση που θα δράσει διαλυτικά και θα δώσει την ψευδαίσθηση πως καθένας μπορεί να έχει την ευκαιρία του.

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Από την άλλη μεριά, το Χόλιγουντ στερεύει συνεχώς από ιδέες. Σαφώς (για τον γράφοντα) το καλύτερο φετινό πρωτότυπο σενάριο ανήκει στη μακρινή Νότια Κορέα («Παράσιτα»). Παράλληλα, Αμερικανοί δημιουργοί μεγάλης εμβέλειας ουσιαστικά σχολιάζουν το τέλος του σινεμά που γνωρίζαμε, καταθέτουν ένα ρέκβιέμ του. Ο τίτλος της ταινίας του Ταραντίνο «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» είναι χαρακτηριστικός. «Κάποτε» σαν να λέμε «Κάποτε στην Αμερική» κατά τον τίτλο του αγαπημένου φιλμ του Λεόνε.

Αντίθετα, το Netflix με τις παραγωγές του επιχειρεί να αρθρώσει ότι «το σινεμά είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό». Ενωμένο λοιπόν με το σπίτι και την τηλεόραση, με την έλλειψη επιθυμίας πολλών θεατών για έξοδο, με τον ισχυρισμό άλλων που επιθυμούν να είναι in πως… «την είδαμε την ταινία, αλλά στο σπίτι».

ΟΙ «ΝΕΟΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΙ»

Δημιουργείται μια μεγάλη κρίσιμη μάζα θεατών του σινεμά τους οποίους αποκαλώ νεοσυντηρητικούς. Ο όρος ουδεμία σχέση έχει με την ιδεολογική και κομματική τους τοποθέτηση. Περιλαμβάνει ιδίως τις άκρως ζωτικές ηλικίες 30-45 χρόνων. Αυτή η ομάδα υπακούει στα νέα ήθη: έχει corporate (εταιρικές) συμπεριφορές, λογικές και ανάλογη ηθική. Στελέχη και διευθυντές, ιδίως πολυεθνικών, υπακούουν στην ευπρέπεια αλλά και την ανάγκη να λένε «είδαμε την τάδε ταινία που συζητιέται πολύ».

Βλέπουν Netflix, πηγαίνουν και στις αίθουσες, ενώ σύμφωνα με όσα παρατήρησα φέτος πολλοί απ’ αυτούς επέλεξαν (πέραν του αναμενομένου) τον «Τζόκερ». Στερούνται, όμως, την επιθυμία, το πάθος και ιδίως τη φαντασίωση που είχαν και διέθεταν οι σινεφίλ παλιάς κοπής,

ΣΙΝΕΦΙΛ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟΣ

Αυτό το κοινό δεν μπορεί και δεν θέλει να διεκδικήσει κάτι το νέο από τον κινηματογράφο. Αρκείται σε αυτό που κυκλοφορεί. Μπορεί να μη μου άρεσε ιδιαίτερα ο «Ιρλανδός», αλλά ο Μάρτιν Σκορσέζε, παθιασμένος σινεφίλ και κοινωνιολόγος του σινεμά, τα προβλέπει όλα αυτά σε αυτή την πολύωρη ταινία. Αρχικά καταργεί το υπαινικτικό στιλ του Λεόνε στο «Κάποτε στην Αμερική».

Να δώσουμε λοιπόν στους θεατές που διψούν για σκάνδαλα και ξεκάθαρες πληροφορίες διαπλοκής. Να προσφέρουμε ονόματα και διευθύνσεις. Και οι Κένεντι ήταν μαφιόζοι και ο Νίξον πήρε 500.000 δολάρια από τη μαφία για την προεκλογική εκστρατεία του και ένας και ο άλλος και ο δείνα…

«ΛΕΡΩΝΟΝΤΑΣ» ΤΑ ΦΕΤΙΧ

Νομίζω πως ο αγαπημένος μου Μάρτιν «λερώνει» συνειδητά τις εικόνες που αγαπήσαμε, ακριβώς για να καταγράψει την απάτη μας απ’ αυτές, τη λειτουργία τους ως φετίχ και ιδίως να μας ενοχοποιήσει ως ασυνείδητους, που στο όνομα της περιβόητης «αθωότητας» απολαμβάναμε με πάθος τέτοιες μυθοπλασίες. Για τον Σκορσέζε, όπως δείχνει και το φινάλε του «Ιρλανδού», ο χρόνος είναι εκείνο που μετράει. Είναι κριτής, συντονιστής, ο ίδιος ο θάνατος, η αναπαραστατική απάτη, οι παρέες μας όταν μιλούσαμε για τα Oσκαρ λες και ήταν ποδοσφαιρικό ντέρμπι.

Με αυτή την οπτική η επίδοσή του είναι κορυφαία. Και τώρα εμείς αναρωτιόμαστε: ποια είναι η διαφορά της «Ιστορίας γάμου» από το «Κράμερ εναντίον Κράμερ» του Ρόμπερτ Μπέντον; Τουλάχιστον εκεί ακτινοβολούσε η αφελής και ανεπιτήδευτη συναισθηματική απλότητα, ενώ στο σύγχρονο φιλμ η επαναληπτικότητα και η προκατασκευή είναι φανερές.

ΛΟΓΙΚΑ ΤΟ ΕΠΙΚΡΟΤΕΙ

Και φυσικά, μια και αναφέρομαι στον χρόνο, διαισθάνομαι πως ο Μάρτιν Σκορσέζε σίγουρα θα επικροτεί το «1917» του Σαμ Μέντες, το οποίο σχολιάζει ακριβώς τον χρόνο. Αν μπορώ να σκεφτώ κάτι πρωτοποριακό, αν διασυνδεθώ μέσω της μεγάλης φαντασίωσής μου με αγαπημένες εικόνες των Αλέν Ρενέ, Αλέν Ρομπ Γκριγέ, Κρις Μαρκέρ, Λαρς φον Τρίερ, μπορώ (επιτέλους) να συναντηθώ κάπου με τους όρους και τα όριά μου. Ο αέναος χρόνος και η υπέρβασή του, η ισορροπία πάνω του και το σερφάρισμα επ’ αυτού είναι το μεγάλο στοίχημα καθενός από εμάς που κυνηγάει τη μεγάλη ουτοπία. Να κερδίσουμε τον χρόνο, δηλαδή να φτάσουμε στην αθανασία. Θυμίζει πολύ Μελβίλ, αλλά κατά βάση είναι παντοτινό αίτημα του σύγχρονου σινεμά και της επίμονης αντρικής εμμονής: να είναι όλα ά-χρονα, φαντασιωτικά, εναλλακτικά σε μια σειρά από παράλληλες πραγματικοτήτες. 92α Οσκαρ: ποιος θα είναι ο μεγάλος νικητής; Το κάποτε, η συνενοχή μας ή το άνοιγμα σε νέους άγνωστους ορίζοντες; Παραφράζοντας τον τίτλο του περίφημου ντοκιμαντέρ του Μάρκο Μπελόκιο… «η Κορέα είναι κοντά», πολύ πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε αν ψάξει κανείς προσεκτικά στην ανθολογία του παγκόσμιου σινεμά.

* Ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου είναι κριτικός κινηματογράφου

* Περιοδικό Hot Doc #198, «Οσκαρ: Χρυσό Χαλί για Μπίζνες»

* Στη φωτογραφία (Associated Press) ο Γκρέγκορι Πεκ και η Σοφία Λόρεν, λίγο μετά την απονομή του Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στο "To kill a mockingbird", το 1963.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.