Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Μνήμες ανάπτυξης και υπανάπτυξης

Η μεγάλη κινηματογραφική γιορτή ξεκίνησε από ένα συμπλήρωμα στο Φεστιβάλ Τραγουδιού πρoτού πάρει πολύ γρήγορα τη δική της ταυτότητα

Δημοσθένης Ξιφιλίνος 13/11/2019 | 09:00

Ζούμε το σωτήριον έτος 2019, έχουμε δηλαδή τη χαρά να ετοιμαζόμαστε να βιώσουμε την εμπειρία του 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Τα μισά ακριβώς από τα χρόνια του είναι αυτά που ο γράφων παρακολούθησε μετά –μικρότερης ή μεγαλύτερης– μανίας τα δρώμενα στο κορυφαίο ελληνικό κινηματογραφικό γεγονός, στο μεγαλύτερο γεγονός που τον αφορά και φιλοξενείται στην πόλη του.

Ηταν μέγα ευτύχημα για την κατ’ ευφημισμό συμπρωτεύουσα ότι διέθετε τη Διεθνή Εκθεση. Ναι, αυτή που όταν φτάνει η μέρα εγκαινίων της κάθε χρόνο ανελλιπώς ο συνεπής και συνετός Σαλονικιός πασχίζει να λείψει από το πολεοδομικό συγκρότημα ή έστω από τον κεντρικό, αγαπημένο και ταλαιπωρημένο δήμο. Μόνο έτσι, βλέπετε, θα αποφύγει την αξέχαστη εμπειρία των κλειστών δρόμων, από τις διαδηλώσεις και τις πορείες, από τους ταραξίες με τις μολότοφ ή τους αστυνομικούς με τα δακρυγόνα, από τις πομπές των επισήμων που μας θυμούνται ετησίως και πέρα από τον... ερωτισμό μας.

Κι όμως! Χάρη σ’ αυτό το πανηγύρι κάποτε στήθηκε εδώ ένα Φεστιβάλ Τραγουδιού, το οποίο έφτασε στην ακμή του πολύ γρήγορα και έφθινε τόσο μετά, ώστε να σβήσει παρά την απόπειρα νεκρανάστασής του κάποια στιγμή. Κυρίως, όμως, χάρη σ’ αυτό ξεκίνησε το 1960 η μεγάλη γιορτή του σινεμά, ελληνικού τότε (Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου), αν και πάντα έριχνε κλεφτές ματιές και προς τα έξω με καλεσμένους εκθαμβωτικούς σαν τη Ρίτα Χέιγουορθ. Ολος ο κινηματογράφος μας, παλιός και νέος, πέρασε και περνά από τούτον τον χώρο. Είτε ήταν η «Μανταλένα», ο Ντίνος Δημόπουλος και η Αλίκη Βουγιουκλάκη είτε η «Αναπαράσταση» και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Οταν εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80 (λίγα μόλις χρόνια μετά τις μαγικές χρονιές του ’83 και του ’84, με «Γλυκιά συμμορία», «Ρεμπέτικο», «Λούφα και παραλλαγή»), το πράγμα είχε βαλτώσει και ο κόσμος για πρώτη φορά άρχισε να γυρίζει την πλάτη του στον θεσμό, τότε –με πρόταση της Πανελλήνιας Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου (για να ευλογήσουμε και... τα γένια μας!)– επήλθε η μεγάλη αλλαγή: η διεθνοποίηση. Ακριβώς εκείνη τη μεταβατική περίοδο, λίγο πριν ή λίγο μετά το πρώτο φεστιβάλ της νέας εποχής, αλλαγή που έφερε την υπογραφή του κριτικού κινηματογράφου Μισέλ Δημόπουλου, καταγράφηκαν στον σκληρό δίσκο της μνήμης μας τα πιο ωραία περιστατικά. Μπορεί ο σπουδαίος Γιώργος Φούντας να μην κρατούσε πια το μαχαίρι απέναντι από τη «Στέλλα», ωστόσο δεν είχε πάψει καμιά χρονιά να έρχεται και να παρακολουθεί.

Ηταν νωπή η εικόνα του στις σκάλες του κινηματογράφου Αριστοτέλειον με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια, βασανισμένος από το άγνωστο στη δική του αισθητική σύμπαν του κορυφαίου σκηνοθέτη μας εκείνης της γενιάς. Το «Singapore sling» του Νίκου Νικολαΐδη δεν είχε κατορθώσει να το καταπιεί! Θαρρείς και για να τον «τιμωρήσει» το ευρισκόμενο στα σπάργανα διεθνοποιημένο φεστιβάλ μας με τις δεκάδες υπαλλήλων, που προσλαμβάνονταν άλλοτε γιατί όντως αγαπούσαν το σινεμά και ήθελαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, άλλοτε πάλι απλώς για να εξυπηρετηθεί ένα πελατολόγιο τοπικών αρχόντων, του επιφύλαξε μια μνημειώδη εμπειρία.

Τριγυρνώντας στα δρομάκια της ΔΕΘ ψάχνοντας από περίπτερο σε περίπτερο να εντοπίσουμε το Γραφείο Τύπου, βρεθήκαμε στη Φιλοξενία όπου είχαμε την «τιμή» να το ακούσουμε με τα ίδια μας τα αυτιά: «Κάποιος κ. Φούντας θέλει τη διαπίστευσή του»! Δεν χρειάζεται να έχει κανείς μεγάλη φαντασία για να αντιληφθεί τι επακολούθησε. Ο κλαυσίγελος ήταν ασταμάτητος... Από το αβίαστο και αστείρευτο γέλιο της απότομης συνειδητοποίησης αυτού που μόλις είχαμε ακούσει, περάσαμε σύντομα στα δάκρυα ως επακόλουθο της νευρικής αντίδρασης. Είχε γραφτεί κατά κάποιον τρόπο ιστορία! Σαφώς και ιστορία γράφτηκε πολύ περισσότερες φορές με την καλή έννοια. Ιστορία γράφτηκε με τη Σάλι Πότερ, την Τίλντα Σουίντον και το «Ορλάντο», ιστορία και με το δίδυμο Περικλή Χούρσογλου – Σωτήρη Γκορίτσα όταν η υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη τους έπαιρνε αγκαζέ για να τους ανεβάσει στη σκηνή, με τα βραβευμένα καλύτερα (όπως αποδείχτηκε) φιλμ της καριέρας τους, «Λευτέρης Δημακόπουλος» και «Απ’ το χιόνι».

Ενθουσιασμός για το ταλέντο τους, συγκίνηση για τη χειρονομία της –ήδη άρρωστης τότε– Μελίνας, αποθέωση από το κοινό που είχε ήδη εγκαταλείψει μια παλιά λατρεμένη συνήθειά του: ο θρυλικός β΄ εξώστης, αυτός που σχεδόν ανέβαζε και κατέβαζε κυβερνήσεις (σαφώς υπερβάλλουμε, αλλά η δύναμή του ήταν πολύ μεγάλη) με τα κατά καιρούς συνθήματά του πέρασε κάπου εκεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, για να θυμηθούμε και την εφευρεθείσα από τον Ανδρέα Παπανδρέου σύνθετη λέξη... «Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται» λίγα έτη αργότερα (1997). Οντας ταξιθέτης στο Μακεδονικόν που αποφασίζεται να κάνει έκτακτη έξτρα προβολή, μια που το φιλμ για τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία σαρώνει σε απήχηση στο κοινό, ο γράφων θα ζήσει τον πανικό του ντου από παντού για να μπουν όλοι σε μια αίθουσα κοντά 200 ατόμων.

Πόσοι ήταν αυτοί οι όλοι; Περίπου οι διπλάσιοι από τη χωρητικότητά του! Το ίδιο σκηνικό θα επαναληφθεί λίγες μέρες μετά σε ελληνική ταινία, το «Καμιά συμπάθεια για το διάβολο» του Δημήτρη Αθανίτη. Αφού πραγματοποιηθούν επιθέσεις και κλαπούν ολόκληρα μπλοκάκια εισιτηρίων στο σινέ Αλέξανδρος αυτήν τη φορά, φαρσέρ θα τηλεφωνήσει για βόμβα. Καμιά συμπάθεια για τους δύστυχους θεατές που έβλεπαν ξάφνου δίπλα τους ένα συμπαθέστατο λυκόσκυλο να μυρίζει τους ίδιους και τα πράγματά τους, ευτυχώς χωρίς να γαβγίσει ή να επιτεθεί σε κανέναν που του φαινόταν ύποπτος!

Κάπου εκεί, μια εικοσαετία περίπου πίσω από το 2019, το Ολύμπιον ξανάνοιξε οριστικά και αμετάκλητα τις πύλες του. Ανανεωμένο, εντυπωσιακό, τεράστιο. Μαζί του, λίγο προτού κλείσει τα 40 του χρόνια, το φεστιβάλ εγκατέλειψε κι αυτό την εποχή που η ανάπτυξη πάλευε να νικήσει την υπανάπτυξη, σοβάρεψε απόλυτα, έζησε μέρες κρασιού και πλούσιων εδεσμάτων (όχι ίσως στον βαθμό των μέσων της δεκαετίας του ’90 όταν στο Κυβερνείο / Παλατάκι κρυφοκοιτώντας κανείς σε αίθουσα VIP καλεσμένων αντίκριζε κάτι σαν σκίτσο των αγριογούρουνων πριν και μετά την εμφάνιση του Οβελίξ).

Εζησε και τη φτώχεια της κρίσης, συμμαζεύτηκε, άλλαξε. Σταμάτησε να καλεί την οικογένεια Κόπολα και αρκείται στον Τζον Γουότερς, αλλά αυτό δεν δείχνει ότι τελικά η ψυχή του μένει η ίδια; Να ταλαντεύεται πάντα ανάμεσα στην ανάπτυξη και την υπανάπτυξη...

ΥΓ.: Αν το κείμενο που προηγήθηκε ήταν ταινία, θα ταίριαζε πολύ για σάουντρακ ένα τραγούδι: «Yesterday, when I was young». Σε εκτέλεση της Ντάστι Σπρίνγκφιλντ κατά προτίμηση. Οπως στο αρρωστημένα υπέροχο b-movie θρίλερ «Mom and dad», του Μπράιαν Τέιλορ, που μας βοήθησε να ανακαλύψουμε με την Carte blanche του ο Γουότερς. 

* Ο Δημοσθένης Ξιφιλίνος είναι κριτικός κινηματογράφου και Γενικός Γραμματέας ΠΕΚΚ

** Περιοδικό Hot Doc #191, «60 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης», 3/11/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.