Μπάιντεν - Πούτιν: Συνάντηση «χωρίς εχθρότητα», αλλά και χωρίς απτά αποτελέσματα

Δεν είναι προς το συμφέρον κανενός ένας νέος Ψυχρός Πόλεμος, διαμηνύει ο Αμερικανός πρόεδρος - "Αχτίδα ελπίδας" βλέπει ο Πούτιν

NewsRoom 17/06/2021 | 07:35

Περισσότερες από τρεις ώρες (πολύ λιγότερο από όσο ανέμεναν οι σύμβουλοι του Μπάιντεν) διήρκεσαν οι χθεσινές συνομιλίες μεταξύ των προέδρων της Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών Βλαντίμιρ Πούτιν κα Τζο Μπάιντεν στην Βίλα λε Γκρανζ της Γενεύης. Στη συνάντηση των δύο προέδρων αρχικά συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών Άντονι Μπλίνκεν και Σεργκέι Λαβρόφ και διήρκεσε 1 ώρα και 45 λεπτά. Εν συνεχεία οι δύο πρόεδροι έκαναν ένα μικρό διάλειμμα πριν την έναρξη του δεύτερου μέρους των διευρυμένων συνομιλιών.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν έκρινε ότι ο τόνος της συνόδου του με τον Ρώσο ηγέτη Βλαντίμιρ Πούτιν ήταν «θετικός», αλλά διαβεβαίωσε ότι τον προειδοποίησε ενάντια σε οποιαδήποτε παρέμβαση στις αμερικανικές εκλογές.

«Είπα με σαφήνεια ότι δεν θα ανεχτούμε απόπειρες παραβίασης της δημοκρατικής κυριαρχίας μας ή αποσταθεροποίησης των δημοκρατικών εκλογών μας και ότι θα απαντήσουμε», τόνισε ο Μπάιντεν στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε μετά τη σύνοδο της Γενεύης, σήμερα. «Έκανα όσα είχα πει» στη σημερινή συνάντηση, υπογράμμισε, όπως μεταδίδουν ξένα πρακτορεία και αναμεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Ο Μπάιντεν είπε ότι δεν είναι προς το συμφέρον κανενός ένας νέος Ψυχρός Πόλεμος και αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θέλει ο Ρώσος ομόλογός του. Παραδέχτηκε όμως ότι δεν υπάρχει η αφελής αίσθηση πως όλα είναι μια χαρά.

Για το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ότι θα βρίσκονται «πάντα στο τραπέζι». «Το θέμα δεν είναι να στοχοθετήσουμε τη Ρωσία όταν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αφορά το ποιοι είμαστε εμείς. Πώς μπορώ να είμαι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και να μην καταγγέλλω την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;» διερωτήθηκε.

Ο Μπάιντεν υποστήριξε ότι οι ενέργειες του Ρώσου ηγέτη «υποβαθμίζουν» τη θέση της χώρας στην παγκόσμια σκηνή. «Πώς θα φαινόταν αν εμείς εμπλεκόμαστε σε δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκεται εκείνος; Υπονομεύεται η υπόληψη μιας χώρας που επιδιώκει απελπισμένα να διασφαλίσει ότι θα διατηρήσει τη φήμη της ως μεγάλης παγκόσμιας δύναμης», πρόσθεσε.

Πούτιν: Καμία εχθρότητα στη συνάντηση

Οι δύο πρόεδροι συμφώνησαν στην «πραγματιστική» πρώτη σύνοδό τους να ξαναρχίσουν τις συνομιλίες για τον έλεγχο των εξοπλισμών και να επιστρέψουν οι πρεσβευτές τους, που είχαν ανακληθεί νωρίτερα φέτος, στη Μόσχα και την Ουάσινγκτον αντίστοιχα.

Ο Πούτιν έκρινε ότι αυτή η πρώτη συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του ήταν εποικοδομητική, «χωρίς εχθρότητα», αλλά δεν ανακοίνωσε κάποια συγκεκριμένη πρωτοβουλία.

Ο Ρώσος ηγέτης χαρακτήρισε τον 78χρονο Μπάιντεν «έμπειρο» πολιτικό, σημειώνοντας ότι «μιλούν την ίδια γλώσσα», αλλά πρόσθεσε ότι δεν υπήρξε φιλία αλλά ένας πραγματιστικός διάλογος γύρω από τα συμφέροντα των δύο χωρών. Είναι «δύσκολο να πει» αν οι σχέσεις της Ρωσίας με τις ΗΠΑ θα βελτιωθούν, αλλά σχολίασε ότι υπήρξε μια «αχτίδα ελπίδας» όσον αφορά την αμοιβαία εμπιστοσύνη τους.

Οι δύο ηγέτες δεν προσκάλεσαν ο ένας τον άλλον στην Ουάσινγκτον ή τη Μόσχα.

Το γεγονός ότι επέλεξαν να δώσουν ξεχωριστά συνεντεύξεις Τύπου δείχνει ότι δεν υπήρξε επίσης το ευχάριστο κλίμα που συνόδευσε τη συνάντηση του Πούτιν με τον προκάτοχο του Μπάιντεν, τον Ντόναλντ Τραμπ, το 2018 στο Ελσίνκι, όπου ο Ρώσος πρόεδρος χάρισε στον ομόλογό του μια μπάλα ποδοσφαίρου. Επίσης, δεν γευμάτισαν μαζί, όπως μεταδίδουν ξένα πρακτορεία και αναμεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Ο 68χρονος Πούτιν, ο πρώτος που μίλησε στους δημοσιογράφους, είπε ότι η συζήτηση ήταν «ειλικρινής και άμεση», υπογραμμίζοντας όμως ότι δεν πρόκειται για διαγωνισμό. «Σε πολλά θέματα οι εκτιμήσεις μας διαφέρουν, αλλά οι δύο πλευρές έδειξαν μια επιθυμία να καταλάβουν η μία την άλλη και να αναζητήσουν μέσα για την προσέγγιση των θέσεών τους», πρόσθεσε.

Μοναδική ένδειξη μιας πιθανής αποκλιμάκωσης, ο Πούτιν είπε ότι συμφώνησε με τον Μπάιντεν να επιστρέψουν στις πρωτεύουσες οι πρεσβευτές που είχαν ανακληθεί για διαβουλεύσεις νωρίτερα φέτος. Έκρινε επίσης ότι είναι πιθανή μια «συμβιβαστική λύση» για ανταλλαγή κρατουμένων.

Ο Πούτιν παραδέχτηκε ότι αναφέρθηκαν στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά αμέσως μετά εξαπέλυσε επίθεση στις ΗΠΑ για το θέμα αυτό: μίλησε για την εισβολή στο Κογκρέσο, στις 6 Ιανουαρίου, για έναν βομβαρδισμό αμάχων στο Αφγανιστάν αλλά και για την αστυνομική βία σε βάρος των Αφροαμερικανών.

Όσον αφορά την τύχη του ηγέτη της αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι, ο οποίος συνελήφθη και φυλακίστηκε μετά την επιστροφή του στη Ρωσία, αφού νοσηλεύτηκε στη Γερμανία με δηλητηρίαση –για την οποία κατηγορεί το Κρεμλίνο– ο Πούτιν σχολίασε: «Ο άνθρωπος αυτός γνώριζε ότι παραβίαζε τον νόμο που ισχύει στη Ρωσία» και ήξερε τι θα συνέβαινε αν επέστρεφε στη χώρα του.

Ο Ρώσος πρόεδρος είπε επίσης ότι Ρωσία και ΗΠΑ φέρουν ευθύνη για την πυρηνική σταθερότητα και θα ξεκινήσουν συνομιλίες για πιθανές αλλαγές στη συνθήκη New START (Νέα Συμφωνία για τη μείωση των στρατηγικών όπλων) η ισχύς της οποίας πρόσφατα παρατάθηκε.

Ουάσινγκτον και Μόσχα θα πρέπει επίσης να ξεκινήσουν συνομιλίες για την κυβερνοασφάλεια, πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι οι περισσότερες κυβερνοεπιθέσεις προέρχονται από τις ΗΠΑ.

Μόσχα: Η συνάντηση πήγε όπως την περιμέναμε

Η συνάντηση κορυφής των προέδρων των ΗΠΑ και της Ρωσίας Τζο Μπάιντεν και Βλαντίμιρ Πούτιν εξελίχθηκε «περίπου όπως αναμέναμε», όμως όλα θα εξαρτηθούν από τη συνέχεια, δήλωσε ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ. Διευκρίνισε ότι προς το παρόν δεν έχει αποφασιστεί ποιος θα ηγηθεί από ρωσικής πλευράς της αντιπροσωπείας που θα διεξάγει συνομιλίες για τη «στρατηγική σταθερότητα» με τις ΗΠΑ, όπως αποφάσισαν οι δύο ηγέτες και ενημέρωσαν με κοινή τους διακήρυξη.

Η πρώτη πρακτική συμφωνία των δύο προέδρων ήταν η απόφαση να επιστρέψουν άμεσα στις δύο πρωτεύουσες οι πρέσβεις. Ο ρώσος πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον Ανατόλι Αντόνοφ «κάθεται πάνω στις βαλίτσες του από τη στιγμή, που ήρθε η εντολή (σ.σ.: να επιστρέψει) από τον πρόεδρο», κάτι που θα συμβεί οπωσδήποτε εντός του μήνα, δήλωσε ο ρώσος αναπληρωτής ΥΠΕΞ, Σεργκέι Ριαμπκόφ, όπως μεταδίδει ο ανταποκριτής του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων.

Ο κ. Αντόνοφ ανακλήθηκε για διαβουλεύσεις στη Μόσχα την 21η Μαρτίου μετά τις δηλώσεις του προέδρου Μπάιντεν περί «τιμήματος» που πρέπει να πληρώσει η Ρωσία για «την εμπλοκή της στις εκλογές στις ΗΠΑ», αλλά και την καταφατική απάντησή του στον χαρακτηρισμό «δολοφόνος» για τον πρόεδρο Πούτιν. Το Κρεμλίνο είχε τότε «υποδείξει», ουσιαστικά εξαναγκάσει, τον αμερικανό πρεσβευτή Τζον Σάλιβαν στη Μόσχα να επιστρέψει επίσης στην Ουάσιγκτον για διαβουλεύσεις, πράγμα, που συνέβη την 22η Απριλίου.

Παρά τα θετικά βήματα, ο εκπρόσωπος Τύπου του Ρώσου προέδρου, δήλωσε ότι προς το παρόν δεν συντρέχουν λόγοι να διαγραφούν οι ΗΠΑ από τον κατάλογο των «μη φιλικών κρατών» που ανακοίνωσε η ρωσική κυβέρνηση τη 14η Μαΐου, επιβάλλοντας περιορισμούς στις προσλήψεις ντόπιου προσωπικού στις πρεσβείες των κρατών αυτών στη Μόσχα και δυσχεραίνοντας την πρακτική λειτουργία των διπλωματικών τους αντιπροσωπειών. Μέχρι στιγμής, η λίστα συμπεριλαμβάνει μόνο ΗΠΑ και Τσεχία.

Σε ανάλυση του ρωσικού κρατικού πρακτορείου ειδήσεων TASS επισημαίνεται ότι ως προς τα αποτελέσματα της συνάντησης κορυφής είναι «ενθαρρυντικό» το γεγονός ότι ξεκινά διάλογος για τη στρατηγική σταθερότητα, ότι η συνάντηση διεξήχθη σε εποικοδομητική διάθεση, με Ρωσία και ΗΠΑ να επαναφέρουν τους πρεσβευτές τους στις έδρες τους στις πρωτεύουσες, ωστόσο προκαλεί «επιφύλαξη», το ότι δεν υπήρξε ουδεμία ευρύτερη συμφωνία και παραμένουν οι διαφωνίες των μερών για το πώς αντιλαμβάνονται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο αμερικανός πρόεδρος έκανε σαφές στον ρώσο ομόλογό του ότι «ο θάνατος του Αλεξέι Ναβάλνι στη φυλακή θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία στη διεθνή σκηνή», καθώς και ότι το θέμα αυτό είναι για τις ΗΠΑ «εξαιρετικά σημαντικο ρώσος ηγέτης υπενθύμισε την δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, αλλά και τις «τετρακόσιες και πλέον συλλήψεις αμερικανών πολιτών» για τα αιματηρά επεισόδια στο Καπιτώλιοό»· , σημειώνοντας ότι «εκφράζουμε τη συμπάθειά μας για όσα συνέβησαν στις ΗΠΑ, αλλά δεν θέλουμε να επιτρέψουμε να συμβούν τα ίδια και σε εμάς».