«Να δεις που αυτός κάτι παίρνει»

Βοστώνη, 1994: Οι τελευταίες μέρες της καριέρας του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα

Νίκος Παπαδογιάννης 26/11/2020 | 08:00

O Nτιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα ήταν πάρα πολύ καλά, αλλά δεν ήταν και τόσο καλά. Ο αγώνας Αργεντινής-Νιγηρίας είχε ολοκληρωθεί με νίκη της ομάδας του, 2-1, και η πρόκριση στην επόμενη φάση είχε τελεσιδικήσει, μολονότι απέμενε μία αγωνιστική για να ολοκληρωθεί η φάση των Ομίλων. Στο ίδιο γκρουπάκι συμμετείχε σαν απρόσκλητο φτωχό ανηψάκι και η Ελλάδα, η οποία επέστρεφε από το Σικάγο διαμελισμένη, με δεύτερη σερί 4άρα στην πλάτη της.

Την πρώτη, της την είχε καταφέρει ο ίδιος ο Μαραντόνα, τέσσερις μέρες νωρίτερα. Το τηλεοπτικό πλάνο που τον εικονίζει να τρέχει προς τον φακό σαν αγρίμι και να πανηγυρίζει το γκολ του με τα μάτια έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες και με τις φλέβες να κραυγάζουν από το λαιμό του, έπαιζε ολημερίς στις αθλητικές εκπομπές και στοίχειωνε τους εφιάλτες των επόμενων αντιπάλων του.

Εμένα μου θύμιζε την «Κραυγή» του Έντβαρντ Μουνχ. Αλλά με πρόσθετες δόσεις λατινοαμερικάνικης κόκας.

Δεν υπήρχαν άλλοι Έλληνες δημοσιογράφοι, εκείνο το απόγευμα στη Βοστώνη. Οι ορδές των πατριωτών κονδυλοφόρων βρίσκονταν στο αφιλόξενο Iλινόι και μετρούσαν τα γκολ της Βουλγαρίας. Εγώ, όμως, καθώς τότε λεφτά υπήρχαν, είχα στο Μουντιάλ της χυμένης μελάνης αποστολή να καλύψω όχι τους αγώνες της δικής μας Εθνικής, αλλά τους λοιπούς του Ομίλου. Έχω παρακολουθήσει Νιγηρία-Βουλγαρία στο Ντάλας. Η πιο εξωτική αράδα στο βιογραφικό μου.

Πήρα μάλιστα μία συνέντευξη του Ρασίντ Γεκινί, ο οποίος είχε μόλις μετεγγραφεί στον Ολυμπιακό. Την επόμενη μέρα, εμφανίστηκαν μουσαντένιες δηλώσεις του Νιγηριανού στράικερ και σε άλλη εφημερίδα, ο συντάκτης της οποίας δεν πλησίασε καν τη μικτή ζώνη. Αν είχα πάσα ιδέα για το επάγγελμα και για τους προηγούμενης γενιάς ταγούς του, την έχασα εκείνη τη ζεστή μέρα στο Τέξας. Δεν είχα, όμως.

Οι πολλοί μπήκαν στο αεροπλάνο για το Τσικάγκο και εγώ έψαχνα για πτήσεις που συνέδεαν το Ντάλας με τη Βοστώνη. «Επιτέλους, θα βρεθώ στο ίδιο γήπεδο με τον Μαραντόνα», υπενθύμιζα στον εαυτό μου, όταν τον έπιανα να διαμαρτύρεται για το τζετ λαγκ και για τα 30 κιλά της βαλίτσας.

Τον είδα, τον Ντιέγκο, να ενορχηστρώνει την αντεπίθεση των Αργεντινών μετά το 0-1, σερβίροντας δύο γκολάκια στον Κλαούντιο Κανίχια. Ο ένας ήταν ο Κάστωρ, ο άλλος ο Πολυδεύκης. Μπορεί να μην έμοιαζαν καθόλου μεταξύ τους σε παρουσιαστικό, αλλά η συμπεριφορά και η μεταξύ τους διάδραση σε έκανε να αναρωτιέσαι αν ήταν σιαμαίοι, που τους χώρισαν στη γέννα.

Κάπως έτσι εμφανίστηκαν και στη μικτή ζώνη: σαν δίδυμοι, που πάσχιζαν να ενωθούν ξανά ες σάρκα μίαν. Ο Μαραντόνα εμφανίστηκε, όχι δίπλα στον Κανίχια, αλλά σκαρφαλωμένος στην πλάτη του. Σαν αγοράκι που καβαλικεύει τον μπαμπά του, για να του δείξει τον δρόμο προς το λούνα παρκ τραβώντας του τ’ αυτιά.

Είχε μάλιστα δεμένο στο μέτωπό του ένα γαλανόλευκο κασκόλ που κάποιος εκστατικός συμπατριώτης εκτόξευσε από την κερκίδα και φώναζε με υψωμένη τη γροθιά συνθήματα, «καμπεόνες» και τα τοιαύτα. Ο Κανίχια ακολουθούσε τον ρυθμό και οι λατινοαμερικάνοι διόσκουροι χόρευαν σε κατάσταση ένθεης βραχνιασμένης μανίας, μπροστά στα στίφη των Αργεντινών δημοσιογράφων που περίμεναν χαμογελαστοί για τις καθιερωμένες δηλώσεις. Τυχεροί, αυτοί, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν τη διαφορά της ώρας και τις δικές μας, στενόχωρες προθεσμίες.

Ο Μαραντόνα ξεπέζεψε και πλησίασε στο σημείο όπου στεκόμουν. «Ντιεγκίτο, είμαστε ζωντανά στην εκπομπή τάδε», του ξεφούρνισε ένας που μιλούσε σε κινητό τηλέφωνο. Ο Ντιεγκίτο δεν είχε ακόμη επιστρέψει στον πλανήτη γη. Αντί να απαντήσει στη νερόβραστη ερώτηση που του απηύθυνε ο συνάδελφος, του άρπαξε το τηλέφωνο και άρχισε πάλι να τραγουδάει συνθήματα, για το χατίρι των -υποθέτω εμβρόντητων- ακροατών της εκπομπής τάδε. Έπειτα μάζεψε κι άλλα κινητά και συνέχισε τη φάλτσα, ουδόλως κόσμια χορεία.

Συνέχισε μέχρι που βαρέθηκε. Άλλωστε, δεν είχε λόγο να βιάζεται. Η χαρά του ήταν ανείπωτη και η φούσκα του αδειανή. Την είχε αδειάσει λίγα λεπτά νωρίτερα, όταν τον οδήγησε από το χέρι μία όμορφη νοσοκόμα στο δωματιάκι του ντόπινγκ κοντρόλ.

«Να δεις που αυτός κάτι παίρνει», διέγνωσε κάποιος δίπλα μου. «Πάλι». Το μητρώο του Μαραντόνα ήταν βεβαρημένο και οι υποψίες βάσιμες.

Τρεις μέρες αργότερα, σε μία συνεστίαση Ελλήνων ομογενών προς τιμήν της δικής μας ομάδας (η οποία μετρούσε στο παθητικό της οχτώ γκολ και ετοιμαζόταν να συμπληρώσει το θρυλικό 0-10), ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος ζήτησε το μικρόφωνο και ενημέρωσε τους μπουκωμένους μπρούκληδες για το σκάνδαλο που είχε μόλις ξεσπάσει: «Κάποιος ποδοσφαιριστής που παίζει στον δικό μας Όμιλο πιάστηκε ντοπέ. Το όνομα δεν ανακοινώθηκε, αλλά ας πούμε ότι είναι Αργεντινός και ότι φοράει το νούμερο 10», έκλεισε το μάτι ο κήρυκας του σκανδάλου.

Ήταν πολύ αργά για να προλάβουν την είδηση οι εφημερίδες του Σαββάτου που ήδη ξημέρωνε στην πατρίδα και εξίσου αργά για να διασώσει τα αδιάσωστα ο εκπεσών άγγελος του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Ο Μαραντόνα αποβλήθηκε από το Μουντιάλ την επόμενη μέρα και δεν ξανάπαιξε στην Εθνική Αργεντινής.

Έφερα στο μυαλό τα μάτια που ξεχείλιζαν από τις κόγχες, το κασκόλ που στόλιζε το ιδρωμένο κούτελο, τα παράφωνα τραγούδια στα κινητά των δημοσιογράφων. «Να δεις που αυτός κάτι παίρνει». Η επίσημη ανακοίνωση μιλούσε για εφεδρίνη. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έπαιρνε ένα φάρμακο για το βάρος του. «Μου υποσχέθηκαν ότι θα επέτρεπαν τη χρήση του, αλλά με πούλησαν», παραπονέθηκε, εις ώτα μη ακουόντων.

«Θα δω λάιβ τον Μαραντόνα», μονολογούσα, μπαινοβγαίνοντας στα αεροπλάνα. Όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, παρακολούθησα τo (91o και) ακροτελεύτιο παιχνίδι της καριέρας του στην Εθνική Αργεντινής, αλλά και τον κύκνειο χορό του στη μικτή ζώνη.

Ακόμα και σήμερα, η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό μου από την καριέρα του δεν είναι το «χέρι του θεού» στο Μεξικό ή ο πανηγυρισμός του από το ματς με την Ελλάδα στη Βοστώνη, αλλά η καβαλαρία του με τον ξανθομάλλη Κανίχια, στα έγκατα του σταδίου του Φόξμπορο, μέσα σε έναν κλοιό Αργεντινών και ξένων δημοσιογράφων. «Να δεις που αυτός κάτι παίρνει».

To κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Παπαδογιάννη «Ο Νίκος Λείπει», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books.

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr